Τελευταία νέα
Στα «μαχαίρια» ΠΑΣΟΚ και ΕΛΑΣ με το βλέμμα στη δεύτερη θέση: «Ακούγαμε τον Τσίπρα, αλλά ήταν σαν να ακούμε τον Μητσοτάκη» «Άντε και στα δικά μας»: Η ανάρτηση Λαμπρινίδη για τις μαζικές διαδηλώσεις στην Ευρώπη, οι κυβερνητικές αντιδράσεις και οι διευκρινίσεις του για τον ειρηνικό χαρακτήρα των κινητοποιήσεων Αυστραλία: Αυτός είναι ο ήρωας-κουρέας που ακινητοποίησε τον άνδρα που παρέσυρε με ΙΧ τη βουλεύτρια Έλεν Χέινς Οι ελλείψεις σε προσωπικό του ΕΣΥ Ξένοι μέχρι να σβήσει ο ήλιος Σοφό το ανέκδοτο με τον γρύλλο… Διακοπή κυκλοφορίας στα Εξάρχεια λόγω διαρροής φυσικού αερίου σε σπίτι Σ. Γεωργέλου, Λ. Ανάγνου στην «Εφ.Συν.»: «Ο στιγματισμός και η απανθρωποποίηση δεν είναι αθώες διαδικασίες» Μαριάνα Μαζουκάτο: Στο σύμπαν της rock star economist Κυβερνητικός συναγερμός, λόγω Γαλλίας, ενόψει αυριανών κινητοποιήσεων-Ατζέντα “νόμος και τάξη”, επίθεση σε… Τσίπρα  Lepas: Κομψότητα και τεχνολογία Απεργία 21 Οκτωβρίου: Στους δρόμους μαθητές, φοιτητές και εκπαιδευτικοί – Πού θα γίνουν οι συγκεντρώσεις
Efsyn.gr

Σ. Γεωργέλου, Λ. Ανάγνου στην «Εφ.Συν.»: «Ο στιγματισμός και η απανθρωποποίηση δεν είναι αθώες διαδικασίες»

Δεν είναι κάτι που δεν ξέρουμε. Είναι κάτι που ξεχνάμε. Και μάλιστα, ηθελημένα τις περισσότερες φορές. Ξεχνάμε πως οι δικές μας κοινωνίες ξέρουν πώς να εξαφανίσουν έναν άνθρωπο χωρίς να καταγράφουν την εξαφάνισή του ως έγκλημα. Τo ονομάζουν «περίθαλψη», «αγωγή», «κάτι για το καλό του!» (α ρε απίθανε Μηλιώκα). Στο «Κολυμπώντας στον αέρα» η Βρετανίδα Σάρλοτ Τζόουνς παρουσιάζει την πραγματική ιστορία δύο γυναικών στη χώρα της, που τις ανάγκασαν να μείνουν σε άσυλο για περισσότερα από 50 χρόνια, ουσιαστικά από τις αρχές του 1920 έως το 1972, όταν έκλεισε η «δομή». Αλλιώς θα συνέχιζαν να είναι… μέσα. Γιατί; Γιατί η μία (που την υποδύεται στη σκηνή του «104» η Λουκία Ανάγνου) ήταν λεσβία και η άλλη (η Σίλια Γεωργέλου, η οποία υπογράφει και τη μετάφραση) είχε μείνει έγκυος ως ανήλικη από φίλο της οικογένειάς της. Της πήραν το παιδί, ο άνδρας έμεινε αλώβητος και η ίδια βίωσε τον εγκλεισμό, μέχρι που γέρασε.
