«Πολύ λυπηρό. Αλλά έγινε υπερβολικό», μου σχολίαζε χθες στο τηλέφωνο επιφανής ραδιοφωνικός παραγωγός που δεν υπολείπεται σε ευαισθησία, απλώς είχε μπαφιάσει με την τηλεοπτική κάλυψη. Είχε δίκιο προφανώς ως προς το στερεότυπο μετάδοσης τέτοιων γεγονότων, που είτε πρόκειται για τον Μίκη Θεοδωράκη είτε για τον Γιώργο Μαζωνάκη χρησιμοποιεί συχνά το ίδιο «οπλοστάσιο» υπερβολής στη συναισθηματική έκφραση και στους χαρακτηρισμούς για τον εκλιπόντα. Αυτό στον δισδιάστατο κόσμο του τηλεοπτικού θεάματος.
Υπάρχει όμως και η πραγματικότητα, που λέει ότι το πένθος στον Νότο έχει πάντα υπερβολή, όπως έχει και «ανθρωπίλα». Και ως Νότια βέβαια και ταυτίζομαι μ’ αυτό και το κατανοώ πολύ περισσότερο από τη δημοσίως συγκρατημένη θλίψη άλλων, βόρειων, λαών. Γι’ αυτό και όλη αυτή η υπερχειλίζουσα έκφραση του αισθήματος και του τυπικού του πένθους προχθές το βράδυ στη Νίκαια ίσως επειδή ήταν και πολύ αυθεντική, ήταν και συγκινητική.
Συγκινητικό ήταν ότι η πόλη ανακατέλαβε τον όλο και πιο εξόριστο πια δημόσιο χώρο και ξαναέγινε για ένα βράδυ κοινότητα και πλατεία του χωριού, όπου τον θάνατο του «δικού μας ανθρώπου» τον κλαίμε όλοι μαζί: γύρω από την Αγία Τριάδα ξενυχτούσαν καφενεία, μπαρ και μπαλκόνια, ανταλλάσσονταν χαιρετισμοί και μνήμες, τσουγκρίσματα και ευχές «να ’ναι ελαφρύ το χώμα».
Συγκινητική ήταν η σύνθεση του ίδιου του κόσμου: ηλικιωμένοι, άλλοι, συνομήλικοι του τραγουδιστή, αλλά και εκατοντάδες πολύ νέοι, οι περισσότεροι μαυροντυμένοι σ’ αυτό το άγραφο τελετουργικό της απόδοσης τιμής.
Λαϊκά παιδιά της γειτονιάς, Ρομά, αντροπαρέες και κοριτσοπαρέες, όχι από αυτές που το βαλάντιό τους δικαιολογεί τα μπουζούκια, αλλά από εκείνες που συρρέουν στις μεγάλες λαϊκές συναυλίες (έδινε και πολλές τέτοιες ο Μαζωνάκης), έχουν τραγούδια του για ringtones κι όταν λένε «όσο ζω Μαζώ» το εννοούν.
Συγκινητική ήταν ακόμα και η «χάβρα» από τραγούδια του Μαζωνάκη που έπαιζαν ταυτόχρονα τέρμα από τα μπαλκόνια, τα κινητά, τα ηχοσυστήματα των αυτοκινήτων, χωρίς να δημιουργούν ακριβώς πανηγυριώτικη ατμόσφαιρα, γιατί ελάχιστοι είχαν όρεξη για χορό και πολύ περισσότεροι περίμεναν θλιμμένοι και αμίλητοι στην ουρά 3 και 4 ώρες για να «προσκυνήσουν».
Και, τέλος, συγκινητικές ήταν οι προσωπικές ιστορίες και οι περιγραφές χωρίς φίλτρο: «τον γούσταρα», «ήταν δικός μας, ρε», «είμαι συνομήλική του κι όλα τα δύσκολα της ζωής μου με τραγούδια του τα ’χω κλάψει». Δεκάδες τέτοια στιγμιότυπα μέχρι το ξημέρωμα που ο κόσμος της Νίκαιας ξαγρύπνησε τον νεκρό του. Και προσωπικά, παρότι ελάχιστη και περιστασιακή σχέση έχω μ’ αυτό το ρεπερτόριο, δεν μπορώ σε καμία περίπτωση να προσπεράσω με ελιτίστικη διάθεση αυτή την εικόνα του απλού κόσμου που πένθησε τον «άνθρωπό μας που βοηθούσε».
Νομίζω μάλιστα πως αυτό το γνήσιο αίσθημα κακώς το προσπερνάει και η Αριστερά, κακώς το προσπερνάει και η διανόηση, κακώς το εκχωρούν σε άλλα ήθη και έθη, αφήνοντας μόνα τους τα λαϊκά παιδιά να «νταλκαδιάζουν» κόβοντας τις γέφυρες μαζί τους. Αυτή η έκφραση του πένθους κάτι σήμαινε για ό,τι υπήρξε εκείνος και ό,τι άφησε ανεξίτηλο στην ψυχή της παλιάς του γειτονιάς.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
