«Η Ελλάδα στέκεται και θα στέκεται πάντοτε δίπλα στην Αρμενία, με αίσθημα ευθύνης απέναντι και στη δική της ιστορία», επισήμανε ο υπουργός Εθνικής Άμυνας, Νίκος Δένδιας, στην ομιλία του στην εκδήλωση για την «Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας των Αρμενίων από την Τουρκία» και εκπροσώπησε τον πρόεδρο της κυβέρνησης.
Σημειώνεται ότι η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στο Ωδείο Αθηνών από την Αρμενική Εθνική Επιτροπή Ελλάδας, σε συνεργασία με την Περιφέρεια Αττικής, με αφορμή τη συμπλήρωση 111 ετών από τη Γενοκτονία των Αρμενίων και 30 ετών από την αναγνώρισή της από τη Βουλή των Ελλήνων.
Ο κ. Δένδιας ανέφερε, επίσης, μεταξύ άλλων, στην ομιλία του: «Είναι για μένα μεγάλη τιμή και μεγάλη ευθύνη η παρουσία μου στη σημερινή εκδήλωση και σε αυτό το βήμα, εκπροσωπώντας την ελληνική κυβέρνηση σε μια επέτειο την οποία δεν θεωρούμε ως απλώς μια χρονολογική αναφορά στη μακρά σειρά των επετείων. Αλλά μια ημερομηνία που ανήκει στη συλλογική μνήμη κάθε ανθρώπου που θέλει να αισθάνεται άνθρωπος, που τιμά το γένος του και που συμμερίζεται την αντίληψη ότι διαφέρουμε από το ζωικό βασίλειο, ότι έχουμε αφήσει πίσω μας μέσα από μια εξελικτική πορεία χιλιάδων ετών, τους νόμους της “ζούγκλας”. Έτσι και για αυτό, 111 χρόνια μετά την 24η Απριλίου του 1915, τιμάμε τη μνήμη της Ημέρας κατά την οποία η ηγεσία των Νεότουρκων, στο όνομα της εθνικής καθαρότητας και της ομοιογένειας, την οποία προσπαθούσαν να δημιουργήσουν, αγνόησε, περιφρόνησε και καταπάτησε κάθε αρχή του ανθρωπισμού και εγκαινίασε τη συστηματική – επαναλαμβάνω τη συστηματική- εξόντωση του αρμενικού λαού. Αρχίζοντας από τις κεφαλές του αρμενικού έθνους, από τη σύλληψη εκατοντάδων διανοουμένων, κληρικών και προκρίτων της αρμενικής κοινότητας στην Κωνσταντινούπολη».
Και πρόσθεσε: «Θα ήθελα για αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας να πω ότι είχε αρχίσει ήδη η παράδοση των γενοκτονιών λίγα χρόνια πριν. Δεν είναι γνωστό, γιατί έγινε στην Αφρική από έναν Γερμανό αξιωματικό, τον φον Τρόθα, κατά περίπου 100.000 γηγενών κατοίκων της Ναμίμπια. Όμως, και στην θλιβερή περίπτωση της γενοκτονίας των Αρμενίων, πάλι υπήρχαν παρόντες Γερμανοί αξιωματικοί. Είναι ιστορικά βεβαιωμένο ότι ο φον Σέλντορφ ο τότε κύριος Γερμανός σύμβουλος στο τουρκικό Γενικό Επιτελείο, εγνώριζε και είχε αποδεχθεί τη γενοκτονία των Αρμενίων. Όπως επίσης ξέρετε, ρωτάω πολλές φορές τους Γερμανούς φίλους μου, να μου πουν τέσσερα ονόματα σημαντικών διοικητών του οθωμανικού στρατού στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τον πρώτο σας τον είπα ήδη. Οι άλλοι τρεις είναι ο φον ντερ Γκολτς, που εκπαίδευσε στην ύστερη φάση τον οθωμανικό στρατό, ο Λίμαν φον Σάντερς, επικεφαλής των τουρκικών στρατιών στην Καλλίπολη, και ο φον Φάλκενχαϊν επικεφαλής των τουρκικών στρατιών του νότου».
