Η αντιπυρική περίοδος του 2026 χαρακτηρίστηκε από καμένες εκτάσεις λιγότερες του μέσου όρου της τελευταίας εικοσαετίας, αλλά παράλληλα είχε και σημαντικές ανθρώπινες, κοινωνικο-οικονομικές και οικολογικές απώλειες. Σύμφωνα με το European Forest Fire Information System (EFFIS), κάηκαν περίπου 354.000 στρέμματα, ενώ, συνυπολογίζοντας και μικρότερα περιστατικά που δεν καταγράφονται από το σύστημα, η συνολική έκταση εκτιμάται ότι ξεπερνά τα 400.000 στρέμματα. Σε σύγκριση με την εικοσαετή περίοδο 2006-2025 η φετινή αντιπυρική περίοδος κατατάσσεται ως η όγδοη χειρότερη σε ό,τι αφορά τις καμένες εκτάσεις και τον αριθμό των πυρκαγιών.
Μόλις 12 μεγάλες πυρκαγιές ευθύνονται για περίπου το 80% των χαρτογραφημένων καμένων εκτάσεων αναδεικνύοντας για ακόμα μία χρονιά τη διαχρονική δυσκολία αντιμετώπισης των μεγάλων και σύνθετων περιστατικών. Το δεδομένο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς οι πυρομετεωρολογικές συνθήκες του 2026 κινήθηκαν συνολικά κοντά στα κανονικά επίπεδα στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας, επιβεβαιώνοντας πως η καταστροφικότητα των πυρκαγιών δεν εξαρτάται μόνο από τις καιρικές συνθήκες. Ωστόσο σε κάποιες από τις σημαντικές πυρκαγιές υπήρχαν ακραίες συνθήκες ανέμου που δυσχέραναν το έργο της καταστολής.
Τα συμπεράσματα αυτά προκύπτουν από την ολοκληρωμένη ανασκόπηση της αντιπυρικής περιόδου του 2026, την οποία επιμελήθηκαν από κοινού το WWF Ελλάς, η Πυρομετεωρολογική ομάδα FLAME της Μονάδας ΜΕΤΕΟ του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών και το Παρατηρητήριο για τις Δασικές Πυρκαγιές – Firewatch.
Παρ’ όλη τη μείωση των καμένων εκτάσεων η φετινή αντιπυρική περίοδος είχε ένα ιδιαίτερα σημαντικό κοινωνικό και περιβαλλοντικό αποτύπωμα. Εντεκα άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, ενώ καταγράφηκαν τραυματισμοί και σημαντικές ζημιές σε κατοικίες, υποδομές και παραγωγικές δραστηριότητες. Εξι προστατευόμενες περιοχές συνολικής μικτής έκτασης 37.390 στρεμμάτων (τρεις περιοχές δικτύου Natura 2000, ένας Εθνικός Δρυμός και δύο Καταφύγια Αγριας Ζωής) επηρεάστηκαν συνολικά από τις φετινές πυρκαγιές.
Περίπου 59.443 στρέμματα κάηκαν εκ νέου μέσα σε διάστημα μικρότερο των 20 ετών, γεγονός που μειώνει τη δυνατότητα της φυσικής αναγέννησης και αυξάνει τον κίνδυνο της μακροχρόνιας υποβάθμισης των δασικών οικοσυστημάτων. Η πλειονότητα των εκτάσεων αυτών εντοπίζεται στις πυρκαγιές της Κρήτης (Ρέθυμνο), της Καρύστου, της Αττικοβοιωτίας (Πόρτο Γερμενό – Κιθαιρώνας), της Σκύρου και της Πάρου.
Ιδιαίτερα σοβαρές εκτιμάται ότι είναι οι οικολογικές επιπτώσεις στην περιοχή της Αττικοβοιωτίας. Τουλάχιστον 1,1 εκατ. στρέμματα έχουν καεί στην Αττική τα τελευταία 20 χρόνια, με το 1/5 αυτών να έχουν καεί δύο ή παραπάνω φορές καθιστώντας δύσκολη τη φυσική αναγέννηση και αυξάνοντας την ανάγκη περαιτέρω προστασίας αυτών των περιοχών.
