Μεγάλη λαϊκή φωνή. Αναμφίβολα καλλιτεχνική ιδιοσυγκρασία και εκκεντρική, έντονη προσωπικότητα, με πολύ δικό του χιούμορ, έναν σχεδόν παιδικό αυθορμητισμό στις αντιδράσεις, αλλά και μοναχικότητα και «σκοτεινιά» ώρες ώρες που δεν κρυβόταν ούτε στις τηλεοπτικές του εμφανίσεις. Και βέβαια ο τραγουδιστής που επέβαλε το queer στοιχείο και τον εαυτό του ακριβώς όπως τον είχε εφεύρει σ’ έναν μάτσο χώρο όπως είναι σε μεγάλο βαθμό η πίστα, μια εποχή μάλιστα που για να γίνει κάποιος μεγάλος λαϊκός τραγουδιστής έπρεπε να φέρνει στον προηγούμενο μεγάλο λαϊκό.
Ο Γιώργος Μαζωνάκης, που πέθανε χθες αιφνίδια και πρόωρα στα 54 χρόνια του από ανακοπή (την ίδια μέρα κι από την ίδια αιτία που πριν από 7 χρόνια είχε πεθάνει έτσι ξαφνικά και ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας), ήταν queer, εκκεντρική και πολυ-καλλιτεχνική περσόνα. Φαινόταν ακόμα και στη σχέση του με την υψηλή μόδα και τα μοναδικά, τολμηρά, γύνανδρα κομμάτια που φορούσε χωρίς να τον φορούν.
Επιβάλλοντας την ιδιαίτερη προσωπικότητά του σ’ έναν δύσκολο και καχύποπτο στις αλλαγές πέρα από την πεπατημένη χώρο όπως είναι η νύχτα, εισάγοντας κι άλλες καινοτομίες πέραν των ενδυματολογικών, όπως τις συνεργασίες με απρόβλεπτα σχήματα ή τη μίξη του λαϊκού στοιχείου με μουσικά είδη -ποπ, χιπ χοπ- που καμία σχέση δεν είχαν με αυτό, έγινε οριζόντια συμπαθής και αποδεκτός κόντρα στο «εμφυλιοπολεμικό» κλίμα πίστας – έντεχνου ακόμα κι από ανθρώπους που δεν άκουγαν το είδος που υπηρετούσε. Αλλά τον βοηθούσε πάντα η σπουδαία φωνή του σε συνδυασμό με ό,τι -ποπ; ροκ; queer;- ήταν ο ίδιος.
Και ήταν ανάμεσα σε πολλά άλλα ένας καλλιτέχνης που αντιλήφθηκε το τραγούδι ως συνολικό θέαμα. Η φωνή ήταν ένα μέρος αυτού. Το σώμα, το ρούχο, η σκηνή, η φωτογραφία, το χιούμορ, η πρόκληση, η σχέση με τη μόδα, ακόμα και η αμηχανία που μπορούσε να προκαλεί, ήταν όλα κομμάτια της ίδιας εικόνας. Και βέβαια δεν είναι τυχαίο ότι τον επέλεξε ο διορατικός Σταμάτης Κραουνάκης το 2002, όταν έγραφε τη μουσική για την ταινία του Νίκου Παναγιωτόπουλου «Κουράστηκα να σκοτώνω τους αγαπητικούς σου». Στο σάουντρακ ο Μαζωνάκης, που βρισκόταν στο απόγειο της καριέρας του, τραγούδησε το «Ξημερώνει πάλι» και το «Καμικάζι» – με το πρώτο να γίνεται γρήγορα σημείο αναφοράς στον κατάλογο των best of του. Δεν ήταν απλώς μια «έντεχνη» παρένθεση στη δισκογραφία τού «Μαζώ», όπως μάθαμε να τον λέμε, αλλά η επιβεβαίωση ότι μπορούσε να «κολυμπήσει» με άνεση και σ’ έναν διαφορετικό δημιουργικό κόσμο.
