Efsyn.gr

Κωνσταντίνος Τσουκαλάς [1937-2026]: Ενας μεγάλος στοχαστής απέναντι στις βεβαιότητες

Ο άκρατος ατομικιστικός φιλελευθερισμός. Η διαβόητη «ανάπτυξη». Η αποδυνάμωση ακόμα και της συμβολικής σημασίας «του οργανωμένου Ολου», της συλλογικότητας, της κοινωνίας, της οργανωμένης, δηλαδή, πολιτικής εξουσίας. Η μετάλλαξη των κυβερνήσεων σε «διακυβερνήσεις» και της ενεργής πολιτικής σε διαχείριση. Η αμηχανία της Αριστεράς. Η έκρηξη των ανισοτήτων και των αδικιών. Η κλιματική κρίση. Η συστημική αυτάρκεια και ως θλιβερό επακόλουθο η πνευματική νωχέλεια. Το νέο αδιέξοδο. Το πραγματικό δίλημμα των σκεπτόμενων, σήμερα, ανθρώπων που «συνοψίζεται στην ανάγκη να επιλέξουμε ανάμεσα στο “όλοι μας” και στο “κανείς”». Ενας καινούργιος κόσμος, δηλαδή, όχι πλέον θαυμαστός, αλλά άτεγκτος, παραπλανημένος, μάταιος.
Πρόλαβε, ωστόσο, ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς να τον παρατηρήσει, να τον περιγράψει και να προειδοποιήσει ότι τίποτα δεν είναι αμετακίνητο: «Ακόμα μια φορά η πανούργα Ιστορία αποδεικνύεται πιο απρόβλεπτη από τους ερμηνευτές της» διαπίστωνε στην τελευταία του σημαντική παρακαταθήκη, την επίσημη ομιλία του, στις 21 Οκτωβρίου του 2025, στην Ακαδημία Αθηνών, επτά μήνες αφότου είχε εκλεγεί τακτικό μέλος, στην έδρα Κοινωνιολογίας-Κοινωνικής Θεωρίας της Γ΄ Τάξης των Ηθικών και Κοινωνικών Επιστημών. Εχει μια ενδιαφέρουσα αντίστιξη αυτή η εικόνα: ο Τσουκαλάς συνεπής σε ό,τι υπήρξε ολόκληρη τη ζωή του και κυρίως (ενάντια στις βεβαιότητες στις οποίες κατέληξαν άλλοι σύγχρονοι διανοητές) στην αμφιβολία του ενεργού αριστερόστροφου διανοουμένου που αρνείται να θεωρήσει οριστική οποιαδήποτε απάντηση, περιγράφει και επιχειρεί να κατανοήσει έναν κόσμο που αλλάζει, από την έδρα του κατεξοχήν συστημικού θεσμού. Μα κι εκεί, σ’ αυτό το ακροατήριο, ο ίδιος δεν χαρίζεται. Πάει κόντρα στην ιδιοσυστασία της Ακαδημίας, κόντρα και στο ψυχαναλυτικό ρητό που επιμένει ότι θάνατος είναι όταν σταματάς να κατανοείς τον κόσμο που σε περιβάλλει – μοχθώντας ο ίδιος διαρκώς να κατανοεί.