Η Λίλλυ Μελεμέ, μια εξαιρετική γυναίκα δημιουργός, σκηνοθετεί αυτά τα δύο νέα κορίτσια (τη Λουκία Ανάγνου τη γνωρίζαμε και δεν μας απογοητεύει ποτέ, τουναντίον, αλλά το ότι αυτό ήταν το πρώτο θεατρικό της Σίλιας Γεωργέλου δεν το περιμέναμε – είναι εξαιρετική). Σκηνοθετεί και μας παρουσιάζει την ιστορία δύο γυναικών που είναι η δική μας ιστορία, η ιστορία του δικού μας, δυτικού πολιτισμού, της «ανώτερης» κουλτούρας μας: δύο γυναίκες βρίσκονται κλεισμένες σε ένα ψυχιατρικό ίδρυμα, ενώ έξω ο κόσμος συνεχίζει κανονικά. Η κανονικότητα αυτού του κόσμου είναι, άλλωστε, εκείνη που τις έστειλε μέσα. Γιατί «ενοχλούσαν». Αλλά κυρίως γιατί δεν ήθελαν να αντιμετωπίσουν αυτό το μικρό, τόσο δα, πραγματάκι που λέγεται «ελευθερία» και «αυτοδιάθεση» του ανθρώπου. Του κάθε ανθρώπου.
Αυτή η ευκολία (πραγματική ευκολία) με την οποία μια κοινωνική αποδοκιμασία μπορεί να αποκτήσει τη σφραγίδα της διάγνωσης είναι και η πιο σκληρή, και η απολύτως αληθινή και σύγχρονη (κι ας έχουν κλείσει τα άσυλα αυτού του είδους πλέον) πολιτική διάσταση του έργου. Η οικογένεια αποφασίζει ποια συμπεριφορά την εκθέτει, ο θεσμός αναλαμβάνει να απομακρύνει εκείνη που τη διαπράττει και η γυναίκα χάνει ακόμη και τη δυνατότητα να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Ποιος θα πιστέψει μια έγκλειστη όταν η ίδια η ιδιότητά της χρησιμοποιείται για να ακυρώσει όσα λέει;
Η Τζόουνς επιλέγει να επεξεργαστεί αυτή τη βία μέσα από μια σχέση. Οι δύο γυναίκες πρέπει να μάθουν να συνυπάρχουν, να αντέχουν τη ρουτίνα μιας απολύτως ίδιας καθημερινότητας επί 50 χρόνια, να βρίσκουν κάτι που αξίζει να ειπωθεί σε μια ζωή από την οποία έχουν αφαιρεθεί οι προοπτικές. Σταδιακά υιοθετούν τις εναλλακτικές ταυτότητες, δίνοντας στη φαντασία χώρο που η πραγματικότητα τους αρνείται. Και κάπως έτσι αρχίζουν να κολυμπούν στον… αέρα (η παράσταση έχει ίσως από τα καλύτερα φινάλε που έχουμε δει σε σύγχρονο θέατρο: λιτό και διαυγές, που συνδέεται με τον τίτλο).
«Η μνήμη δεν αναιρεί την αδικία, αλλά είναι ένας τρόπος να μην επιτρέψουμε να συμβεί ξανά σιωπηλά»
Ακόμα και το χιούμορ χρειάζεται να διαβαστεί μέσα σε αυτή τη συνθήκη του εγκλήματος που διαπράττεται, δίχως να παρουσιαστεί ως έγκλημα: το γέλιο δύο ανθρώπων που έχουν στερηθεί την ελευθερία τους μπορεί να ενοχλήσει περισσότερο από μια αναμενόμενη κραυγή. Για τη σκηνοθετική προσέγγιση της Μελεμέ, το ουσιαστικό στοίχημα βρίσκεται σε αυτή την ισορροπία: να διατηρηθεί η κωμική αναπνοή χωρίς να εξωραϊστεί ο εγκλεισμός, να αναδυθεί η τρυφερότητα χωρίς οι ηρωίδες να περιοριστούν σε συγκινητικά παραδείγματα αντοχής. Το έργο προσφέρει στις δύο ερμηνεύτριες χαρακτήρες που χρειάζονται αντιφάσεις, τραχύτητα και ζωτικότητα, ώστε να ακουστεί το μέγεθος όσων τους αφαιρέθηκαν. Αλλά τελικά, το πιο άβολο ερώτημα μένει έξω από τους τοίχους του ασύλου: πόση βία είμαστε πρόθυμοι να δεχτούμε, όταν εκείνος που την ασκεί μας διαβεβαιώνει ότι ενεργεί για το καλό μας;