Το ίδιο συνέβη ακόμα πιο χαρακτηριστικά το 2022, όταν στην ταινία μικρού μήκους της Εύης Καλογηροπούλου «Στον Θρόνο του Ξέρξη» είχε τον διττό ρόλο του πρωταγωνιστή και του αφηγητή. Η ταινία, που έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στην Εβδομάδα Κριτικής του Φεστιβάλ Κανών και κέρδισε το βραβείο Canal+, τον τοποθετούσε ως αινιγματική μορφή σε ένα αντιδιαμετρικά αντίθετο σκηνικό από το λαμπερό εφέ της νύχτας, σ’ ένα δυστοπικό τοπίο στο Πέραμα.
Η επιλογή του είχε και μια προσωπική διάσταση. Η ταινία τον επέστρεψε στον τόπο όπου εργαζόταν κάποτε ο πατέρας του. Ο ίδιος μιλώντας για τη συνεργασία είχε υπογραμμίσει ότι η οδηγία της Καλογηροπούλου ήταν για απόλυτη απλότητα και φυσικά ο άνθρωπος που έπαιζε σ’ όλη του τη ζωή με το στοιχείο της υπερβολής κατάφερε κι εκεί να είναι υποδειγματικός.
Το πραγματικό του όνομα ήταν Γεώργιος Αποστόλου και είχε γεννηθεί στις 4 Μαρτίου του 1972 στη Νίκαια. Η οικογένειά του είχε ρίζες από τη Σητεία της Κρήτης και ο ίδιος μεγάλωσε σ’ ένα περιβάλλον όπου το λαϊκό τραγούδι ήταν αυτονόητο άκουσμα: Στράτος Διονυσίου, Τόλης Βοσκόπουλος, Γιάννης Πάριος, Μαρινέλλα, Χάρις Αλεξίου. Παράλληλα όμως άκουγε και ξένα, κυρίως ροκ. Αυτή η συνύπαρξη των δύο μουσικών κόσμων θα αποδεικνυόταν καθοριστική στο μουσικό του DNA.
Από τη συναυλία στο Ναύπλιο το 2017| ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΜΠΟΥΓΙΩΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ
Μόλις στα δεκαπέντε του αποφάσισε ότι το τραγούδι ήταν ο προορισμός του. Αρχισε να εμφανίζεται σε μαγαζιά της επαρχίας και πολύ γρήγορα, στην Πάτρα, τον επισήμαναν άνθρωποι της μουσικής βιομηχανίας. Η είσοδός του στη δισκογραφία έγινε στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Από εκεί και πέρα η διαδρομή ήταν γρήγορη: ο νεαρός τραγουδιστής έγινε σταρ μιας νέας εποχής του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού.
Δεν ήταν όμως μόνο τα τραγούδια. Από πολύ νωρίς ο Μαζωνάκης κατάλαβε κάτι που αρκετοί θα συνειδητοποιούσαν πολύ αργότερα: ότι ο λαϊκός τραγουδιστής την εποχή της τηλεόρασης, και αργότερα του διαδικτύου, έπρεπε να είναι και εικόνα. Κι αυτό έχτισε.
Τα ρούχα έγιναν κομμάτι της καλλιτεχνικής του ταυτότητας: φτερά, γούνες, δέρμα, γυαλιά, κοσμήματα, εφαρμοστά κοστούμια, ασυνήθιστοι συνδυασμοί, μακριές φούστες, κομμάτια από την πιο τολμηρή εκδοχή της haute couture, φτιαγμένα για κόκκινα χαλιά, club ή performance, φορέθηκαν από εκείνον στην πίστα και στην τηλεόραση. Την τελευταία ο ίδιος την απέφευγε μέχρι το 2017, που κάθισε για πρώτη φορά στην καρέκλα του κριτή στο «X Factor» και τα τελευταία χρόνια στο ανάλογο τηλεπαιχνίδι-διαγωνισμό μουσικών ταλέντων «The Voice». Πάντα με τους ίδιους όρους: παίζοντας με την αρρενωπότητα και το queer, τη μόδα και την υπερβολή, το κιτς και την υψηλή αισθητική, χωρίς ποτέ να εγκαταλείπει τη βάση του: το λαϊκό τραγούδι ή και το λαϊκοπόπ.
