Το μήνυμα ότι οι διεθνείς εξελίξεις δεν θα πλήξουν καθοριστικά τον ελληνικό τουρισμό επιχείρησε να εκπέμψει το απόγευμα της Δευτέρας ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, μιλώντας στη γενική συνέλευση του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΣΕΤΕ), και αναφέροντας ότι η τουριστική βιομηχανία της χώρας έχει αποδείξει πως μπορεί να αντέχει ακόμη και στις πιο δύσκολες κρίσεις.
Τόνισε, αναφερόμενος στις πιθανές επιπτώσεις του πολέμου στις διεθνείς αφίξεις ότι, εφόσον η σύγκρουση παραταθεί, οι συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία θα είναι «εξαιρετικά αρνητικές», ωστόσο ξεκαθάρισε πως μέχρι στιγμής δεν διαφαίνεται κάποια «μεγάλη συστημική κρίση» για τον ελληνικό τουρισμό.
Υπογράμμισε: «Οι πρώτοι δύο μήνες ήταν εξαιρετικοί για τη χώρα. Προφανώς υπάρχει τώρα ένα κράτημα, αλλά δεν νομίζω ότι αντιμετωπίζουμε κάποια μεγάλη συστημική κρίση ως προς την απόδοση του τουρισμού αυτή τη χρονιά». Εκτιμώντας παράλληλα ότι, αν επιβεβαιωθεί το θετικό σενάριο αποκλιμάκωσης, η Ελλάδα μπορεί να δει νέο κύμα κρατήσεων της τελευταίας στιγμής από τις παραδοσιακές αγορές της.
Επισήμανε ότι η χώρα έχει ήδη δοκιμαστεί σε πολύ δυσκολότερες συνθήκες, θυμίζοντας τη διαχείριση της πανδημίας. «Με τη συνεργασία της πολιτείας και του ΣΕΤΕ αποδείξαμε ότι μπορούμε να ξεπεράσουμε πολύ μεγάλες αντιξοότητες», είπε, αποδίδοντας στις τότε αποφάσεις τα θεμέλια της σημερινής δυναμικής του ελληνικού τουρισμού.
Όσον αφορά την ανθεκτικότητα και την προσαρμοστικότητα του κλάδου, σημείωσε ότι «δεν είναι εύκολο κάθε χρόνο να πηγαίνουμε από ρεκόρ σε ρεκόρ». Όπως τόνισε, το ζητούμενο σε μια περίοδο διεθνούς αβεβαιότητας δεν είναι μόνο το απόλυτο μέγεθος των αφίξεων, αλλά η θέση της Ελλάδας απέναντι στον ανταγωνισμό.
Και επέμεινε «αν η πίτα μικρύνει, να είμαστε η χώρα που θα επηρεαστεί λιγότερο», επισημαίνοντας ότι οι ανακατατάξεις στην ευρύτερη περιοχή μπορεί να δημιουργήσουν και νέες ευκαιρίες για τον ελληνικό τουρισμό.
«Ισορροπία οικονομικής και περιβαλλοντικής βιωσιμότητας»
Παρουσίασε το κυβερνητικό σχέδιο για τη βιώσιμη ανάπτυξη του τουρισμού, επιμένοντας στην ανάγκη ισορροπίας ανάμεσα στην οικονομική και την περιβαλλοντική βιωσιμότητα. Προανήγγειλε την ολοκλήρωση του ειδικού χωροταξικού πλαισίου για τον τουρισμό, ενώ παραδέχθηκε ότι υπάρχουν προορισμοί όπου «πρέπει να πατήσουμε φρένο» και άλλοι όπου «πρέπει να πατήσουμε γκάζι».
Ανέδειξε τη σημασία των υποδομών, φέρνοντας ως παράδειγμα τον οδικό άξονα Ε65, ο οποίος —όπως είπε— ανοίγει νέες προοπτικές για τουριστικά αναξιοποίητες περιοχές της χώρας.
Επανέλαβε ότι η κυβέρνηση θα συνεχίσει να στηρίζει τόσο την επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου όσο και τα προγράμματα κοινωνικού τουρισμού, υπογραμμίζοντας ότι η ανάπτυξη δεν μπορεί να γίνεται εις βάρος της βιωσιμότητας των προορισμών. «Δεν μπορούμε, χάριν ενός συγκυριακού οφέλους, να πριονίζουμε το κλαδί πάνω στο οποίο καθόμαστε», σημείωσε με νόημα.
Χαρακτηριστικά ανέφερε: «Όποια δυσκολία κι αν μας έρθει, έχουμε αποδείξει ότι έχουμε τη δυνατότητα να την ξεπερνούμε και να θέτουμε τους στόχους για τον ελληνικό τουρισμό πολύ ψηλά, αρκεί να μην επαναπαυτούμε στις δάφνες μας και να εξακολουθούμε να δουλεύουμε σκληρά».
