Τελευταία νέα
Μητσοτάκης σε δημοσιογράφους στη Θεσσαλονίκη: «Νωρίς να αποφασίσω για εκλογές Μάρτιο ή Μάιο» – Συγκίνηση από την εμφάνιση Μυλωνάκη Γ. Μυλωνάκης: Σε εκδήλωση με τον πρωθυπουργό εν όψει ΔΕΘ – Επανέρχεται στον πρωινό καφέ μετά την περιπέτεια της υγείας του «Ανώμαλη προσγείωση» σε εταιρίες ελικοπτέρων: Παραβάσεις άνω των 300.000 ευρώ εντόπισε η ΑΑΔΕ Εξαρθρώθηκε εγκληματική οργάνωση με «τηλεφωνικό κέντρο» στο Ζεφύρι ΔΕΘ: Πληροφορίες για κατώτατο μισθό στα 1.000 ευρώ μεταξύ των εξαγγελιών από τον Κυριάκο Μητσοτάκη «Ασημένιος» ο Τεντόγλου: 2ος στο Diamond League στις Βρυξέλλες [βίντεο] Το φάρμακο ως καθρέφτης: ένα σύστημα που δεν βλέπει τον ασθενή Αναλυτική απάντηση της ΕΛΑΣ στην κυβέρνηση για το κόστος του προγράμματος: «Οι αριθμοί βγαίνουν και εξηγούμε γιατί» Μεταναστευτικό: Η Ελλάδα και άλλες 4 χώρες της ΕΕ ιδρύουν στην Αφρική τα «Κέντρα Επιστροφής» Καρυστιανού για Τσίπρα: Γιατί δεν έκανε κάτι από αυτά όταν ήταν πρωθυπουργός; «Παρών» ο Πειραιάς στη Διεθνή Εκθεση SMM στο Αμβούργο «Εκμυστηρεύσεις της Ελλης Αλεξίου» στη γενέτειρά της
Efsyn.gr

Το φάρμακο ως καθρέφτης: ένα σύστημα που δεν βλέπει τον ασθενή

Υπάρχει μια λέξη που επαναλαμβάνεται σε κάθε συνέδριο, σε κάθε υπουργική ομιλία, σε κάθε δελτίο Τύπου για την υγεία: ασθενοκεντρικό. Το ακούμε τόσο συχνά που έχουμε πάψει να το ελέγχουμε. Κι όμως, αν κρίνει κανείς ένα σύστημα υγείας όχι από τα συνθήματά του αλλά από το ποιος πληρώνει και ποιος περιμένει, η ελληνική φαρμακευτική πολιτική είναι σήμερα το ακριβώς αντίθετο από ασθενοκεντρική. Είναι λογιστικοκεντρική. Και στο κέντρο της δεν βρίσκεται ο ασθενής· βρίσκεται ένα κλειστό νούμερο σε ένα υπολογιστικό φύλλο του Υπουργείου Οικονομικών.
Ας δούμε τα πράγματα όπως είναι. Η Ελλάδα έχει τη χαμηλότερη δημόσια κατά κεφαλήν δαπάνη για το φάρμακο σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, και ταυτόχρονα μία από τις υψηλότερες ιδιωτικές. Αυτό δεν είναι παράδοξο· είναι σχέση αιτίου και αιτιατού. Όταν το κράτος αποσύρεται, τη διαφορά την καλύπτει κάποιος άλλος. Και τον καλύπτουν δύο: ο ασθενής, που βάζει το χέρι στην τσέπη πάνω από 800 εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο σε συμμετοχές, και η φαρμακοβιομηχανία, μέσω ενός μηχανισμού που λέγεται clawback: όταν η συνολική δαπάνη ξεπεράσει ένα προκαθορισμένο όριο που βάζει το κράτος, την υπέρβαση την επιστρέφουν υποχρεωτικά οι ίδιες οι εταιρείες. Οι επιστροφές αυτές ξεπερνούν πλέον τα 4,6 δισεκατομμύρια ευρώ.