«Μια κοινωνία που χαρακτηρίζει ως προβληματικό όποιον αμφισβητεί τους κανόνες της είναι μια κοινωνία που φοβάται να κοιτάξει τον εαυτό της. Αντί να αναρωτηθεί γιατί κάποιος αντιδρά, γιατί θυμώνει ή γιατί δεν χωράει στα υπάρχοντα σχήματα, προσπαθεί να τον απομονώσει, να τον απαξιώσει ή να τον εξουδετερώσει» μας λέει η Σίλια Γεωργέλου. «Ετσι αποφεύγει να αντιμετωπίσει τις δικές της ευθύνες. Οι δολοφονίες του Ζακ Κωστόπουλου και του Παύλου Φύσσα μας υπενθυμίζουν με τον πιο οδυνηρό τρόπο ότι ο στιγματισμός και η απανθρωποποίηση δεν είναι αθώες διαδικασίες. Οταν αφαιρούμε από έναν άνθρωπο την αξιοπρέπεια και τη φωνή του, δημιουργούμε τις συνθήκες μέσα στις οποίες η βία μπορεί να γίνει αποδεκτή. Και μια κοινωνία που δεν αντέχει τη διαφορετικότητα περιορίζει τελικά και τη δική της δυνατότητα να εξελιχθεί». «Και μόνο το ότι συνομιλούμε με όρους “διαφορετικότητας” ακόμη και σήμερα, το 2026, λέει πάρα πολλά για το ποια κοινωνία είμαστε… ακόμα» συμπληρώνει η Λουκία Ανάγνου.
«Αλλά αυτό δεν ισχύει μόνο για όσους εντάσσονται στην κατηγορία του “διαφορετικού”» συνεχίζει η Λουκία. «Δύο γυναίκες, δίχως να έχουν διαπράξει κάτι παράνομο, έμειναν έγκλειστες για 50 χρόνια, χωρίς δυνατότητα υποστήριξης του εαυτού τους ή διαφυγής. Αλλά αυτό είναι οι ζωές μας: είναι ο ίδιος χρόνος που σπαταλάμε ημερησίως εργαζόμενοι σε δουλειές που μας αποφέρουν μόνο τα προς το ζην, υπηρετώντας ένα σύστημα και ανθρώπους πίσω από αυτό που ούτε μας βλέπουν και για τους οποίους είμαστε απόλυτα αναλώσιμοι. Δίνουμε τις ζωές μας για να κάνουμε το οικονομικό όνειρο κάποιου άλλου πραγματικότητα» καταλήγει.
«Οχι, ο χρόνος δεν επιστρέφεται» λέει η Σίλια. «Στο έργο, αυτό που με συγκλονίζει είναι ότι αυτές οι γυναίκες δεν χρειάστηκε να παραβιάσουν κανέναν νόμο για να τιμωρηθούν. Αρκούσε να μην ανταποκρίνονται σε όσα θεωρούνταν αποδεκτά. Η ευθύνη, επομένως, δεν ανήκει μόνο σε εκείνους που πήραν τις αποφάσεις, αλλά και στους θεσμούς και στις κοινωνικές αντιλήψεις που τις νομιμοποίησαν. Η πραγματική αποκατάσταση αρχίζει όταν αναγνωρίζουμε τι συνέβη, όταν δεν το κρύβουμε και όταν φροντίζουμε να μην επαναληφθεί. Η μνήμη δεν αναιρεί την αδικία, αλλά είναι ένας τρόπος να μην επιτρέψουμε να συμβεί ξανά σιωπηλά».
Τις ρωτάμε αν κάτι έχει αλλάξει σήμερα. Αν οι γυναίκες δεν νοούνται πια ως «μάγισσες», ως «ανεξάρτητες» άρα μη αποδεκτές, ως οι ίδιες, άρα μη ιδιοκτησίες, άρα δίχως καν το δικαίωμα να ορίσουν τη ζωή τους: «Εχουν αλλάξει πολλά, αλλά όχι απαραίτητα όσο θα θέλαμε να πιστεύουμε» απαντά η Σίλια.