Όσον αφορά την πορεία του τουρισμού στην επόμενη περίοδο και την στρατηγική προσέλκυσης επενδύσεων, ο ίδιος ανέφερε ότι τον πρώτο λόγο στο συγκεκριμένο θέμα το έχει η ίδια η αγορά, σε μία συγκυρία όπου υπάρχει η τάση για περισσότερα ταξίδια και περισσότερες εμπειρίες. Ο κ. Μητσοτάκης αναφέρθηκε και στο «άνοιγμα» των νέων, πιο μακρινών αγορών, καταρχάς την Αμερική όπου ήδη οι πτήσεις έχουν αυξηθεί το τελευταίο διάστημα με επόμενο στοίχημα την Ινδία. Ο ίδιος το συνέδεσε και με τη μεγάλη επένδυση που υλοποιείται αυτή την στιγμή στο μεγαλύτερο αεροδρόμιο της χώρας: «Στο Ελ. Βενιζέλος η επέκταση είναι η μεγαλύτερη ιδιωτική επένδυση που γίνεται αυτή την στιγμή στη χώρα και η Αθήνα έχει τη δυνατότητα να γίνει ένας αεροπορικός κόμβος πολύ περισσότερο με τις γεωπολιτικές προκλήσεις που σημειώνονται».
Για τις συνθήκες εργασίας στον κλάδο
Μιλώντας για το ζήτημα των εργαζομένων στον τουρισμό και τις συνθήκες απασχόλησης στον κλάδο, ο κ. Μητσοτάκης επεσήμανε ότι δεν είναι δυνατό να μη δημιουργούνται υποδομές για τους εργαζόμενους ειδικά στις περιοχές που δέχονται πίεση και αυτό μπορεί να έχει και ένα στοιχείο υποχρεωτικότητας. Επιπλέον ο ίδιος τόνισε και τη μεγάλη σημασία της τουριστικής εκπαίδευσης.
Όσον αφορά την τουριστική εικόνα της χώρας στο εξωτερικό ευρύτερα και το όραμα της επόμενης δεκαετίας είπε: «Πιστεύω στη δύναμη της ήπιας ισχύος για τη χώρα. Η Ελλάδα αντιμετωπίζει τις χρόνιες παθογένειές της με σοβαρότητα και εκπέμπει μία αισιοδοξία στο εξωτερικό σε έναν κόσμο που αλλάζει, είμαστε γέφυρα μεταξύ Ευρώπης και Μέσης Ανατολής».
Ανέδειξε τη σημασία της εικόνας της χώρας διεθνώς, επισημαίνοντας ότι έχουν γίνει «σημαντικά βήματα» για το brand του ελληνικού τουρισμού, χωρίς όμως να υποτιμάται ο κίνδυνος μιας κρίσης ή ενός απρόοπτου γεγονότος που μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την εικόνα της χώρας. Για τον λόγο αυτό, έδωσε έμφαση στη διαχείριση κρίσεων και στη διατήρηση της αξιοπιστίας της Ελλάδας στο εξωτερικό.
Εξάλλου συνέδεσε την πορεία της οικονομίας με τη δυναμική του τουρισμού, μιλώντας για τη σημασία της «ήπιας ισχύος» της χώρας. Όπως είπε, η Ελλάδα εκπέμπει πλέον μια διαφορετική εικόνα διεθνώς, ως μια χώρα που αντιμετωπίζει τις παθογένειές της με σοβαρότητα και συμμετέχει πρωταγωνιστικά στις ευρωπαϊκές εξελίξεις.
Και σημείωσε: «Σήμερα η Ελλάδα είναι η χώρα που μειώνει το δημόσιο χρέος με τον ταχύτερο ρυθμό στην ιστορία της ευρωζώνης», υποστηρίζοντας ότι αυτή η εξέλιξη ενισχύει το αίσθημα εμπιστοσύνης και ασφάλειας για όσους επιλέγουν να επισκεφθούν τη χώρα.
«Η χώρα είναι ανθεκτική και έχει σχέδιο για την επόμενη και τη μεθεπόμενη μέρα»
Σχετικά με τον γεωπολιτικό ρόλο της Ελλάδας, τόνισε ότι η χώρα λειτουργεί ως «γέφυρα μεταξύ Ευρώπης και Μέσης Ανατολής», στοιχείο που —όπως είπε— αναβαθμίζει τη διεθνή εικόνα της και δημιουργεί την αίσθηση μιας σοβαρής και σταθερής χώρας.
Στάθηκε ιδιαίτερα στη σημασία του πολιτισμού, της ιστορίας και της φιλοσοφικής κληρονομιάς της Ελλάδας ως βασικών πυλώνων της τουριστικής ταυτότητας της χώρας.
Και είπε: «Όλες αυτές οι συνέργειες χτίζουν την εικόνα μιας χώρας που, παρά τις δυσκολίες, πατά καλά στα πόδια της, είναι ανθεκτική και έχει σχέδιο για την επόμενη και τη μεθεπόμενη μέρα».
Υπεραμύνθηκε της ανάγκης στήριξης της επιχειρηματικότητας και των επενδύσεων στον τουρισμό, λέγοντας ότι η κυβέρνηση έχει «αποδαιμονοποιήσει την επιχειρηματικότητα» και έχει αντιταχθεί στη «πολύ επικίνδυνη ιδέα του υπερτουρισμού» όταν αυτή χρησιμοποιείται ισοπεδωτικά για τον ελληνικό τουρισμό.
Ανέφερε επίσης «Θέλουμε να δώσουμε περισσότερες ευκαιρίες για επενδύσεις», επιμένοντας ωστόσο στην ανάγκη ισορροπίας ανάμεσα στην ανάπτυξη και τη βιωσιμότητα των προορισμών.
Διαβάστε περισσότερα