Το αποτέλεσμα αυτής της μετακύλισης είναι μια εικόνα που θα έπρεπε να μας ντροπιάζει. Το μερίδιο του δημοσίου στη συνολική φαρμακευτική δαπάνη έχει πέσει κάτω από το 40%, ενώ πριν από μια δεκαετία ήταν πάνω από 80%. Στα ακριβά νοσοκομειακά φάρμακα εκτός κλειστών προϋπολογισμών, οι επιστροφές αγγίζουν πλέον το 80% της δαπάνης, δηλαδή τα φάρμακα τα πληρώνουν σχεδόν εξ ολοκλήρου οι ίδιες οι εταιρείες που τα παρασκευάζουν. Ένα σύστημα στο οποίο το κράτος συνεισφέρει λιγότερα από τους ιδιώτες για ένα δημόσιο αγαθό δεν μπορεί να αυτοαποκαλείται δημόσιο με σοβαρότητα.
Και ο ασθενής; Ο ασθενής πληρώνει δύο φορές. Πληρώνει πρώτα με χρήμα: η θεσμοθετημένη συμμετοχή του 25% στα φάρμακα δεν είναι το πραγματικό του κόστος, γιατί σε πολλές περιπτώσεις επιβαρύνεται επιπλέον με τη διαφορά ανάμεσα στη λιανική τιμή και στην τιμή που αποζημιώνει το ταμείο. Ένας χρονίως πάσχων μπορεί να ανακαλύψει ότι το φάρμακό του του κοστίζει πολύ περισσότερο από όσο νόμιζε. Πληρώνει όμως και με χρόνο, που στην ιατρική σημαίνει με ζωή: ένα νέο, καινοτόμο φάρμακο κάνει κατά μέσο όρο 654 ημέρες από την έγκρισή του στην Ευρώπη έως να γίνει διαθέσιμο στην Ελλάδα, έναντι λιγότερων από 590 στον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ένα στα πέντε νέα φάρμακα δεν φτάνει ποτέ στον Έλληνα ασθενή.
Δεν είναι θεωρία. Μέσα στο 2025 ο ΕΟΦ κατέγραψε 230 φαρμακευτικά σκευάσματα να βγαίνουν εκτός της ελληνικής αγοράς, ανάμεσά τους 27 μοναδικά, δηλαδή χωρίς καμία εναλλακτική για τον ασθενή. Και η αιτία, στη μεγάλη πλειονότητα, δεν είναι λόγοι ασφάλειας. Είναι ότι οι εταιρείες κρίνουν πως, με τις χαμηλές τιμές και τις υπέρογκες υποχρεωτικές επιστροφές, τα φάρμακα αυτά έχουν πάψει να είναι οικονομικά βιώσιμα. Όταν ένα σύστημα σπρώχνει εκτός αγοράς αναντικατάστατες θεραπείες, δεν εξοικονομεί χρήματα· μεταθέτει το κόστος στην υγεία των ανθρώπων.
Και εδώ κρύβεται ένα από τα πιο παράδοξα σημεία του συστήματος. Όταν ένα αναγκαίο φάρμακο λείπει από την αγορά, το κράτος αναγκάζεται να το εισαγάγει εκτάκτως μέσω του ΙΦΕΤ, του δημόσιου Ινστιτούτου Φαρμακευτικής Έρευνας και Τεχνολογίας, συχνά σε τιμή πολλαπλάσια της τιμής αποζημίωσης που το ίδιο το κράτος είχε κρίνει λογική. Έτσι, η δαπάνη που εξοικονομήθηκε φαινομενικά από τη μια πόρτα, ξαναμπαίνει από την άλλη, αυξημένη, μέσα από ένα κανάλι έκτακτης ανάγκης που δεν σχεδιάστηκε ποτέ για να λειτουργεί ως μόνιμη οδός εφοδιασμού. Η δαπάνη του ΙΦΕΤ, που ξεπερνούσε τα 200 εκατομμύρια ευρώ, εκτιμάται ότι άγγιξε τα 300 εκατομμύρια το 2025. Πληρώνουμε δηλαδή ακριβότερα για να καλύψουμε ένα κενό που δημιούργησε η ίδια η πολιτική της τεχνητής συμπίεσης, και μάλιστα με τον λιγότερο ορθολογικό τρόπο.