Ενεργός δημόσιος διανοούμενος μέχρι τέλους, λοιπόν, ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, από τους σημαντικότερους Ελληνες κοινωνιολόγους και στοχαστές της μεταπολεμικής περιόδου, πέθανε χθες σε ηλικία 89 ετών. Ομότιμος καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, διδάκτωρ Γραμμάτων και Ανθρωπιστικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Παρισίων και επίτιμος διδάκτωρ στα Πανεπιστήμια Κρήτης και Πελοποννήσου, ερευνητής, συγγραφέας, επικεφαλής πολιτιστικών και ερευνητικών οργανισμών, για ένα σύντομο διάστημα βουλευτής Επικρατείας του ΣΥΡΙΖΑ, ακόμα και σύμβουλος στο πρώτο τέτοιου βεληνεκούς εγχείρημα της αυτοδιαχειριζόμενης έκδοσης μιας αμιγώς δημοσιογραφικής, δημοκρατικής εφημερίδας, της «Εφημερίδας των Συντακτών» (στην οποία ερχόταν συχνά για να παραστεί στις συσκέψεις), ο Τσουκαλάς συνδύασε σε όλη τη διαδρομή του την κοινωνική θεωρία με την πολιτική και την ιστορική εμπειρία, διατηρώντας μέχρι το τέλος επιφυλάξεις απέναντι στις οριστικές ερμηνείες. Η αμφιβολία ήταν, άλλωστε, γι’ αυτόν προϋπόθεση της σκέψης –κι ίσως έτσι μπορούν να ερμηνευτούν και οι αντιδιαμετρικά αντίθετες πορείες που είχαν τελικά με τον έτερο ενεργό στοχαστή του δημοσίου βίου μας, τον Στέλιο Ράμφο, που πέθανε οκτώ ημέρες πριν από τον Τσουκαλά, έχοντας γίνει, στο μεταξύ, ένας θεωρητικός του νεοφιλελευθερισμού.
Λόγω χρονικής συγκυρίας αλλά και ιδιοσυστασίας, η ζωή του Κωνσταντίνου Τσουκαλά συνδέθηκε με μερικούς από τους σημαντικότερους σταθμούς της ελληνικής και ευρωπαϊκής Ιστορίας του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα: την Κατοχή και τον Εμφύλιο, την εκτέλεση του Νίκου Μπελογιάννη, τη δικτατορία, την αυτοεξορία και τη γαλλική διανόηση, τον Μάη του ’68, τη Μεταπολίτευση και την ανασυγκρότηση του ελληνικού Πανεπιστημίου. Στα τελευταία χρόνια του ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τις επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης, την κρίση της Αριστεράς, τον νεοφιλελευθερισμό, τις ανισότητες και την κλιματική κρίση.
Η οικογένεια και τα χρόνια της Κατοχής
Είχε γεννηθεί στην Αθήνα το 1937 και μεγάλωσε σε αστική οικογένεια δικηγόρων όπως είχαν προϋπάρξει ο προπάππους του, ο παππούς του (Κωνσταντίνος Τσουκαλάς καθηγητής Ποινικού Δικαίου στην Αθήνα) και ο πατέρας του (Αγγελος Τσουκαλάς, μετέπειτα βουλευτής Αθηνών με το Κόμμα Φιλελευθέρων, δήμαρχος Αθηναίων με την υποστήριξη της ΕΔΑ, αλλά και υπουργός Δικαιοσύνης από το 1970 έως το 1973, επί χούντας). Η μητέρα του ήταν ιδιαίτερα καλλιεργημένη και μιλούσε πέντε ξένες γλώσσες. Το σπίτι ήταν γεμάτο βιβλία και ο ίδιος ξεκίνησε από πολύ μικρός να διαβάζει Ιούλιο Βερν, Πόε, Σέξπιρ, Καβάφη και κλασικούς της δυτικής λογοτεχνίας, όπως έλεγε σε συνέντευξή του στον Γιάννη Πανταζόπουλο για τη Lifo τον Μάιο του ’25.
Από τα χρόνια της Κατοχής είχε κρατήσει έντονες αναμνήσεις: «Είμαι παιδί της Κατοχής, αλλά δεν μπορώ να πω ότι έζησα τις κακουχίες που βίωσαν οι περισσότεροι Ελληνες. Δεν πείνασα», παραδεχόταν. Θυμόταν τους βομβαρδισμούς του 1940, τους Γερμανούς να παρελαύνουν και τον πατέρα του με χακί. Θυμόταν επίσης το υπόγειο που ο παππούς του είχε μετατρέψει σε καταφύγιο.