«Σήμερα μια γυναίκα, θεωρητικά τουλάχιστον, έχει περισσότερες ελευθερίες να επιλέξει πώς θα ζήσει, πώς θα ντυθεί, ποιον θα αγαπήσει, τι θα πει και τι θα διεκδικήσει. Το ερώτημα, όμως, είναι αν μπορεί να τα κάνει όλα αυτά χωρίς να χρειάζεται διαρκώς να απολογείται. Αν μπορεί να είναι ο εαυτός της χωρίς να χαρακτηρίζεται υπερβολική, δύσκολη, τρελή ή προβληματική. Το “Κολυμπώντας στον αέρα” μου θυμίζει ότι η ελευθερία δεν κατακτιέται μια φορά και για πάντα. Χρειάζεται να την υπερασπιζόμαστε καθημερινά». Οσο για τη Λουκία, συνεχίζει σε δεκαπεντασύλλαβο (η ίδια έχει γράψει ολόκληρο το «Τυχερό λαχείο» του Τσέχοφ σε δεκαπεντασύλλαβο εξάλλου): «Αχ Νόρα, Νόρα, Νόρα μου/Νόρα, καλή μου Νόρα/Ξέρουμε την απάντηση/Γιατί να χάνουμ’ ώρα;/ Καπνίζουμε, ψηφίζουμε/Δουλεύουμε τα μάλα/Τι άλλο να ζητήσουμε;/Γιατί ζητάμε κι άλλα;»…
Τελικά ποιος έχει το δικαίωμα να ορίζει το «φυσιολογικό»; Σήμερα ποιοι καθορίζουν τα όρια της αποδεκτής συμπεριφοράς και πόσο πολιτική είναι αυτή η εξουσία; «Το “φυσιολογικό” είναι μια έννοια που συχνά παρουσιάζεται ως αντικειμενική, ενώ στην πραγματικότητα διαμορφώνεται από την κοινωνία, την οικογένεια, τους θεσμούς, τη θρησκεία, τα μέσα ενημέρωσης, αλλά και από την πολιτική εξουσία. Οταν κάποιος αποφασίζει ποια συμπεριφορά είναι αποδεκτή αποφασίζει ταυτόχρονα ποιος δικαιούται να ανήκει και ποιος θα μείνει απ’ έξω. Αυτό είναι βαθιά πολιτικό. Γιατί η πολιτική δεν βρίσκεται μόνο στους νόμους και στις κυβερνήσεις. Βρίσκεται και στον τρόπο που οργανώνουμε τη συνύπαρξή μας, στα δικαιώματα που αναγνωρίζουμε στους άλλους και στα όρια που θέτουμε στην ελευθερία τους. Για μένα, το ζητούμενο δεν είναι να συμφωνούμε όλοι μεταξύ μας, αλλά να μπορούμε να υπάρχουμε χωρίς να πρέπει να μοιάζουμε» λέει η Σίλια.
Τον λόγο παίρνει η Λουκία: «Πέρα από έμφυλο, το ζήτημα για μένα είναι και βαθιά ταξικό. Αν είσαι πλούσια, μπορείς να ντύνεσαι όπως θέλεις, να μιλάς όπως θέλεις και να συμπεριφέρεσαι κατά το δοκούν. Το πολύ πολύ να σε πουν εκκεντρική. Αν κάνεις τα ίδια ακριβώς ενώ είσαι φτωχή, είσαι στην καλύτερη η τρελή της γειτονιάς. Υπάρχει ένα γυάλινο ταβάνι φτιαγμένο από χαρτονομίσματα και ομολογιακά δάνεια, που όταν σπάει, τα γυαλιά τα μαζεύουμε οι καθαρίστριες και οι σερβιτόρες… Συγγνώμη για την ένταση/Μ’ έπιασε ο θυμός μου/Και έχασε το μέτρο του/Ο πολυσύλλαβός μου… Γιατί είναι πιο εύκολο/Στην άρχουσα την τάξη/Να βρει έναν τρόπο βολικό/Και “υπό” να μας εντάξει. Μα δεν πειράζει, ειλικρινά/Θα ζήσουμε με φλούδες/Εμείς πετάμε ελεύθερες/Είμαστε πεταλούδες!».
info: «Κολυμπώντας στον αέρα».
Θέατρο 104, στη σκηνή «Black Box» στο ισόγειο (Ευμολπιδών 41, Κεραμεικός, τηλ.: 695-1269828), κάθε Τετ., Πέμπ. στις 21.00. Προπώληση: more.com. Διάρκεια: 80

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...