Και μετά υπάρχει η καθημερινή ταλαιπωρία, εκείνη που δεν χωράει σε στατιστική. Ασθενείς με σοβαρά νοσήματα, πολλοί από αυτούς ογκολογικοί, στήνονται από τα ξημερώματα σε ουρές έξω από τα λιγοστά φαρμακεία του ΕΟΠΥΥ για να παραλάβουν τα φάρμακα υψηλού κόστους, αυτά που δίνονται δωρεάν επειδή στοιχίζουν εκατοντάδες ή χιλιάδες ευρώ και δεν μπορεί να τα σηκώσει κανένα νοικοκυριό. Άνθρωποι εξουθενωμένοι από τη χημειοθεραπεία περιμένουν όρθιοι, συχνά για να ακούσουν στο τέλος ότι το φάρμακο δεν έχει έρθει ακόμη και πρέπει να ξαναπεράσουν. Η πολιτεία διαφήμισε ως λύση τη διάθεση αυτών των φαρμάκων και μέσα από τα ιδιωτικά φαρμακεία της γειτονιάς. Στα χαρτιά ακούγεται ανακούφιση. Στην πράξη, σύμφωνα με μαρτυρίες ασθενών και συλλόγων, η παραγγελία μπορεί να κάνει έως και δύο εβδομάδες να φτάσει, γιατί η προμήθεια περνά από γραφειοκρατικές διαδρομές που κανείς δεν σχεδίασε με γνώμονα τον χρόνο του ασθενή, όταν ο νόμος υπόσχεται παράδοση σε σαράντα οκτώ ώρες. Δύο εβδομάδες αναμονής για έναν καρκινοπαθή, εκεί που ο νόμος λέει δύο μέρες, δεν είναι διοικητική λεπτομέρεια. Είναι η απόσταση ανάμεσα σε ένα σύστημα που λέει ότι νοιάζεται και σε ένα σύστημα που πραγματικά νοιάζεται.
Αυτά τα νούμερα δεν είναι φυσική καταστροφή. Είναι αποτέλεσμα μιας πολιτικής που διαδοχικές κυβερνήσεις δεν ανέτρεψαν ουσιαστικά: να κρατιέται το ανώτατο όριο δαπάνης για το φάρμακο τεχνητά καθηλωμένο στα επίπεδα των μνημονίων και να στέλνεται ο λογαριασμός της υπέρβασης αλλού, για να κλείνουν τα δημοσιονομικά. Το αναγνωρίζουμε ως διαχρονικό πρόβλημα, όχι ως αποκλειστική ευθύνη μιας παράταξης, ακριβώς επειδή θέλουμε να το λύσουμε και όχι να το χρησιμοποιήσουμε. Είναι μια επιλογή που έχει ένα βαθύ ελάττωμα, πέρα από το ηθικό: είναι κοντόφθαλμη. Ο ασθενής που δεν παίρνει εγκαίρως το φάρμακό του καταλήγει στο νοσοκομείο, όπου κοστίζει πολλαπλάσια. Η εξοικονόμηση στο φάρμακο είναι δαπάνη στην περίθαλψη. Απλώς μετατοπίζεται από τη μια στήλη του προϋπολογισμού στην άλλη, και στο ενδιάμεσο, κάποιος υποφέρει.
Και δεν υποφέρει μόνο. Κάθε ευρώ που το δημόσιο σύστημα αρνείται να ξοδέψει, είναι ένα ευρώ που ο πολίτης αναγκάζεται να το δώσει στην ιδιωτική αγορά: στο ιδιωτικό φαρμακείο, στην ιδιωτική εξέταση, στην ιδιωτική ασφάλιση για όσους μπορούν να την πληρώσουν. Η συρρίκνωση του δημόσιου δεν είναι ουδέτερη· είναι το λίπασμα της εμπορευματοποίησης της υγείας, όπου η φροντίδα γίνεται προϊόν και η πρόσβαση ζήτημα πορτοφολιού. Αυτό είναι το βαθύτερο διακύβευμα, και δεν είναι λογιστικό· είναι ταξικό.