Ο Μπελογιάννης και η Αριστερά
Ο πατέρας του θα έπαιζε καθοριστικό ρόλο και στη μετέπειτα πολιτική του διαμόρφωση, κυρίως επειδή είχε υπάρξει δικηγόρος του Νίκου Μπελογιάννη και ήταν αρκετά ανοιχτόμυαλος ώστε να αφήσει τον γιο του να παρακολουθήσει το έκτακτο στρατοδικείο όπου δικαζόταν το ιστορικό στέλεχος του ΚΚΕ. Κι όταν ο μικρός τον ρώτησε για την τύχη του Μπελογιάννη, εισέπραξε μια απάντηση που όχι μόνον δεν ξέχασε ποτέ, αλλά τον διαμόρφωσε ιδεολογικά: «Παιδί μου, αυτόν τον άνθρωπο θα τον εκτελέσουν για τις ιδέες του» του είχε πει ο πατέρας του. «Νομίζω ότι η φράση αυτή του πατέρα μου ήταν το κουδουνάκι που χτύπησε μέσα μου και το οποίο με έσπρωξε στην αγκαλιά της Αριστεράς. Εμμέσως ο Μπελογιάννης με έκανε αριστερό. Πιθανόν εκεί να γεννήθηκε το ενδιαφέρον μου για την κοινωνία και τους μηχανισμούς της», εξομολογούνταν στον Πανταζόπουλο.
Από τη Νομική στην Κοινωνιολογία
Ακολουθώντας την οικογενειακή παράδοση, σπούδασε Νομική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Δεν ήταν όμως αυτή η επιστήμη που θα καθόριζε τη ζωή του. Ασκησε για ένα διάστημα τη δικηγορία, ενώ παράλληλα πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στη Φιλοσοφία του Δικαίου και την Κοινωνιολογία στη Χαϊδελβέργη, το Μόναχο, το Παρίσι και το Yale.
Από το 1963 έως το 1967 εργάστηκε ως ερευνητής στο Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών Αθηνών και το 1968 στο γαλλικό Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών (CNRS).
Η μετατόπισή του από τη Νομική στην Κοινωνιολογία ήταν αποφασιστική. Η κοινωνία, οι θεσμοί, οι σχέσεις εξουσίας, οι κοινωνικές ανισότητες και οι μηχανισμοί μέσα από τους οποίους αναπαράγονται όλα αυτά, έγιναν θεμελιώδεις προβληματισμοί που θα καθόριζαν το έργο και την πορεία του.
Η δικτατορία, το Παρίσι και η διεθνής διανόηση
Στην Αθήνα πια, άσκησε για λίγο τη δικηγορία και εργάστηκε ως ερευνητής στο Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών Αθηνών, αλλά με την επιβολή της δικτατορίας επέλεξε την αυτοεξορία. Το Παρίσι θα γίνει για περίπου μία δεκαετία το κέντρο της ζωής και της πνευματικής του δραστηριότητας- ξεκίνησε ως βοηθός διδασκαλίας και στη συνέχεια ως επίκουρος καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο των Παρισίων όπου αργότερα (1974) ανακηρύχθηκε διδάκτορας Γραμμάτων και Ανθρωπιστικών Επιστημών και συνεργάστηκε με το γαλλικό Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών.
Στο Παρίσι ήρθε σε επαφή με σημαντικούς εκπροσώπους της γαλλικής διανόησης, όπως ο Λουί Αλτουσέρ και ο Πιερ Μπουρντιέ. Εκεί γνώρισε και τον ιστορικό Νίκο Σβορώνο, επιβλέποντα της διδακτορικής του διατριβής, «Εξάρτηση και αναπαραγωγή», και πνευματικό του πατέρα όπως τον θεωρούσε. Ανάμεσα στους στοχαστές που άσκησαν επιρροή στη σκέψη του ξεχώριζε τον Μισέλ Φουκό: «Αν μου δινόταν η ευκαιρία να κάνω έναν περίπατο με έναν στοχαστή σήμερα, θα ήταν μ’ εκείνον, που θαύμαζα απεριόριστα», έλεγε. Η σχέση του με τη διεθνή διανόηση δεν περιορίστηκε, ωστόσο, στα χρόνια του Παρισιού. Αρκετά αργότερα στην τηλεοπτική σειρά της ΕΡΤ «Στα μονοπάτια της σκέψης», την οποία από κάποια στιγμή και μετά επιμελούνταν, συνομίλησε με σημαντικούς στοχαστές, από τον Τζον Γκάλμπρεϊθ και τον Νόαμ Τσόμσκι έως τον Εντγκάρ Μορέν και τον Αλέν Μπαντιού.
