Τελευταία νέα
Τσίπρας: Να ενταθούν οι έρευνες στη Γκράβα και να επιστρέψουν με ασφάλεια οι μαθητές [βίντεο] Π.Μαρινάκης: Η Ελλάδα ανάμεσα στις 14 χώρες με ισχυρή παρουσία στην κατάταξη υπερυπολογιστών Τουρκολιβυκό μνημόνιο: Γκρίνια στη ΝΔ για τους χειρισμούς Γεραπετρίτη – Αναμονή για την παρέμβαση Καραμανλή ΕΟΚ: Η διαιτησία στο επίκεντρο της κρίσης από την εποχή Βασιλακόπουλου έως τον Λιόλιο Η πολιτιστική ατζέντα της εβδομάδας [24.10-31.10.26] Επιχείρηση συσπείρωσης της Ν.Δ. με στοχευμένες περιοδείες Μητσοτάκη σε όλη τη χώρα Ο Βασίλης Μπισμπίκης στο ντιβάνι της efsyn: «Πρέπει να φύγει αυτή η κυβέρνηση, δεν μπορώ άλλο» Υπερεργασία στην Ελλάδα: O μέσος μισθωτός του ιδιωτικού τομέα καλύπτει το κόστος του σε 4,2 ώρες Καθησυχάζει ο Γεωργιάδης: Ουδείς επαγγελματίας ψυχολόγος χάνει τα δικαιώματά του από τη σύσταση του ΝΠΔΔ Θεώνη Κουφονικολάκου – ΕΛ.Α.Σ.: «Να αξιοποιήσουμε τις συμμαχίες μας για την ανατροπή του τουρκολιβυκού μνημονίου» Ψυχολόγοι και νοσηλευτές αποκλεισμένοι στη συζήτηση του νομοσχεδίου Υγείας Προς νέα επίθεση στο Ιράν; Τραμπ και Νετανιάχου τρίβονται στη γκλίτσα του τσοπάνη. Ιράν: “Ανυπομονούμε”, “Θα κάνουμε την κατεχόμενη Παλαιστίνη καμμένη γη”
Efsyn.gr

Υπερεργασία στην Ελλάδα: O μέσος μισθωτός του ιδιωτικού τομέα καλύπτει το κόστος του σε 4,2 ώρες

Το 2025 το ΑΕΠ ανά απασχολούμενο έφτασε τα 47.500 ευρώ, μόλις 3% κάτω από το υψηλό του 2008. Την ίδια χρονιά, το μέσο μισθολογικό κόστος ανά μισθωτό (μισθός και εργοδοτικές εισφορές) ήταν 22.900 ευρώ, 13% κάτω από το 2009, και μάλιστα σε ονομαστικούς όρους, πριν αφαιρεθεί ο πληθωρισμός. Η παραγωγή ανά εργαζόμενο έχει σχεδόν επιστρέψει στα επίπεδα πριν από την κρίση, ενώ η αμοιβή του απέχει ακόμη πολύ.

Μια μέθοδος από τη Λουβέν
Ο Βέλγος οικονομολόγος Jacques Gouverneur, επί τρεις δεκαετίες καθηγητής στη Λουβέν, πρότεινε στο εγχειρίδιό του «The Foundations of Capitalist Economy» μια απλή πράξη πάνω στους εθνικούς λογαριασμούς. Το καθαρό προϊόν του αγοραίου τομέα (ΑΕΠ μείον αποσβέσεις
και αμοιβές του Δημοσίου) διαιρείται με τις ώρες εργασίας. Συγκρίνοντας το αποτέλεσμα με το ωριαίο μισθολογικό κόστος, βλέπουμε σε πόσες ώρες ο μέσος μισθωτός «καλύπτει» την αμοιβή του και πόσες παράγει εισόδημα που καταλήγει σε κέρδη, τόκους, ενοίκια και φόρους. Ο Gouverneur, μαρξιστής, ονομάζει τις δεύτερες ώρες «υπερεργασία». Όποιος δεν συμφωνεί με την ορολογία μπορεί να κρατήσει τη μέτρηση, που στην ουσία είναι ο λόγος του μη μισθολογικού εισοδήματος προς το μισθολογικό κόστος, εκφρασμένο σε ώρες. Για το 1992 υπολόγισε ποσοστά από 39% στη Βρετανία έως 50% σε Γαλλία και Γερμανία.
Η Ελλάδα του 2024
Με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το 2024, ο πιο συντηρητικός υπολογισμός δίνει 26,6 ευρώ καθαρού εισοδήματος ανά ώρα εργασίας στον αγοραίο τομέα, έναντι μισθολογικού κόστους 13,9 ευρώ. Σε ένα 8ωρο, ο μέσος μισθωτός του ιδιωτικού τομέα καλύπτει το κόστος του σε 4,2 ώρες. Οι υπόλοιπες 3,8 ώρες, δηλαδή 3 ώρες και 48 λεπτά, παράγουν εισόδημα που πηγαίνει σε άλλους. Το ποσοστό βγαίνει 92%, σχεδόν διπλάσιο από τις μεγάλες οικονομίες του 1992. Με ενιαία στοιχεία της Eurostat για τις 20 χώρες της ευρωζώνης, το ίδιο μέτρο δίνει για το 2024 ελληνικό ποσοστό 106% έναντι διαμέσου 65%, που φέρνει την Ελλάδα τρίτη στις 20. Ένας απλούστερος δείκτης, χωρίς υποθέσεις, δίνει την ίδια εικόνα (Ελλάδα 79%, Ιταλία 61%, Ισπανία 51%, Πορτογαλία 46%, Γαλλία 42%, Γερμανία 37%).
Τι έγινε στα χρόνια των μνημονίων
Το 2008 η Ελλάδα ήταν έκτη στις 20, 18 μονάδες πάνω από τον διάμεσο. Στα χρόνια των μνημονίων η διαφορά μηδενίστηκε, και το 2012 η Ελλάδα βρισκόταν ακριβώς στον διάμεσο (67%), γιατί η ύφεση χτύπησε πρώτα τα κέρδη.

