Οι πρόσφατες υποθέσεις φορολογικής απάτης σε μεγάλες αλυσίδες εστίασης και αρτοποιίας– Pizza Fan και Χωριάτικο-μοιάζουν με συμπυκνωμένους δείκτες ενός χρόνιου δομικού προβλήματος της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας που αναδεικνύουν το όριο ανάμεσα στο νόμιμο, το παράνομο και το κοινωνικά ανεκτό.
Φυσικά δεν είναι το ίδιο όταν ένας μικρός επαγγελματίας αποκρύπτει μια συναλλαγή με τα σκάνδαλα συστηματικής και οργανωμένης φοροδιαφυγής μεγάλης κλίμακας.
Μας φέρνουν ωστόσο αντιμέτωπους με παρόμοια ερωτήματα: Ποιες κοινωνικές συνθήκες καθιστούν τη φοροδιαφυγή δυνατή, ενίοτε αναγκαία και συχνά κοινωνικά αποδεκτή; Γιατί οι συνθήκες αυτές διαφέρουν από χώρα σε χώρα και πώς οι πολιτισμικές αντιλήψεις μπορούν να διαμορφώσουν τα όρια ανάμεσα στην υποχρέωση και στην παράκαμψη της;
Η φοροδιαφυγή δεν μπορεί δηλαδή να ιδωθεί μόνο ως παραβίαση ενός κανόνα, αλλά και ως συμπεριφορά που εντάσσεται σε συγκεκριμένα πολιτισμικά συμφραζόμενα. Σε κοινωνίες όπου οι προσωπικές -οικογενειακές σχέσεις έχουν μεγάλη ειδικό βάρος, η ηθική υποχρέωση προς τον οικείο κύκλο μπορεί να βιώνεται ως πιο άμεση από την υποχρέωση προς έναν αφηρημένο θεσμό. Το κράτος, αντιθέτως, μπορεί να εμφανίζεται ως μακρινό, απρόσωπο , αναξιόπιστο, ενίοτε και εχθρικό. Στην ελληνική περίπτωση, η οθωμανική κληρονομιά μας έχει θρέψει επιπλέον την καχυποψία απέναντι στην κεντρική εξουσία, με αποτέλεσμα η εξαπάτηση του κράτους να επενδύεται ακόμα και σήμερα με θετικό πολιτισμικό πρόσημο.
Στην «Πολιτισμική Οικειότητα» ο Μάικλ Χέρτσφελντ περιγράφει πώς τα κράτη της Νοτιοανατολικής Ευρώπης βιώνουν με μια «οικειότητα» πρακτικές που όλοι γνωρίζουν αλλά κανείς δεν παραδέχεται δημόσια. Η φοροδιαφυγή στη χώρα μας δεν συνιστά λοιπόν μόνο έλλειψη αστυνόμευσης, αλλά θεσμοποιημένη κοινωνική πρακτική. Πως μπορεί συνεπώς να υπάρξει ισχυρή φορολογική συνείδηση χωρίς εμπιστοσύνη στους θεσμού; Όταν οι πολίτες εκχωρούν μέρος του πλούτου τους στο κράτος . προσδοκούν ως αντάλλαγμα ασφάλεια, δικαιοσύνη, δημόσια αγαθά και λειτουργικούς θεσμούς. Η φορολογία αποτελεί δηλαδή θεμελιώδη βάση του Κοινωνικού Συμβολαίου και προϋποθέτει μια σχέση αμοιβαιότητας. Όταν οι πολίτες θεωρούν ότι οι φόροι δεν μετατρέπονται σε αξιοπρεπείς υπηρεσίες ή ότι οι κανόνες εφαρμόζονται επιλεκτικά, το κοινωνικό συμβόλαιο αποδυναμώνεται και οι πολίτες φτάνουν στο σημείο να αδιαφορούν για δημόσιο συμφέρον και την ευρύτερη κοινωνία. Κατ’ επέκταση ο φόρος παύει να βιώνεται ως συμμετοχή στην κοινή ζωή και αρχίζει να αντιμετωπίζεται ως βάρος που πρέπει να περιοριστεί. Με αυτό τον τρόπο μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα γιατί η υψηλή φορολογία γίνεται αποδεκτή στα κράτη της Βόρειας Ευρώπης, όπου υπάρχει «ανταποδοτικότητα» δηλαδή ένα αξιόπιστο κράτος πρόνοιας, με υψηλή ποιότητα υγείας και παιδείας. Στην Ελλάδα όπου η ανταποδοτικότητα θεωρείται τουλάχιστον ελλειμματική, η φοροδιαφυγή νοηματοδοτείται ως «αυτοάμυνα» απέναντι σε ένα αναποτελεσματικό ή διεφθαρμένο κράτος, «λάφυρο» των εκάστοτε κυβερνώντων.
Αποτέλεσμα; Στην ελληνική κουλτούρα κυριαρχεί και διαιωνίζεται δηλαδή ένας αμοραλιστικός οικογενειοκρατισμός όπου η ηθική υποχρέωση περιορίζεται στον οίκο – στην οικογένεια και στους δικούς μας ανθρώπους. Συνεπώς η εμπιστοσύνη προς το κράτος αποτελεί μία από τις μεταβλητές που επηρεάζουν τη φορολογική συμμόρφωση ενώ παράλληλα η επανάληψη μιας πρακτικής – βάσει της θεωρίας της κοινωνικής ψυχολογίας- μπορεί να μειώσει την ηθική αναστολή. Πως θα εμπεδωθεί όμως το αίσθημα συλλογικής κοινωνικής ευθύνης και θα εξαλειφθεί το σύμπτωμα της φοροδιαφυγής εάν δεν αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη του πολίτη προς το κράτος;
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
