Η υψίφωνος Μαρία Κωστράκη, από εχθές το βράδυ που δόθηκε η πρεμιέρα του «Ορφέα» του Μοντεβέρντι στην Εθνική Λυρική Σκηνή, έχει την τύχη να βιώνει κάτι μοναδικό. Να αποτελεί, όπως η ίδια εξηγεί στην «Εφ.Συν.», μέρος ενός διαρκώς μεταβαλλόμενου σκηνικού σύμπαντος και να μην είναι απλώς μια ερμηνεύτρια που συμμετέχει σε μια παράσταση. Πώς θα μπορούσε να συμβαίνει κι αλλιώς; Οταν στη σκηνοθεσία βρίσκεται ο σπουδαίος εικαστικός αλλά και πολύπλευρος καλλιτέχνης Ουίλιαμ Κέντριτζ, η ιδιαίτερη τεχνική του καταλαμβάνει όλη τη σκηνή και ορίζει παράλληλα και την ίδια τη δραματουργία της παράστασης: τα χαρακτηριστικά του σχέδια γεννιούνται μπροστά στον θεατή, τροποποιούνται, σβήνονται και μετασχηματίζονται σε νέες εικόνες. Μέσα σε αυτό το εν εξελίξει συνολικό έργο τέχνης η ίδια ερμηνεύει τον ρόλο της Ευρυδίκης, αλλά και της Μουσικής και της Ηχούς. Λίγες ημέρες νωρίτερα, στις 15 Οκτωβρίου είχε την ευκαιρία να συμμετάσχει στην ιστορική πρώτη συναυλία της Εθνικής Λυρικής Σκηνής (ΕΛΣ) στη Νέα Υόρκη με τίτλο «Νίκος Καζαντζάκης: Μια Οδύσσεια στη Μουσική». Ακόμα μια εμπειρία που θα της μείνει αξέχαστη, όπως μας εξομολογείται.
Κυρία Κωστράκη, πόσο ιδιαίτερο είναι για μια λυρική τραγουδίστρια να συμμετέχει σε μια παράσταση που φέρει την υπογραφή του σπουδαίου Ουίλιαμ Κέντριτζ;
Ο Ουίλιαμ Κέντριτζ είναι ένας εικαστικός με έντονο προσωπικό αποτύπωμα. Οι δουλειές του έχουν έντονο πολυμεσικό και διακαλλιτεχνικό στίγμα. Ο ίδιος, δε, δουλεύει με τέτοιο τρόπο, ώστε στο τέλος δεν νιώθεις ένας καλλιτέχνης που ερμηνεύει, αλλά ως ένα συστατικό στοιχείο ενός συνολικού έργου τέχνης και αυτό είναι πολύ ιδιαίτερο. Εχω την αίσθηση πως ως θεατής θα μπορούσα για ώρα να κάθομαι μπροστά στο σκηνικό του, όπως κάθεται κανείς μπροστά σε ένα έργο στην πινακοθήκη, και να παρατηρώ είτε τη συνολική αίσθηση που σου δίνει αυτό είτε μεμονωμένα κάθε σημείο της σκηνής την ώρα της δράσης που κάτι ξεχωριστό έχει να σου πει. Αυτό συμβαίνει επειδή οι εικόνες του δεν αφηγούνται απλώς μια ιστορία, αλλά δημιουργούν συνειρμούς σε πολλαπλά επίπεδα ανάγνωσης. Χρησιμοποιεί πληθώρα μέσων, όπως το σχέδιο, το κολάζ, τα γραφικά, η ποίηση, η κίνηση, πέραν της μουσικής που προϋπάρχει και δημιουργεί το δικό του εξπρεσιονιστικό σύμπαν. Λειτουργεί όλο σαν ένα καλοκουρδισμένο ρολόι, σαν μια ατελείωτη χορογραφία, είναι πραγματικά εντυπωσιακό!
Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση που συναντήσατε πλησιάζοντας τον ρόλο της Ευρυδίκης, αλλά και εκείνους της Μουσικής και της Ηχούς μέσα σε αυτό το πλαίσιο;
Μου αρέσει ιδιαίτερα σ’ αυτή την παραγωγή η σύζευξη της Ευρυδίκης με τη Μουσική. Είναι κάτι που συνηθίζεται σε αυτό το έργο του Μοντεβέρντι. Στη δική μας εκδοχή η πρωτοτυπία έγκειται στο ότι είναι παρούσες και οι δύο ταυτόχρονα επί σκηνής. Είναι ένα στοιχείο που προωθεί σκηνοθετικά την ιδέα του Κέντριτζ, αλλά ένα στοιχείο που από μόνο του δείχνει κάτι βαθύτερο. Τίθενται τα εξής ερωτήματα: Η μεγάλη αγάπη του Ορφέα είναι η Ευρυδίκη ή η Μουσική; Ή και οι δύο; Η Ευρυδίκη υπάρχει μέσω της Μουσικής ή η Μουσική παίρνει σάρκα και οστά μέσω της Ευρυδίκης; Και η απάντηση είναι «Ναι», γιατί ο Ορφέας είναι δεινός τραγουδιστής και στα μάτια της Ευρυδίκης βλέπει τη Μουσική. Με βάση τη δικιά μας ανάγνωση όλα γίνονται από τη Μουσική, η οποία φανερώνεται στα μάτια του Ορφέα ως Ευρυδίκη.