Ακολούθως, αναφερόμενος στη σύγχρονη Γερμανία, υπογράμμισε: «Έχει αναγνωρίσει την γενοκτονία των Αρμενίων, εκφράζοντας έτσι εκ των υστέρων έστω, τη συγγνώμη της για αυτά που τα στελέχη της αυτοκρατορίας του Κάιζερ ανέχθηκαν, αν όχι αυτά εις τα οποία συνέπραξαν. Αυτό το οποίο πάντως μένει ως το βέβαιο, αποδεδειγμένο πλήρως, ανεξάρτητα τι λέει οιοσδήποτε, ιστορικό γεγονός, είναι η ίδια η γενοκτονία, οι πορείες θανάτου, οι σφαγές, η εκρίζωση από τις πατρογονικές εστίες. Και αυτά, επαναλαμβάνω, γιατί είναι καλό να λέγεται, όχι ως μια τυφλή έκρηξη βίας, χωρίς να σημαίνει βέβαια ότι και κάτι τέτοιο δεν θα ήταν απολύτως καταδικαστέο, αλλά για ένα οργανωμένο, απολύτως οργανωμένο και μελετημένο κρατικό σχεδιασμό. Ακριβώς αυτό είναι που η σύγχρονη επιστήμη αναγνωρίζει και επιβάλλει να λέγεται γενοκτονία. Έτσι είδαμε ότι ένα πατριωτικό κίνημα, το οποίο ακολουθούσε τις γενικές αρχές του ρομαντισμού για τη δημιουργία ενός εθνικού κράτους, μετατράπηκε στην ύστερη φάση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και στα χέρια των Νεοτούρκων, όχι σε ένα θετικό αφήγημα δημιουργίας ενός σύγχρονου έθνους- κράτους, αλλά σε ένα βίαιο, σκοτεινό, απεχθές αφήγημα εθνοκαθάρσεων».
Είπε ακόμη ο υπουργός Εθνικής Άμυνας: «Και τιμάμε σήμερα ένα από τα πιο σημαντικά θύματα αυτής της θλιβερής εθνοκάθαρσης, τον αρμενικό λαό. Έναν λαό με βαθιά ιστορία, με πνευματική και πολιτιστική διαδρομή. Έναν λαό που αγκάλιασε τον Χριστιανισμό ως επίσημη θρησκεία με τη δική του ιδιαίτερη γλώσσα -την ακούσαμε πριν- με αλφάβητο με ανθεκτική και σημαντική ταυτότητα και έναν λαό που με εμάς τους Έλληνες συμπορεύτηκε.
Με έναν λαό -θέλω να πω πως βεβαίως δεν ξέχασε- γιατί νομίζω, ξέρετε όλοι σε αυτή την αίθουσα, ότι ο αρμενικός λαός εξετέλεσε τους ηγέτες των Νεοτούρκων, τον Ταλάτ, τον Τζεμάλ, τον Σακίρ, τον Εμβέρ, ίσως η χειρότερη περίπτωση από όλους ως στρατιωτικός αρχηγός, σκοτώθηκε στο σημερινό Τατζικιστάν. Αλλά πάντως, οι Αρμένιοι δεν ξέχασαν. Εμείς, εδώ στην Ελλάδα, μετά τη γενοκτονία, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, υποδεχτήκαμε δεκάδες χιλιάδες Αρμένιους αδελφούς μας, πρόσφυγες που ξεριζώθηκαν από τις πατρογονικές τους εστίες. Που γνώρισαν κι αυτοί τους διωγμούς που γνώρισαν και οι Έλληνες της Μικράς Ασίας.
Και νομίζω ότι είναι πολύ σημαντικό, ότι η αρμενική κοινότητα στην Ελλάδα μεγάλωσε, άνθισε, μεγαλούργησε, προσέφερε, ζει μαζί μας, πορεύεται μαζί μας, για το μέλλον της ευρωπαϊκής Ελλάδας, το οποίο θέλουμε, επιθυμούμε και υποστηρίζουμε να συμμεριστεί και η φίλη Αρμενία».