Η «Ελληνική Τραγωδία»
Η δικτατορία έδωσε το έναυσμα για να γραφτεί ένα από τα σημαντικότερα βιβλία του, η «Ελληνική Τραγωδία».
Ο εκδοτικός οίκος Penguin σχεδίαζε ένα βιβλίο που θα εξηγούσε πώς η Ελλάδα οδηγήθηκε στη δικτατορία και η ανάθεση έγινε, όπως ο ίδιος περιέγραφε, απροσδόκητα στον Τσουκαλά. Το βιβλίο κυκλοφόρησε, γνώρισε πολλές εκδόσεις και μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες. Για τον ίδιο ήταν η στιγμή που η ζωή του άλλαξε.
«Από τη μια στιγμή στην άλλη έκπληκτος διαπίστωνα πως στα μάτια των “άλλων” και εμμέσως και στα δικά μου, είχα ήδη γίνει “κάποιος άλλος”», έλεγε αργότερα.
Ο Μάης του ’68
Το Παρίσι του ’68 υπήρξε βέβαια καθοριστικός σταθμός: ο Τσουκαλάς βρέθηκε στους δρόμους της φοιτητικής εξέγερσης του Μάη και έζησε από κοντά την πολιτική και πνευματική έκρηξη της εποχής. «Τα Πανεπιστήμια γέμιζαν ελπίδες για έναν άλλο κόσμο», θυμόταν. Κράτησε ανεξίτηλη αυτή την εμπειρία χωρίς όμως να τη μετατρέψει σε κενή νοσταλγία. Σε όλη τη μετέπειτα διαδρομή του προσπάθησε να συνδυάσει την πίστη στη δυνατότητα κοινωνικής αλλαγής με την επιστημονική ανάλυση των μηχανισμών που καθορίζουν τις κοινωνίες. «Ολη μου η ζωή ήταν μια προσπάθεια να γεφυρώσω δύο πράγματα: την ψύχραιμη, επιστημονική ανάλυση και τη βαθιά πίστη ότι οι κοινωνίες μπορούν να αλλάξουν προς το καλύτερο», βεβαίωνε. Πάντως αργότερα, μιλώντας για τον Μάη του ’68, παρατηρούσε με πικρή ειρωνεία ότι αν υπήρχε ένας χώρος που τελικά αξιοποίησε τα μαθήματα του Μάη, αυτός ήταν η ίδια η καπιταλιστική οργάνωση της παραγωγής: η φαντασία, ο αυθορμητισμός, η πρωτοβουλία, όλα όσα κάποτε αμφισβητούσαν το σύστημα έγιναν τελικά εργαλεία του.
Ο Νίκος Πουλαντζάς και ο Μακρής
Ενα από τα πιο σημαντικά πρόσωπα της ζωής του ήταν αναμφίβολα ο κοινωνιολόγος και στοχαστής Νίκος Πουλαντζάς. Οι δυο τους είχαν γνωριστεί από νεαρή ηλικία κι ανέπτυξαν στενή προσωπική και πνευματική σχέση. «Δεν ήταν απλώς φίλος μου, ήταν ο αδελφός μου. Μαζί του ανοίχτηκα όχι μόνο στην περιπέτεια της ζωής, των απολαύσεων, των αμφιβολιών, των άσκοπων περιπλανήσεων και των ατελείωτων ενδοσκοπήσεων αλλά και στις ιδέες, στην πολιτική συνείδηση και στράτευση και στη θεωρητική θεμελίωση των υπό διαμόρφωση εφηβικών μας πεποιθήσεων», είχε πει ο Τσουκαλάς στη Lifo.