Γιώργος Μαζωνάκης,Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2026 (ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΡΧΕΙΟΥ/ EUROKINISSI)
Από τα τραγούδια που συνδέθηκαν περισσότερο με τη φωνή και την ιδιαίτερη περσόνα του είναι τα «Ανήκω σε μένα», «Με τα μάτια να το λες», «Μου λείπεις», «Ενα κενό», «Φεύγω για μένα», «Παιδί της νύχτας», «Ζηλεύω», «Η φιλοσοφία μου», «Παλιόπαιδο θα γίνω», «Τρεις το πρωί», «Τέσσερις», «Σάββατο», «Το λάθος μου το τελευταίο», «Ξημερώνει πάλι», το «Θέλω να γυρίσω» με τους Goin’ Through και βέβαια το «Gucci φόρεμα», από τις χαρακτηριστικότερες στιγμές της διαδρομής του. Συνεργάστηκε με καλλιτέχνες διαφορετικών γενεών και αισθητικών, έβαλε την pop, το dance και την ηλεκτρονική αισθητική μέσα στο προσωπικό του σύμπαν και κινήθηκε με άνεση ανάμεσα σ’ όλα αυτά
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του σημαδεύτηκαν από μια βαθιά προσωπική και οικογενειακή κρίση, που έφερε τον μέχρι τότε εξαιρετικά προσεκτικό απέναντι στη δημοσιότητα Μαζωνάκη στο επίκεντρο μιας πρωτοφανούς δημοσιότητας. Η ρήξη με την οικογένειά του και κυρίως με την αδελφή του Βάσω, επί χρόνια μάνατζέρ του, εξελίχθηκε σε δικαστική διαμάχη για οικονομικούς και περιουσιακούς λόγους. Τον Αύγουστο του 2025 η κρίση πήρε ακόμα πιο δραματική τροπή, όταν ο τραγουδιστής οδηγήθηκε με εισαγγελική εντολή στο Δρομοκαΐτειο για ακούσια νοσηλεία έπειτα από αίτημα συγγενών του. Ο ίδιος, μέσω του δικηγόρου του, κατήγγειλε «μεθόδευση» και αρνήθηκε ότι αποτελούσε κίνδυνο για τον εαυτό του ή τους άλλους. Η νοσηλεία του κράτησε λίγες μέρες και στη συνέχεια επέστρεψε στην καθημερινότητά του. Εναν χρόνο αργότερα, στην τελευταία τηλεοπτική συνέντευξή του, μίλησε για πρώτη φορά γι’ αυτό περιγράφοντας την εμπειρία ως «τρόμο και προδοσία», αλλά και λέγοντας ότι προσπάθησε να κρατήσει απόσταση από τον θόρυβο και να καταλάβει τι είχε συμβεί. «Η ζωή είναι ο αγώνας του Γιώργου με τον Γιώργο» είχε πει.
Φαινόταν πάντως να έχει ξεπεράσει το πρόβλημα. Και ετοιμαζόταν για τη μεγάλη συναυλία που θα έδινε στην Τεχνόπολη στις 20 Σεπτεμβρίου 2026 με τίτλο «Γιώργος Μαζωνάκης – 33 χρόνια από το Α έως το Ω» και αφορμή τα 33 χρόνια της καλλιτεχνικής πορείας του. Ηδη τα εισιτήρια είχαν γίνει ανάρπαστα, όπως άλλωστε και στη μεγάλη συναυλία που είχε προηγηθεί στη Θεσσαλονίκη με περισσότερο από 11.000 κόσμο. Στο πλαίσιο της τωρινής προετοιμασίας, αλλά και συνεπής στην εικόνα του όπως όφειλε να είναι ως ποπ σταρ, είχε κλείσει να κάνει αντιγηραντική θεραπεία σε κλινική του Κολωνακίου χθες. Εκεί υπέστη ανακοπή και διακομίστηκε εσπευσμένα στο πλησιέστερο εφημερεύον, το «Ελπίς», όπου διαπιστώθηκε ο θάνατός του.
Ετσι έφυγε πρόωρα, ίσως ακολουθώντας μια μοίρα που -live fast, die young- συχνά αφορά τους μεγάλους ροκ σταρ.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