«Ο ρόλος κάθε θεάτρου ή φεστιβάλ είναι να υποστηρίξει ένα καλλιτεχνικό εγχείρημα στο οποίο έχει ήδη πιστέψει και που έχει επιλέξει να εντάξει στον προγραμματισμό του, χτίζοντας μια σχέση εμπιστοσύνης»
Το δικό σας ταξίδι στη μουσική πώς ξεκίνησε και πού ονειρεύεστε να σας φτάσει στο μέλλον;
Το δικό μου μουσικό ταξίδι ξεκινά από τότε που ήμουν παιδί στη Θεσσαλονίκη τη δεκαετία του 1990. Είχα την ευλογία να την γνωρίσω μέσα από τον χαρισματικό Βασίλειο Παπακωνσταντίνου, διευθυντή της τότε παιδικής χορωδίας Αγίας Τριάδος Θεσσαλονίκης. Στη συνέχεια σπούδασα στη Γερμανία και στην Ιταλία. Εκεί είχα τη μεγάλη τύχη να δουλέψω με άτομα που με έπλασαν ως καλλιτέχνη και τραγουδίστρια. Η μία συνεργασία έφερε την επόμενη, ο ένας συνθέτης τον άλλον και ο κάθε ρόλος με προετοίμαζε για τον επόμενο. Προσπαθούσα πάντα να διατηρώ την ευελιξία της φωνής μου, κάτι που με έχει βοηθήσει να αντεπεξέρχομαι σε ρεπερτόριο όπως αυτό του Χατζιδάκι. Το μυστικό για μένα είναι να μπορείς να αφουγκραστείς τη φωνή σου, να τη σέβεσαι και να της δίνεις αυτό που ζητά. Είναι πολύ σημαντικό τόσο στις πιο ελαφριές της εκφάνσεις, όπως τώρα στον «Ορφέα» του Μοντεβέρντι, όσο και σε πιο γεμάτες εκδοχές όπως η Δυσδαιμόνα στον «Οθέλλο» του Βέρντι που μελετώ παράλληλα αυτό τον καιρό. Μου αρέσει να παίζω με τα «χρώματα». Ταυτόχρονα διαθέτω και το πλεονέκτημα του ελληνικού ταμπεραμέντου που μου δίνει μια εκφραστική δραματικότητα. Ενα στοιχείο με το οποίο στο εξωτερικό έχω καταφέρει να «τους ξεγελάσω», όπως λέω χαρακτηριστικά, και να έχω δεχτεί πρόταση ακόμα και για «Τόσκα» και «Τροβατόρε». Είναι ρόλοι που θα ήθελα τόσο πολύ να ερμηνεύσω, αλλά, σεβόμενη το όργανό μου, δηλαδή τη φωνή μου, είχα τη σύνεση να αρνηθώ.
Εχετε εργαστεί για μεγάλα θέατρα και φεστιβάλ του εξωτερικού. Ποια η διαφορά με το να εργάζεστε στην ΕΛΣ;
Η διαφορά βρίσκεται στην ιδιοσυγκρασία κάθε χώρας και κάθε καλλιτεχνικό οργανισμό. Κάθε θέατρο έχει τη δική του ταυτότητα, τη δική του καλλιτεχνική φιλοσοφία και τον δικό του τρόπο να προσεγγίζει το λυρικό ρεπερτόριο. Η διεθνής εμπειρία προσφέρει τη δυνατότητα να γνωρίσεις διαφορετικές αισθητικές, μεθόδους εργασίας και καλλιτεχνικές νοοτροπίες, διευρύνοντας διαρκώς την αντίληψή σου για το ίδιο το αντικείμενο. Από εκεί και πέρα υπάρχουν συνεργασίες με μεγαλύτερη και μικρότερη συμβατότητα. Κάθε καλλιτεχνική παραγωγή λειτουργεί ως αυτόνομη δημιουργική διαδρομή που έχει το δικό της όραμα και εξέλιξη. Ο ρόλος κάθε θεάτρου ή φεστιβάλ είναι να υποστηρίξει ένα καλλιτεχνικό εγχείρημα στο οποίο έχει ήδη πιστέψει και το οποίο έχει επιλέξει να εντάξει στον προγραμματισμό του, χτίζοντας μια σχέση εμπιστοσύνης. Πρόκειται για μια οικουμενική αρχή που υπερβαίνει τις εθνικές ιδιαιτερότητες. Οσον αφορά την ΕΛΣ, και η παρούσα αλλά και κάθε συνεργασία μου με αυτήν έχει για μένα ιδιαίτερη σημασία. Η καλλιτεχνική δημιουργία συνδέεται άμεσα με τη γλώσσα, τον πολιτισμό και εν τέλει τον τόπο μας. Υπάρχει κάτι πολύ ουσιαστικό στο να ερμηνεύεις ένα έργο και να μπορείς να επικοινωνείς με το κοινό μέσα από έναν κοινό πολιτισμικό κώδικα. Πιστεύω ότι αυτό που κάνει μια συνεργασία ξεχωριστή δεν είναι μόνο το μέγεθος ή η φήμη ενός θεάτρου, αλλά και η ποιότητα της καλλιτεχνικής συνάντησης, η κοινή αναζήτηση και τελικά το αποτύπωμα που αφήνει τόσο στον καλλιτέχνη όσο και στον ακροατή.