Μοιράστηκαν την πολιτική τους διαμόρφωση, τις θεωρητικές αναζητήσεις κι αργότερα τη ζωή στο Παρίσι, ακόμα και τις πρώτες εμπειρίες της πανεπιστημιακής διδασκαλίας: ο Τσουκαλάς θυμόταν την αγωνία του όταν επρόκειτο να διδάξει για πρώτη φορά και τον Νίκο Πουλαντζά να τον παρακολουθεί κρυφά από το παραθυράκι της αίθουσας, εμψυχώνοντάς τον. Οι ζωές τους διασταυρωθήκαν στην Αθήνα, στο Παρίσι, αλλά και στην πολιτική και στη θεωρία. Ο Πουλαντζάς έγινε ένας από τους σημαντικότερους μαρξιστές θεωρητικούς της μεταπολεμικής Ευρώπης. Ο Τσουκαλάς, ένας από τους σημαντικότερους κοινωνιολόγους της. Οι δυο τους, μετά το 1974, αποτέλεσαν τους κύριους εκφραστές της φιλοΠΑΣΟΚικής τάσης στο ΚΚΕ Εσωτερικού.
Η σχέση τους διακόπηκε τραγικά το 1979, όταν ο Πουλαντζάς αυτοκτόνησε πηδώντας από τον 29ο όροφο του διαμερίσματος του Τσουκαλά στο Παρίσι, αφήνοντας μόνον ένα σημείωμα που έγραφε: «Είμαι αθώος».
Ο Τσουκαλάς είχε μιλήσει 46 χρόνια αργότερα για ό,τι χαρακτήριζε ως «το μεγαλύτερο πλήγμα» της ζωής του. «Ποτέ δεν πήρα απάντηση γιατί έδωσε τέλος στη ζωή του», σχεδόν μονολογούσε στη συνέντευξή του στον Πανταζόπουλο.
Στη θρυλική εκπομπή της ΕΡΤ «Μονόγραμμα», όταν υπήρξε ο ίδιος κεντρικό πρόσωπο τον Δεκέμβριο του 2016, είχε μιλήσει για τους καθηγητές που τον καθόρισαν, αναφέροντας εκτός από τον Σβορώνο και τον Γεώργιο Αλέξανδρο Μαγκάκη και για τους φίλους που τον σφράγισαν, αναφέροντας πρώτο τον Νίκο Πουλαντζά και ύστερα τον θρυλικό, αντιεξουσιαστή πολιτικό επιστήμονα, αντισυμβατικό διανοούμενο της μεταπολεμικής Αθήνας και μελετητή του ρεμπέτικου Γιώργο Μακρή (1923-1968) που τον εισήγαγε στα άδυτα του ρεμπέτικου και των πιο «ανορθόδοξων» ιδεών της εποχής και που από ένα παράδοξο παιχνίδι της ζωής αυτοκτόνησε επίσης πέφτοντας από την ταράτσα της πολυκατοικίας όπου έμενε στην Αθήνα.
Η επιστροφή στην Ελλάδα και η Μεταπολίτευση
Μετά την πτώση της δικτατορίας, παρότι θα μπορούσε να παραμείνει στη Γαλλία ως πανεπιστημιακός, επέστρεψε στην Ελλάδα γιατί… «νομίζω ότι ήθελα να μετάσχω κι εγώ στο μεγάλο πείραμα της Μεταπολίτευσης», όπως έλεγε. Δίδαξε αρχικά στη Θεσσαλονίκη και στη συνέχεια στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου εξελίχθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους καθηγητές Κοινωνιολογίας. Διετέλεσε επιστημονικός διευθυντής του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών, πρόεδρος της Ενωσης Ελλήνων Κοινωνιολόγων και της Ελληνικής Εταιρίας Πολιτικής Επιστήμης, πρόεδρος του Δ.Σ. του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού και του ΕΜΣΤ. Υπήρξε επίσης επισκέπτης καθηγητής σε Πανεπιστήμια των ΗΠΑ, της Γαλλίας και του Μεξικού.
