Η κυβέρνηση εξακολουθεί να πανηγυρίζει για μια ακόμη «χρυσή» τουριστική χρονιά, αποφεύγοντας ωστόσο να απαντήσει στο βασικό ερώτημα: ποιοι πραγματικά κερδίζουν από την αυξημένη τουριστική κίνηση και ποιοι καλούνται απλώς να πληρώσουν το κόστος της; Την ώρα που η υπουργός Τουρισμού, Όλγα Κεφαλογιάννη, προβάλλει από το Λονδίνο μια εικόνα διαρκούς επιτυχίας, η πραγματικότητα στους εποχικούς προορισμούς φαίνεται να διαψεύδει το κυβερνητικό αφήγημα.
Ο τομεάρχης Τουρισμού της ΕΛΑΣ, Γιώργος Κωνσταντινίδης, θέτει σοβαρά ζητήματα για την πορεία του ελληνικού τουρισμού, επισημαίνοντας ότι για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά η τουριστική δραστηριότητα περιορίζεται ολοένα και περισσότερο στους μήνες αιχμής. Οι μήνες πριν από τον Ιούνιο και μετά τον Σεπτέμβριο εμφανίζουν σημαντική υποχώρηση, με αποτέλεσμα ο τουρισμός να εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από ένα τετράμηνο. Πρόκειται για μια εικόνα που δύσκολα συμβιβάζεται με τις κυβερνητικές διακηρύξεις περί επιμήκυνσης της τουριστικής περιόδου. Ο πολυδιαφημισμένος δωδεκάμηνος τουρισμός παραμένει, για πολλές περιοχές, περισσότερο σύνθημα παρά πραγματικότητα.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η ανάγνωση των οικονομικών στοιχείων. Παρά την αύξηση κατά 9,4% των ταξιδιωτικών εισπράξεων στο οκτάμηνο του 2026, η μέση δαπάνη ανά ταξίδι παρέμεινε ουσιαστικά στάσιμη, ενώ τον Αύγουστο σημείωσε πτώση 6,5%. Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση εμφανίζει τους συνολικούς αριθμούς ως απόδειξη θριάμβου, χωρίς να εξηγεί τι πραγματικά μένει στην αγορά και στην τοπική οικονομία. Γιατί η αύξηση των αφίξεων και των εισπράξεων δεν σημαίνει αυτομάτως μεγαλύτερη κερδοφορία για τις μικρές επιχειρήσεις, ούτε καλύτερες συνθήκες για όσους εργάζονται στον κλάδο.
Πίσω από τις πανηγυρικές ανακοινώσεις εξακολουθούν να υπάρχουν επιχειρηματίες που παλεύουν με αυξημένα λειτουργικά έξοδα, εργαζόμενοι που αντιμετωπίζουν χαμηλές αποδοχές και αδυναμία εξεύρεσης αξιοπρεπούς κατοικίας, αλλά και τοπικές κοινωνίες που σηκώνουν δυσανάλογα μεγάλο βάρος από την τουριστική υπερσυγκέντρωση. Την ίδια στιγμή, παραμένει αναπάντητο πόσο από τον πλούτο που παράγεται επιστρέφει στις περιοχές που τον δημιουργούν. Οι ελλείψεις σε νερό, απορρίμματα και μεταφορές δεν αντιμετωπίζονται με επικοινωνιακές καμπάνιες ούτε με πανηγυρισμούς για νέα ρεκόρ.
Εξίσου προβληματική είναι η προσπάθεια να παρουσιαστεί η αυξημένη κίνηση στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη ως απόδειξη ότι η χώρα έχει κατακτήσει τον δωδεκάμηνο τουρισμό. Δύο μεγάλα αστικά κέντρα δεν μπορούν να αποτελούν άλλοθι για την απουσία ουσιαστικής τουριστικής ανάπτυξης στις υπόλοιπες περιοχές. Το υπουργείο οφείλει να δημοσιοποιήσει συγκεκριμένα στοιχεία ανά περιφέρεια, να αποκαλύψει πόσες επιχειρήσεις παραμένουν πραγματικά ενεργές κατά τη χειμερινή περίοδο, πόσες θέσεις εργασίας διατηρούνται και ποιες υποδομές εξασφαλίζουν τη λειτουργία των προορισμών εκτός υψηλής σεζόν.
Όσο για τις κυβερνητικές αναφορές περί «μέτρου» και «ισορροπίας», η πραγματικότητα απαιτεί κάτι πολύ περισσότερο από εύηχες διατυπώσεις. Απαιτεί δεσμεύσεις, συγκεκριμένα κονδύλια, σαφή χρονοδιαγράμματα και διαφανή αξιολόγηση. Διαφορετικά, πρόκειται για ακόμη ένα επικοινωνιακό περιτύλιγμα που επιστρατεύεται κάθε φορά που η κυβέρνηση χρειάζεται να παρουσιάσει ως επιτυχία μια σειρά από αριθμούς, χωρίς να εξετάζει τις πραγματικές συνέπειες στην κοινωνία και την οικονομία.
Η Όλγα Κεφαλογιάννη δεν μπορεί να περιορίζεται σε δηλώσεις αυτοεπιβεβαίωσης και φωτογραφίες από διεθνείς εκθέσεις. Οφείλει να παρουσιάσει έναν ουσιαστικό απολογισμό, με στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η τουριστική ανάπτυξη δεν εξαντλείται στην αύξηση των αφίξεων και στα ρεκόρ των εισπράξεων. Γιατί, εάν τα οφέλη συγκεντρώνονται σε λίγους, οι μικρομεσαίοι ασφυκτιούν, οι εργαζόμενοι δυσκολεύονται να επιβιώσουν και οι τοπικές κοινωνίες επιβαρύνονται χωρίς ανταποδοτικά έργα, τότε η πολυδιαφημισμένη τουριστική επιτυχία έχει πολύ περισσότερους χαμένους από όσους η κυβέρνηση θέλει να παραδεχθεί.
Οι άνθρωποι του τουρισμού δεν χρειάζονται άλλους κυβερνητικούς πανηγυρισμούς. Χρειάζονται απαντήσεις, ουσιαστική στήριξη και πολιτικές που να αποδίδουν στην πράξη. Η κυβέρνηση δεν δικαιούται να καρπώνεται επικοινωνιακά τον κόπο χιλιάδων επαγγελματιών και εργαζομένων, την ώρα που αποφεύγει να αναλάβει την ευθύνη για τις χρόνιες αδυναμίες του κλάδου.
Διαβάστε περισσότερα