Τι πρέπει να αλλάξει
Η αντιστροφή αυτής της λογικής δεν είναι ζήτημα καλής διάθεσης· είναι ζήτημα συγκεκριμένων αποφάσεων. Πρώτη και θεμελιώδης: το κράτος πρέπει να ξαναπάρει την ευθύνη της χρηματοδότησης. Ό,τι η πολιτεία θεσπίζει ως κοινωνικό δικαίωμα, η πολιτεία οφείλει να το χρηματοδοτεί, από τον προϋπολογισμό, με διαφάνεια και λογοδοσία, και όχι μετακυλίοντάς το κρυφά στον ασθενή και στον παραγωγό. Αυτό σημαίνει ουσιαστική αύξηση της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης και σύγκλιση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, εγγεγραμμένη μάλιστα στον επίσημο πολυετή σχεδιασμό του προϋπολογισμού, ώστε να μην είναι ευχή αλλά νομική δέσμευση. Και για να προλάβω την εύλογη ένσταση, το ερώτημα «από πού θα βρεθούν οι πόροι» έχει απάντηση. Ένα μεγάλο μέρος καλύπτεται από τον εξορθολογισμό ενός σπάταλου συστήματος: την αύξηση της χρήσης των φθηνότερων γενοσήμων, όπου η Ελλάδα υπολείπεται δραματικά του ευρωπαϊκού μέσου όρου, τις κεντρικές, μαζικές προμήθειες που ρίχνουν το κόστος, τα βιοομοειδή (τα ισοδύναμα των ακριβών βιολογικών φαρμάκων, που κοστίζουν πολύ λιγότερο), και τη σκληρότερη διαπραγμάτευση τιμών. Το υπόλοιπο είναι μια καθαρή πολιτική επιλογή για το πού βάζει τις προτεραιότητές του ένας προϋπολογισμός. Δεν πρόκειται για παροχολογία· πρόκειται για διαφορετική ιεράρχηση, κοστολογημένη και εγγεγραμμένη.
Δεύτερον, ελάφρυνση εκεί που πονάει. Μείωση της συμμετοχής στα φάρμακα των χρονίων παθήσεων και μηδενισμός της για τους συνταξιούχους, οι οποίοι σήμερα βλέπουν μεγάλο μέρος της σύνταξής τους να μένει στο φαρμακείο. Και ένα ανώτατο ετήσιο όριο επιβάρυνσης συνδεδεμένο με το εισόδημα, κατά το πρότυπο ώριμων ευρωπαϊκών συστημάτων: κανένα νοικοκυριό δεν πρέπει να ξοδεύει για τα φάρμακά του πάνω από ένα μικρό, ανεκτό ποσοστό αυτών που βγάζει. Η προστασία να πηγαίνει πρώτα σε όποιον έχει τη μεγαλύτερη ανάγκη. Αυτό είναι το νόημα ενός δίκαιου συστήματος.
Τρίτον, η πρόσβαση στην καινοτομία να πάψει να είναι ζήτημα τύχης ή ταχυδρομικού κώδικα. Το Ταμείο Καινοτομίας, που θεσπίστηκε πρόσφατα, είναι ένα βήμα, αλλά περιορισμένο, τόσο στο εύρος όσο και στους πόρους. Χρειάζεται να καλύπτει κάθε φάρμακο για απειλητικό για τη ζωή νόσημα, με κριτήριο τη βαρύτητα της αρρώστιας και όχι τη γραφειοκρατική κατηγορία του σκευάσματος, ώστε ο ογκολογικός και ο σπάνιος ασθενής να έχουν εγγυημένη πρόσβαση αντί για διαχείριση έκτακτης ανάγκης. Όπως κάθε Ευρωπαίος ασθενής έχει σήμερα το φάρμακό του, έτσι πρέπει να το έχει και ο Έλληνας.
