Τελευταία νέα
Πιερρακάκης: Μέσα στον Οκτώβριο θα ψηφιστούν οι 120 δόσεις και το πλαίσιο για τους servicers, θα εφαρμοστούν άμεσα Φλωρίδης για Τέμπη: Ζητά ο Τσίπρας να παραιτηθώ και όχι να ζητήσουν συγγνώμη οι συνωμότες Κ. Μπακογιάννης για την αλαζονεία υπουργών: «Ο κόσμος το έχει τούμπανο κι εμείς κρυφό καμάρι» Κάτι κουρασμένα παλικάρια Η… ανεξαρτησία της Κύπρου Ποδόσφαιρο διαμαρτυρίας… ΠΑΣΟΚ: Με δύο τροπολογίες και μία πρόταση νόμου η «απάντηση» στη Βουλή Φλωρίδης για παραπομπή Τριαντόπουλου: Το βούλευμα δεν λέει ποια στοιχεία χάθηκαν – Επιμένω στο «είναι για τα μπάζα» Μητσοτάκης: Βάζει στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θέμα κοινής γραμμής αντιμετώπισης της ενεργειακής κρίσης-Τα σενάρια Press Point: Φλωρίδη, κάνε του μήνυση, σε είπε κάθαρμα και θρασίμι Μάρτυρες της ιστορίας, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας ΗΠΑ: Συναγερμός στις για την ιλαρά – Πέμπτος νεκρός στην Πενσιλβάνια, ρεκόρ κρουσμάτων 35ετίας
Efsyn.gr

Μάρτυρες της ιστορίας, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας

«Η μεγάλη αντοχή του χρόνου κι εκείνη, η διόλου μικρότερη, του χρήματος, η οποία, αν εξαιρέσουμε τον άνθρωπο, είναι το σταθερότερο από όλα τα μέτρα, ακόμα και αν μεταβάλλεται όπως οι εποχές. Είναι γνωστό ότι ο άνθρωπος αγοράστηκε και πουλήθηκε με κάθε ευκαιρία.»
Στη μαρτυρική περιοχή του Αλεντέζο, έναν τραχύ και άνυδρο τόπο, τόπο σιωπηλό δυνάστη, που εκμεταλλεύεται τον μόχθο των αγροτών, έζησαν «Αυτοί που σηκώθηκαν απ’ τη γη», οι πρόγονοι του Ζοζέ Σαραμάγκου. Ο Πορτογάλος νομπελίστας εγκαταστάθηκε εκεί το 1976, για περίπου δύο μήνες, στο χωριό Λάβρε, προκειμένου να ζήσει με τους ντόπιους αγρότες και να συλλέξει τις προφορικές μαρτυρίες που χρησιμοποίησε για να γράψει το βιβλίο. Εκδόθηκε αρχικά το 1980 και κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Καστανιώτη, σε μετάφραση της Μαρίας Παπαδήμα.
Στις αρχές του 20ού αιώνα, στα τεράστια λατιφούντια του Αλεντέζο, το έδαφος αποτελεί αρχικά σύμβολο υποταγής και βουβής οδύνης και είναι απόλυτα συνδεδεμένο με την ιστορία της οικογένειας Μάου-Τέμπο που τα ίχνη της «ακολουθεί» ο Σαραμάγκου. Το Αλεντέζο είναι ιστορικά η μοναδική επαρχία της Πορτογαλίας που χαρακτηριζόταν από τα «λατιφούντια» -δηλαδή τα απέραντα αγροκτήματα σιταριού που ανήκαν σε λίγους ολιγάρχες- όπου οι εργάτες δούλευαν κάτω από συνθήκες εξαθλίωσης. Αυτό το κοινωνικοοικονομικό σύστημα αποτελεί τον πυρήνα της ιστορίας. Ωστόσο, η γη μεταμορφώνεται σταδιακά σε λίκνο της ταξικής αφύπνισης, πάνω στην οποία οι ήρωες διεκδικούν την αξιοπρέπεια και την ελευθερία τους.