Στο Πανεπιστήμιο παρέμεινε ενεργός ακόμα κι όταν έγινε ομότιμος, συνεχίζοντας τη διδασκαλία σε μεταπτυχιακό επίπεδο. «Η ασύγκριτη χαρά της ζωντανής διδασκαλίας που θέτει σε επερώτηση όλες τις κατεστημένες ιδέες είναι μια χαρά δημιουργίας και συνδημιουργίας», εξομολογούνταν.
Ιστορική φωτογραφία από τα παλιά γραφεία της «Εφ.Συν.» στην οδό Κολοκοτρώνη, το 2012, κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες για την έκδοση της εφημερίδας μας. Από αριστερά, καθιστός ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, σύμβουλος έκδοσης της «Εφ.Συν.», όρθιος ο άλλος εκλιπών Αριστείδης Μανωλάκος, ο πρώτος διευθυντής Νικόλας Βουλέλης, οι Γιώργος Αγγελής και Αντώνης Θωμάς από το ατελιέ και μπροστά ο νυν διευθυντής Σωτήρης Μανιάτης
Το έργο
Ο Τσουκαλάς άφησε σημαντικό έργο στην ελληνική κοινωνιολογία και κοινωνική θεωρία, ενώ παράλληλα είχε έντονη παρουσία στον δημόσιο διάλογο, θεωρώντας ότι η κοινωνική επιστήμη δεν μπορεί να αποκόπτεται από τα σύγχρονα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα. Η νεοελληνική κοινωνία έτσι όπως διαμορφωνόταν, μέσα στο ευρύτερο δυτικό πλαίσιο πλέον, δεν έπαψε να απασχολεί το πολυσχιδές του έργο. Γραμμένη μέσα στη δικτατορία, όπως προείπαμε, η «Ελληνική τραγωδία», τον έκανε ευρύτερα γνωστό, ενώ στη συνέχεια, με την «Εξάρτηση και αναπαραγωγή», τη θεμελιώδη μελέτη του για τον κοινωνικό ρόλο των εκπαιδευτικών μηχανισμών στην Ελλάδα από το 1830 έως το 1922, στράφηκε στη σχέση εκπαίδευσης και κοινωνικής διαστρωμάτωσης. Ακολούθησαν τα «Είδωλα πολιτισμού», οι «Περιπέτειες σημασιών», η «Εξουσία ως λαός και ως έθνος», το «Ταξίδι στον λόγο και την Ιστορία», το «Πόλεμος και ειρήνη», η «Επινόηση της ετερότητας» και δεκάδες άλλα βιβλία, συλλογές δοκιμίων και μελέτες. Στο πέρασμα των δεκαετιών το ενδιαφέρον του διευρύνθηκε από την κοινωνική κινητικότητα, το κράτος και την εκπαίδευση στις έννοιες της εξουσίας, του έθνους και της ταυτότητας, στην παγκοσμιοποίηση και στις νέες μορφές ανισότητας.
Η σχέση του με την Αριστερά
Η πολιτική του καταγωγή βρισκόταν πάντοτε κατά τον ίδιο στην ευρύτερη Αριστερά. Τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια κινήθηκε στον χώρο του ΚΚΕ εσωτερικού. Αργότερα, την περίοδο του Εκσυγχρονισμού, βρέθηκε στον ευρύ κύκλο του Κώστα Σημίτη (με τον οποίο ήταν φίλοι από παιδιά). Και πιο μετά, το 2015, ήταν επικεφαλής στο ψηφοδέλτιο επικρατείας του ΣΥΡΙΖΑ και εξελέγη βουλευτής. Για λίγο: «προσωπικά, δεν λειτούργησα ποτέ ως επαγγελματίας πολιτικός, γι’ αυτό απομακρύνθηκα», εξηγούσε, προσθέτοντας ότι τελικά κατέτασσε εαυτόν πρωτίστως στον χώρο της σκέψης και της κοινωνικής ανάλυσης. Και πραγματικά τα χρόνια που ήρθαν δεν δίστασε να φέρει την Αριστερά διεθνώς προ των δικών της ευθυνών.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξε μέχρι τέλους άτεγκτος απέναντι στον νεοφιλελευθερισμό ως κυρίαρχο δόγμα. «Ακούμε συνεχώς για ανάπτυξη, χωρίς να διερευνάται τι είναι το “καλό”. Μας ενδιαφέρει στις μέρες μας μόνο να μάθουμε τι είναι “πολύ”», έλεγε χαρακτηριστικά στην ομιλία του στην Ακαδημία Αθηνών, όπου επεσήμαινε μεταξύ πολλών άλλων τη μετάλλαξη από την «κυβέρνηση» στη «διακυβέρνηση», πράγμα που κατά τον ίδιο σήμαινε ότι η πολιτική εξουσία περιορίζει τις φιλοδοξίες της στη διαχείριση ενός συστήματος αντί στην αλλαγή του.