Τέταρτον, και εδώ χρειάζεται ειλικρίνεια, η αποκλιμάκωση του clawback. Το θέμα είναι πολιτικά ευαίσθητο, γιατί μοιάζει με χάρη προς τη βιομηχανία. Δεν είναι. Το υπέρμετρο clawback δεν το πληρώνει στο τέλος η βιομηχανία· τον λογαριασμό τον πληρώνει ο ασθενής, με τη μορφή φαρμάκων που δεν κυκλοφορούν και θεραπειών που δεν φτάνουν. Η αποκλιμάκωσή του πρέπει να γίνει ως αποτέλεσμα της αύξησης της δημόσιας δαπάνης και ποτέ ως αυτοτελές δώρο. Πάντα υπό αυστηρούς και μετρήσιμους όρους: δεσμευτικές επενδύσεις στην εγχώρια παραγωγή και την έρευνα για κάθε ευρώ ελάφρυνσης, πλήρη διαφάνεια στις πραγματικές τιμές, και ταυτόχρονη σκλήρυνση, όχι χαλάρωση, των ελέγχων. Έλεγχο της συνταγογράφησης, υποχρεωτικά θεραπευτικά πρωτόκολλα, ηλεκτρονικό φάκελο ασθενούς, μητρώα για τα ακριβά φάρμακα. Η διαφορά με τη σημερινή πολιτική είναι ακριβώς αυτή: εμείς δεν ζητάμε λιγότερο έλεγχο στη βιομηχανία, ζητάμε περισσότερο, και μαζί ένα κράτος που πληρώνει το μερίδιο που του αναλογεί. Δεν χαρίζουμε τίποτα σε κανέναν· εξορθολογίζουμε ένα στρεβλό σύστημα ώστε κάθε ευρώ να πηγαίνει σε πραγματική ιατρική ανάγκη και όχι σε σπατάλη ή σε περιττή συνταγογράφηση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η φαρμακοβιομηχανία είναι απλός θεατής. Η τιμολόγηση των νέων θεραπειών παραμένει ένα πεδίο όπου το δημόσιο συμφέρον πρέπει να διεκδικείται, με ισχυρή διαπραγματευτική ικανότητα του κράτους και διαφάνεια. Η θέση μας δεν επιλέγει ανάμεσα στην ευθύνη του κράτους και στη λειτουργία της αγοράς· ζητά και τα δύο: ένα κράτος που πληρώνει το μερίδιο που του αναλογεί και έναν μηχανισμό διαπραγμάτευσης τιμών που υπηρετεί πρώτα τον ασθενή και τον δημόσιο προϋπολογισμό.
Τίποτε από αυτά δεν είναι ουτοπικό. Είναι θέμα προτεραιοτήτων. Ένα σύστημα υγείας δείχνει τις πραγματικές του αξίες όχι στα συνέδρια, αλλά στο ταμείο του φαρμακείου και στην ουρά της αποζημίωσης. Εκεί κρίνεται αν είναι όντως ασθενοκεντρικό ή αν απλώς το λέει. Σήμερα, στην Ελλάδα, το λέει. Η δουλειά της Αριστεράς, και κάθε δύναμης που παίρνει στα σοβαρά τη δημόσια υγεία, είναι να το κάνει αλήθεια.
Γιατί στο τέλος, το ερώτημα δεν είναι δημοσιονομικό. Είναι πολιτικό, και είναι απλό: θα συνεχίσει η υγεία να χρηματοδοτείται με λογιστικά τεχνάσματα σε βάρος του πιο αδύναμου, ή θα ξαναγίνει αυτό που όφειλε πάντα να είναι, δημόσιο αγαθό και δικαίωμα;
*υπευθύνος Φαρμακευτικής Πολιτικής, του τομέα Υγείας της ΕΛΑΣ

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...