Η υποδοχή του κοινού στη Νέα Υόρκη ήταν συγκινητική
Εχετε μόλις επιστρέψει από την ιστορική πρώτη εμφάνιση της ΕΛΣ στη Νέα Υόρκη. Τι θα μπορούσατε να μας μεταφέρετε τόσο από το κλίμα στην αίθουσα όσο και από την εμπειρία σας από σκηνής;
Η εμφάνιση της Εθνικής Λυρικής Σκηνής στην ιστορική σκηνή του «Carnegie Hall» της Νέας Υόρκης ήταν μια εμπειρία με ιδιαίτερο συμβολισμό για όλους μας. Κι αυτό γιατί, εκτός συνόρων, δεν εκπροσωπείς πλέον μόνο τον εαυτό σου, αλλά λειτουργείς πολυεπίπεδα σαν μέλος ενός φορέα, με απώτερους στόχους την ανάδειξη του έργου του Νίκου Καζαντζάκη, της ελληνικής μουσικής κληρονομιάς του παρελθόντος και του σήμερα, της Ελλάδας γενικότερα και φυσικά την παρουσίαση της ίδιας της Εθνικής Λυρικής Σκηνής τονίζοντας την ιστορία της, την άνθηση και την εξωστρέφειά της. Ολο αυτό φέρει μεγάλη τιμή και ανάλογη ευθύνη. Οι συνθήκες συνεργασίας στο θέατρο ήταν ιδανικές και η εντυπωσιακή κεντρική αίθουσα αποτελούσε από μόνη της έμπνευση. Το κοινό μάς υποδέχτηκε θερμότατα και στους τραγουδιστικούς κύκλους αντιλαμβανόσουν έντονα τόσο τη νοσταλγία και αγάπη των Ελλήνων της ομογένειας, όσο και τον θαυμασμό του αμερικανικού κοινού που έμεινε εντυπωσιασμένο.
«Προσπαθούσα πάντα να διατηρώ την ευελιξία της φωνής μου, κάτι που με έχει βοηθήσει να αντεπεξέρχομαι σε ρεπερτόριο όπως αυτό του Χατζιδάκι»
Νομίζω πως όσο υπέροχο ήταν να παρουσιάζεται η πασίγνωστη «Zorbas Suite» του Μίκη Θεοδωρακη, άλλο τόσο ήταν να μυείς όλο αυτόν το κόσμο και σε άλλα μονοπάτια της ελληνικής μουσικής, δημιουργώντας έναν πολύχρωμο καμβά ελληνικότητας. Το κάδρο συμπεριλάμβανε κομμάτια με θεματική την Κρήτη του Δημήτρη Μητρόπουλου –γνωστότερος κυρίως ως μαέστρος στο νεοϋορκέζικο κοινό–, του Νίκου Σκαλκώτα, του Γιώργου Κουμεντάκη και του Μάνου Χατζιδάκι. Προσωπικά λατρεύω τον κύκλο του «Καπετάν Μιχάλη» που μου ανατέθηκε να ερμηνεύσω μαζί με το Μουσικό Σύνολο Μάνος Χατζιδάκις υπό τη διεύθυνση Βασίλη Χριστόπουλου και δουλέψαμε με μεγάλη αφοσίωση για το επιθυμητό αποτέλεσμα. Η στιγμή της εκτέλεσης είχε κάτι το μαγικό και η αποδοχή του κοινού ήταν πραγματικά πολύ συγκινητική. Φυσικά δεν θα μπορούσα να μην έχω στον νου πως στη Νέα Υόρκη πρωτογνωρίστηκαν Μάνος Χατζιδάκις και Φλέρυ Νταντωνάκη.
info: «Ορφέας» του Κλάουντιο Μοντεβέρντι – Συμπαραγωγή με το Φεστιβάλ Γκλάιντμπορν και τη Μητροπολιτική Οπερα της Νέας Υόρκης 1, 4, 6, 8, 10, 12, 14 Νοεμβρίου 2026, αίθουσα «Σταύρος Νιάρχος» Εθνικής Λυρικής Σκηνής – ΚΠΙΣΝ.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