Προειδοποιούσε επίσης ενάντια στον άκρατο ατομικιστικό φιλελευθερισμό ο οποίος όπως έλεγε και στην τελευταία του συνέντευξη, που έμελλε να είναι στην «Εφ.Συν.» και στην Εύα Νικολαΐδου (24/1/26), «οδήγησε και σε μιαν άλλη ριζική μεταλλαγή. Τη θεαματική μετατόπιση της σχέσης ανάμεσα στην ελευθερία, την ισότητα και την αδελφοσύνη (…)».
Και εξηγούσε: «Η ισότητα και η αλληλεγγύη, δηλαδή η σχέση με τον πλησίον, υπόκεινται σε αποκλειστική λογοκρισία της βούλησης για ελευθερία (…) Ολα τα πράγματα υπάγονται πια στον ορθολογισμό της συμφεροντολογίας», καταλήγοντας πικρά να παρατηρήσει πως «ακόμα κι αν η ανθρωπότητα σωθεί από τον κατακλυσμό της περιβαλλοντικής κρίσης, δεν ξέρουμε ποια ανθρωπότητα θα είναι δυνατόν να επιζήσει».
Η προσωπική ζωή και ο θάνατος
Εκανε τρεις γάμους, απέκτησε δύο παιδιά από τον δεύτερο γάμο του αλλά τα πολλά (31) τελευταία χρόνια της ζωής του τα μοιράστηκε με την καθηγήτρια Ψυχολογίας και συγγραφέα δοκιμίων και μυθιστορημάτων Φωτεινή Τσαλίκογλου, την οποία χαρακτήριζε «πολύτιμο και αναντικατάστατο συνοδοιπόρο» του. Στο «Μονόγραμμα» περιέγραφε τη συνύπαρξη δυο διανοούμενων σ’ ένα σπίτι λέγοντας πώς «…στριμώχνονται, συγκρούονται, αντιπαρατίθενται και τελικά καταφέρνουν να συνυπάρχουν».
Ερωτας, συνύπαρξη και τελικά θάνατος; Μιλώντας στη Lifo για το τέλος της ζωής, δεν έκρυβε ότι τον φόβιζε. «Προφανώς και με τρομάζει το βιολογικό τέλος», έλεγε, ανακαλώντας μια φράση της μητέρας του: «Δεν φοβάμαι τον θάνατο, αλλά το θνήσκειν».
Και κατέληγε: «στη ζωή μου φρόντισα να τηρήσω το εξής ρητό, που κάθε τόσο χρειάζεται να θυμίζω στη Φωτεινή: “Μην ενθουσιάζεσαι – μην απελπίζεσαι”».
«Αποχαιρετισμοί»
Τον Κωνσταντίνο Τσουκαλά αποχαιρέτησαν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, πολιτειακοί, πολιτικοί και πνευματικοί φορείς και προσωπικότητες (αλλά όχι ο πρωθυπουργός που, φαίνεται, ξεχνώντας τον θεσμικό του ρόλο αποχαιρετά μόνον τους στοχαστές που οι ιδέες τους συνάδουν με την πολιτική του), με την Ακαδημία Αθηνών να ανακοινώνει ότι η σημαία του μεγάρου της θα κυματίζει μεσίστια επί τρεις ημέρες. Η πολιτική κηδεία του γίνεται σήμερα στη Ριτσώνα.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...