«Θα είχατε μήπως την ευγενή καλοσύνη να μη με στηρίξετε δημόσια σε αυτές τις εκλογές;» φέρεται να παρακάλεσε (όχι αναγκαστικά με αυτή τη διατύπωση) ο φιλοϊσραηλινός υποψήφιος γερουσιαστής του Μίσιγκαν, Μάικ Ρότζερς, τον εκπρόσωπό του πανίσχυρου, AIPAC. Αν ισχύει η πληροφορία, την οποία παρουσίασε τον Αύγουστο το Axios (και δεν έχουμε λόγους να αμφισβητήσουμε ένα μέσο στο οποίο εργάζονται ακόμη και πρώην υπάλληλοι των ισραηλινών μυστικών υπηρεσιών), ίσως να σηματοδοτεί την αρχή του τέλους ενός λόμπι που φέτος συμπλήρωσε τα 72 του χρόνια.
Το AIPAC είχε ήδη δαπανήσει 30 εκατ. δολάρια στο Μίσιγκαν για να αποτρέψει την εκλογή του Αμπντούλ Ελ-Σαγιέντ στις προκριματικές του δημοκρατικού κόμματος, γεγονός το οποίο μετατράπηκε σε μπούμερανγκ, ενισχύοντας περαιτέρω τον ανερχόμενο αστέρα της αμερικανικής πολιτικής σκηνής. Αντίστοιχα, σε ορισμένες από τις κρισιμότερες εκλογικές μάχες των τελευταίων ετών, οι υποψήφιοι που κατήγγειλαν το AIPAC είδαν τα ποσοστά τους να εκτοξεύονται, με χαρακτηριστικότερα παραδείγματα αυτό του Ζοχράν Μαμντάνι στη μάχη για τη δημαρχία της Νέας Υόρκης και του Ντόνοβαν Μακίνεϊ στις προκριματικές των Δημοκρατικών στο Ντιτρόιτ. Το να σε στηρίζει το ισραηλινό λόμπι έγινε τόσο τοξικό, ώστε ακόμα και ορκισμένοι υποστηρικτές του Ισραήλ προσπαθούσαν να αποφύγουν τη «ρετσινιά» να φωτογραφηθούν σε εκδηλώσεις του – κάτι που πριν από την έναρξη της γενοκτονίας στη Γάζα θεωρούνταν εκ των ων ουκ άνευ στοιχείο μιας επιτυχημένης προεκλογικής εκστρατείας.
Οταν λοιπόν το AIPAC ανακοίνωσε την περασμένη εβδομάδα ότι θα σταματήσει να δίνει το «χρίσμα» του (endorsement) σε πολιτικούς υποψηφίους, πολλοί έσπευσαν να προαναγγείλουν το τέλος της επιρροής του ισχυρότερου ξένου λόμπι των ΗΠΑ. Πρόσφατες έρευνες όμως αποδεικνύουν ότι η κατάσταση είναι πολύ διαφορετική και ίσως πολύ πιο επικίνδυνη. Οπως αποκάλυψε προ ημερών η ερευνητική ιστοσελίδα The Lever, το AIPAC συνεχίζει να δαπανά εκατομμύρια δολάρια μέσα από οργανώσεις-βιτρίνα οι οποίες προωθούν δημοφιλή σε κάθε Πολιτεία θέματα όπως τα «αναπαραγωγικά δικαιώματα των γυναικών» ή τα εκλογικά δικαιώματα λατινόφωνων ψηφοφόρων.
Το AIPAC παύει να δίνει «χρίσμα» σε υποψηφίους γιατί, πολύ απλά, περισσότερο τους «λερώνει» παρά τους ενισχύει. Δρα, πλέον, παρασκηνιακά
Οι ενδιάμεσες οργανώσεις, δηλαδή, χρηματοδοτούν διαφημιστικές εκστρατείες που μπορούν να ευνοήσουν φιλοϊσραηλινούς υποψηφίους (ή να βλάψουν επικριτές του Ισραήλ) χωρίς την παραμικρή αναφορά σε όσα συμβαίνουν στη Μέση Ανατολή ή στον ρόλο των ΗΠΑ στη γενοκτονία. Με αυτή την πρακτική παρακάμπτουν και αρκετές από τις ρυθμίσεις τής (ούτως ή άλλως διάτρητης) νομοθεσίας για τις προεκλογικές χορηγίες, ενώ δεν υποχρεώνονται να παρουσιάσουν την πηγή των χρημάτων που διακινούνται πριν κλείσουν οι κάλπες και ανακοινωθούν τα αποτελέσματα. Η έρευνα του Lever έφερε στο φως ένα δαιδαλώδες δίκτυο ομάδων με ονόματα όπως BOLD America ή Elect Chicago Women τα οποία μοίραζαν δεκάδες εκατομμύρια για λογαριασμό του AIPAC, χρηματοδοτώντας τηλεοπτικά σποτ, ψηφιακές διαφημίσεις κ.λπ.
