Τελικά, δεν χρειάζονται ούτε μακροσκελείς αναλύσεις ούτε περίπλοκες διπλωματικές εκθέσεις για να περιγράψει κανείς μια δύσκολη κατάσταση. Μερικές φορές αρκούν τρεις λέξεις του Δ. Καλογερόπουλου για να προκληθεί μεγαλύτερη αναστάτωση στο Μέγαρο Μαξίμου από όση προκαλούν ώρες ολόκληρες αντιπολιτευτικής κριτικής.
Την ώρα που η κυβέρνηση επιχειρεί να πείσει ότι δεν υπήρξε διπλωματική ήττα με αφορμή το Τουρκολιβυκό Μνημόνιο, ο «γαλάζιος» βουλευτής επέλεξε μια μάλλον λιγότερο διπλωματική περιγραφή. Και κάπως έτσι, το κυβερνητικό αφήγημα βρέθηκε αντιμέτωπο με μια δυσάρεστη λεπτομέρεια: η αμφισβήτηση δεν προερχόταν από τους πολιτικούς αντιπάλους, αλλά από τα ίδια τα έδρανα της Νέας Δημοκρατίας.
Ο Παύλος Μαρινάκης είχε προηγουμένως αφιερώσει σημαντικό χρόνο για να εξηγήσει γιατί οι χαρακτηρισμοί περί εθνικής ήττας είναι προβληματικοί. Μόνο που η πολιτική επικοινωνία έχει και τις ατυχίες της. Όταν ένας κυβερνητικός βουλευτής εκφράζεται με τόσο ωμό τρόπο, οι έτοιμες απαντήσεις του briefing κινδυνεύουν να μοιάζουν περισσότερο με άσκηση διαχείρισης ζημιάς παρά με πειστική επιχειρηματολογία.
Στο Μαξίμου, σύμφωνα με τις πληροφορίες, η ενόχληση ήταν τέτοια ώστε έπεσε στο τραπέζι ακόμη και η διαγραφή του Καλογερόπουλου. Ευτυχώς, φαίνεται πως επικράτησε η ψυχραιμία. Διότι, αν κάθε βουλευτής που προκαλεί πονοκέφαλο στην κυβέρνηση οδηγείται στην έξοδο, το επόμενο πρόβλημα δεν θα είναι ποιος θα διαγραφεί, αλλά πόσοι θα απομείνουν για να χειροκροτούν.
Άλλωστε, όσο πλησιάζουν οι εκλογές, η κομματική πειθαρχία αποκτά μια ενδιαφέρουσα ελαστικότητα. Όλοι δηλώνουν πιστοί στην παράταξη, όλοι στηρίζουν την εθνική γραμμή, όλοι εμπιστεύονται την ηγεσία — μέχρι τη στιγμή που πρέπει να εξηγήσουν στους ψηφοφόρους τους τι ακριβώς συνέβη. Τότε, η ανάγκη για προσωπική πολιτική επιβίωση μπορεί να αποδειχθεί ισχυρότερη από κάθε εντολή του Μαξίμου.
Ο Καλογερόπουλος, βέβαια, έσπευσε στη συνέχεια να αποκαταστήσει τη θεσμική τάξη των πραγμάτων, χαρακτηρίζοντας ατυχή την έκφρασή του και επαναβεβαιώνοντας την προσήλωσή του στα εθνικά συμφέροντα. Η διευκρίνιση ήταν σαφώς πιο προσεγμένη. Η αρχική ατάκα, όμως, είχε ήδη κάνει τη δουλειά της: έφερε στην επιφάνεια την απόσταση ανάμεσα σε όσα θέλει να λέει η κυβέρνηση και σε όσα δυσκολεύονται πλέον να αποκρύψουν ορισμένα στελέχη της.
Και κάπως έτσι, η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη βρίσκεται μπροστά σε ένα μικρό πολιτικό παράδοξο. Αν τιμωρήσει όσους διαφοροποιούνται, κινδυνεύει να ενισχύσει την εσωκομματική ένταση. Αν τους αφήσει να μιλούν, μπορεί να ακούσει κι άλλα που θα προτιμούσε να παραμείνουν εκτός δημόσιας συζήτησης.
Η κοινοβουλευτική πλειοψηφία των 156 βουλευτών προσφέρει αριθμητική ασφάλεια. Δεν εγγυάται, όμως, ότι όλοι θα παραμείνουν εξίσου πρόθυμοι να υπερασπίζονται κάθε κυβερνητικό χειρισμό όσο πλησιάζει η ώρα της κάλπης. Γιατί άλλο να φοράς τη φανέλα της παράταξης και άλλο να είσαι διατεθειμένος να χρεωθείς κάθε επιλογή της.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο ποιος θα τολμήσει να μιλήσει ελεύθερα την επόμενη φορά. Είναι και πόσοι θα συνεχίσουν να επαναλαμβάνουν το κυβερνητικό αφήγημα με την ίδια βεβαιότητα, όταν θα πρέπει να ζητήσουν ξανά την ψήφο των πολιτών.
Και αν η κυβέρνηση ενοχλήθηκε τόσο από μια αυθόρμητη φράση ενός δικού της βουλευτή, ίσως το πρόβλημα να μην είναι τελικά η φράση. Ίσως να είναι ότι, μέσα στον καταιγισμό των καθησυχαστικών δηλώσεων, ακούστηκε ξαφνικά κάτι που δεν είχε περάσει προηγουμένως από το φίλτρο της επικοινωνιακής διαχείρισης.
Μερικές φορές, άλλωστε, η μεγαλύτερη αμηχανία δεν προκαλείται από εκείνον που σε κατηγορεί, αλλά από εκείνον που υποτίθεται ότι βρίσκεται στην ίδια πλευρά με εσένα.
Διαβάστε περισσότερα