Για ακόμα μία χρονιά καταγράφονται σημαντικές απώλειες σε δασικά οικοσυστήματα που δεν διαθέτουν αποτελεσματικούς μηχανισμούς μεταπυρικής αναγέννησης και ως εκ τούτου παρουσιάζουν αυξημένη ευπάθεια στις δασικές πυρκαγιές (π.χ. δάση μαύρης πεύκης και ελάτης). Εξάλλου οι φετινές πυρκαγιές επηρέασαν σημαντικές εκτάσεις λευκόδερμης πεύκης στην περιοχή της Τραπεζίτσας Κόνιτσας, ενός σπάνιου και υψηλής οικολογικής αξίας δασικού είδους με περιορισμένη εξάπλωση στην Ελλάδα και αβέβαιη φυσική αποκατάσταση.
Τέσσερις είναι οι πυρκαγιές που είτε λόγω έκτασης είτε λόγω των περιβαλλοντικών επιπτώσεών τους ή των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους εγείρουν μεγαλύτερη ανησυχία για φέτος. Ειδικότερα:
Η πυρκαγιά στην περιοχή Δυτική Αττική – Πόρτο Γερμενό αποτελεί τη μεγαλύτερη σε έκταση πυρκαγιά της αντιπυρικής περιόδου (113.386 στρ.), το 27% της οποίας έχει ξανακαεί τουλάχιστον μία φορά μέσα στα τελευταία 20 έτη.
Στην περιοχή του Ρεθύμνου καταγράφηκαν δύο σημαντικές πυρκαγιές (Κρύα Βρύση και Πρέβελη) που επηρέασαν συνολικά 50.120 στρέμματα. Η έκταση περιλαμβάνει δύο περιοχές Natura 2000, ενώ πάνω από το μισό της συνολικής καμένης έκτασης (περίπου 28.940 στρέμματα) έχει καεί τουλάχιστον ακόμα μία φορά κατά την τελευταία εικοσαετία.
Η πυρκαγιά της Τραπεζίτσας στην Κόνιτσα εκδηλώθηκε από κεραυνική δραστηριότητα και τέθηκε υπό έλεγχο περίπου έναν μήνα μετά την εμφάνισή της.
Η πυρκαγιά στον Βόρειο Εβρο (Ρούσσα) εισήλθε στη χώρα μας από τη Βουλγαρία στις αρχές Οκτωβρίου, γεγονός που αναδεικνύει το ζήτημα κοινής διαχείρισης και συνεργασίας σε διασυνοριακές πυρκαγιές, ειδικά μεταξύ χωρών που είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Θετικά σημεία και αδυναμίες
Η φετινή περίοδος ανέδειξε αρκετές θετικές εξελίξεις, όπως η αποτελεσματική αρχική αντιμετώπιση της πλειονότητας των πυρκαγιών, η ενισχυμένη αξιοποίηση επίγειων δυνάμεων και η περαιτέρω βελτίωση της διερεύνησης των αιτιών από τη Διεύθυνση Αντιμετώπισης Εγκλημάτων Εμπρησμού του Πυροσβεστικού Σώματος, επισημαίνεται στην ανασκόπηση. Ωστόσο διαπιστώνονται ακόμα σημαντικές αδυναμίες στην πρόληψη, τον επιχειρησιακό συντονισμό και στην αντιμετώπιση μεγάλων πυρκαγιών. Ανησυχία προκαλεί η συμβολή του δικτύου μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας στην εκδήλωση ιδιαίτερα καταστροφικών περιστατικών, γεγονός που αναδεικνύει την ανάγκη στοχευμένων μέτρων πρόληψης και ενίσχυσης της ευθύνης των αρμόδιων διαχειριστών. Παράλληλα εξακολουθεί να απουσιάζει ένα ολοκληρωμένο και διαφανές σύστημα καταγραφής του πραγματικού κόστους των πυρκαγιών και των δαπανών σε πρόληψη, καταστολή και αποκατάσταση.
Διαβάστε περισσότερα