Πρόκειται για μια πολυγενεακή σάγκα των Μάου-Τέμπο -το όνομα σημαίνει «Κακοκαιρία», συμβολίζοντας τις αντιξοότητες- σε βάθος σχεδόν ενός αιώνα, που αποτυπώνει τη σκληρή ζωή της αγροτιάς στην Πορτογαλία του 20ού αιώνα. Η πρώτη γενιά, με επικεφαλής τον Ντομίνγκος, υπομένει τη μοίρα της με τη βοήθεια του αλκοόλ, βυθισμένη στην υποταγή και τον αναλφαβητισμό. Η δεύτερη γενιά, μέσω του γιου του, του Ζοάο Μάου-Τέμπο, βιώνει την πολιτική αφύπνιση. Ο Ζοάο οργανώνει τους εργάτες, ασπάζεται τον κομμουνισμό και έρχεται αντιμέτωπος με τα άγρια βασανιστήρια της μυστικής αστυνομίας. Η τρίτη γενιά, με τον εγγονό Αντόνιο, ενσαρκώνει το μέλλον και τη λύτρωση, καθώς ζει για να δει τους καρπούς αυτών των αγώνων.
Σε αυτό το σκηνικό, ο Σαραμάγκου εισάγει στοιχεία γήινου μαγικού ρεαλισμού. Οι νεκροί δεν φεύγουν ποτέ, αλλά παραμένουν στις άκρες των χωραφιών ως μάρτυρες της ιστορίας, ενώ ακόμη και τα ζώα, όπως ο πιστός σκύλος Κονστάντε, αποκτούν συνείδηση και μοιράζονται τον ανθρώπινο πόνο.
Μέσα στο φόντο μεγάλων πολιτικών αλλαγών, από την πτώση της μοναρχίας και την πρώτη δημοκρατία μέχρι τη φασιστική δικτατορία του Σαλαζάρ, περιγράφεται, πότε με χιούμορ και πότε με σκληρότητα, η ζωή των ανθρώπων. Για γενιές ολόκληρες, οι κακουχίες στα χωράφια παραμένουν οι ίδιες, μέχρι που η Επανάσταση των Γαριφάλων το 1974 ανατρέπει το καθεστώς και φέρνει την πολυπόθητη κοινωνική δικαιοσύνη. Αντλώντας έμπνευση από τις δικές του οικογενειακές ρίζες, ο μεγάλος Πορτογάλος συγγραφέας, υπογράφει ένα βαθύτατα προσωπικό έργο, περιγράφοντας με μοναδική λεπτομέρεια τη φτώχεια και την αφύπνιση των καταπιεσμένων στρωμάτων της βάσης.
Ο ίδιος, μάλιστα, είχε δηλώσει επανειλημμένα ότι σε αυτό το μυθιστόρημα γεννήθηκε ο τρόπος γραφής του. Κατά τη διάρκεια της συγγραφής ένιωσε την ανάγκη να μεταφέρει στο χαρτί τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι του Αλεντέζο του διηγούνταν τις ιστορίες τους: προφορικά, χωρίς παύσεις, σαν ένας συνεχής χείμαρρος λόγου. Ετσι προέκυψε σταδιακά η κατάργηση των παραδοσιακών σημείων στίξης και των κεφαλαίων γραμμάτων στους διαλόγους.
Το μυθιστόρημα αυτό πρωτοεκδόθηκε όταν ο Σαραμάγκου διένυε το 58ο έτος της ηλικίας του. Μπορεί να μη διαθέτει την πολυεπίπεδη πολυπλοκότητα των μετέπειτα βιβλίων του, ενώ και το ύφος του παραμένει αρκετά κλασικό, διατηρώντας ακόμα τελείες και τις παραγραφικές διαιρέσεις. Ωστόσο, η συγγραφική του ταυτότητα είναι ήδη έκδηλη, φανερώνει μια ώριμη, χαμηλόφωνη και βαθιά επικοινωνιακή γλώσσα, γεμάτη ειρωνικό πνεύμα και τρυφερότητα. Ο λόγος του ρέει ορμητικός, ελίσσεται και αυτοαναφορικά διαπλέκεται, παρεκκλίνει αλλά δεν χάνεται ποτέ, θυμίζοντας ένα μεγάλο ποτάμι που διασχίζει τη στεριά της γης του Αλεντέζο με αμείωτη δύναμη.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...