Ολα αυτά συμβαίνουν χωρίς να έχει διακοπεί η παροχή χρημάτων απευθείας από το AIPAC, το οποίο, σύμφωνα με την ερευνητική ομάδα του Intercept, έχει δώσει περισσότερα από 110 εκατ. δολάρια σε 333 προεκλογικές μάχες (32 για τη Γερουσία και 301 για τη Βουλή των Αντιπροσώπων) προκειμένου να στηρίξει ή να δυσφημήσει συγκεκριμένους υποψήφιους στις ενδιάμεσες εκλογές.
Από βασιλιάς παρίας
Η ιστορία του ισραηλινού λόμπι είναι συνυφασμένη με τη μεταπολεμική εξέλιξη του αμερικανικού πολιτικού συστήματος. Από την εποχή που ο Ρόμπερτ Κένεντι επιχείρησε και απέτυχε να το κατατάξει στην κατηγορία των «ξένων πρακτόρων», βάσει της σχετικής νομοθεσίας FARA (Foreign Agents Registration Act), μέχρι τη στιγμή που ο Μπάιντεν ανακηρύχθηκε ο καλύτερα χορηγούμενος πρόεδρος του λόμπι (με αποδοχές τουλάχιστον 4 εκατ. δολαρίων) το AIPAC είναι αδιαμφισβήτητα η ισχυρότερη ξένη δύναμη επιρροής του Λευκού Οίκου και του Κογκρέσου.
Στο best seller βιβλίο τους «Israel’s Lobby» οι πανεπιστημιακοί Ελι Κλίφτον και Ιαν Λάστικ υποστηρίζουν ότι, ενώ αυτή η άνευ προηγουμένου επιρροή μπορούσε να δικαιολογηθεί έστω και με ιδιότυπους όρους εθνικού συμφέροντος στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου, μετά την πτώση της ΕΣΣΔ είναι παράλογη και εξαιρετικά ζημιογόνα για τη θέση της Ουάσινγκτον στο παγκόσμιο στερέωμα. Σε αντίθεση με τη θέση του Νόαμ Τσόμσκι ότι η δράση του λόμπι αποδεικνύει απλώς τα κοινά συμφέροντα ΗΠΑ – Ισραήλ, οι δυο συγγραφείς υποστηρίζουν ότι το AIPAC ελέγχει σε σημαντικό βαθμό τη νομοθετική και εκτελεστική εξουσία στις ΗΠΑ μέσω μιας ομάδας δισεκατομμυριούχων χορηγών. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, ειδικά μετά το 2010 και την κατάργηση από το ανώτατο δικαστήριο κάθε ουσιαστικού ελέγχου στις προεκλογικές δαπάνες, σχεδόν το σύνολο των Αμερικανών βουλευτών «δημοπρατείται» κάθε δύο χρόνια στις ισχυρότερες οικονομικές ομάδες – και αν αυτές τυχαίνει να στηρίζουν μια ξένη χώρα, τόσο το χειρότερο για την Ουάσιγκτον.
Η σημερινή περίπτωση του AIPAC όμως θέτει και ένα διαφορετικό δίλημμα. Σε μια χώρα όπου η πλειονότητα του πληθυσμού δηλώνει πλέον ότι στηρίζει τους Παλαιστίνιους και όχι τους Ισραηλινούς και όπου ακόμα και οι εβραίοι των ΗΠΑ προτιμούν τον σοσιαλιστή, μουσουλμάνο δήμαρχο της Νέα Υόρκης σε σχέση με τον πρωθυπουργό του Ισραήλ, η δράση του AIPAC αντιστρατεύεται ανοιχτά τη λαϊκή βούληση. Το αν το λόμπι διατηρήσει την ισχύ του έστω και εν κρυπτώ ή περάσει σταδιακά στην Ιστορία, θα είναι ένας ακόμα δείκτης για τον αν οι ΗΠΑ είναι δημοκρατία ή ολιγαρχία.
info-war.gr
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