Η απόσταση άνοιξε ξανά μετά το 2014. Ως το 2019 το κόστος ανά μισθωτό συνέχισε να πέφτει ονομαστικά ως τα 19.600 ευρώ, ενώ η παραγωγή σταθεροποιήθηκε, και η διαφορά από τον διάμεσο ανέβηκε στις 25 μονάδες. Στο πληθωριστικό σοκ, από το 2019 ως το 2025, το ΑΕΠ ανά απασχολούμενο αυξήθηκε 22% και το κόστος ανά μισθωτό 17%. Το 2024 η διαφορά από τον διάμεσο έφτασε τις 41 μονάδες. Η εσωτερική υποτίμηση των μνημονίων παγιώθηκε μέσα στην ανάκαμψη.
Ο ρόλος των συλλογικών συμβάσεων
Το 2008 σχεδόν όλοι οι μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα καλύπτονταν από συλλογική σύμβαση, για τρεις λόγους. Η Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (ΕΓΣΣΕ) όριζε τον κατώτατο μισθό για όλους. Οι κλαδικές συμβάσεις (π.χ. εμπορίου, τουρισμού, τραπεζών) επεκτείνονταν συνήθως με υπουργική απόφαση και στις επιχειρήσεις του κλάδου που δεν ήταν μέλη των εργοδοτικών οργανώσεων που τις υπέγραψαν. Και η αρχή της ευνοϊκότερης ρύθμισης απαγόρευε σε επιχειρησιακή σύμβαση να προβλέπει λιγότερα από την κλαδική. Οι νόμοι 3845/2010 και 4024/2011 ανέστειλαν την επέκταση και την ευνοϊκότερη ρύθμιση έως το 2018, από το 2012 ο κατώτατος μισθός ορίζεται από το κράτος και όχι από την ΕΓΣΣΕ, και ο 4046/2012 κατάργησε τη μονομερή προσφυγή των συνδικάτων στη διαιτησία. Οι εθνικές κλαδικές και ομοιοεπαγγελματικές συμβάσεις που υπογράφηκαν έπεσαν από 65 το 2010 σε 13 το 2013, και η κάλυψη, κατά τη βάση OECD/AIAS, έπεσε στο 13% το 2017.

Η επαναφορά της επέκτασης το 2018 δεν έφερε ανάκαμψη, καθώς ο νόμος 4635/2019 επέτρεψε εξαιρέσεις με υπουργική απόφαση και περιόρισε ξανά τη διαιτησία. Επίσημη μέτρηση της κάλυψης δεν υπάρχει, και οι εκτιμήσεις κυμαίνονται από 13% έως 29% ανάλογα με τη μέθοδο. Η πιο αναλυτική εκτίμηση, των Ζησιμόπουλου και Κάππου (Πανεπιστήμιο Πατρών, 2026), βασισμένη σε 1.118 κείμενα συμβάσεων, βρίσκει κάλυψη 24,7% το 2024: 535.710 μισθωτοί με σύμβαση που ορίζει μισθούς, έναντι 1.635.453 με ατομική σύμβαση. Η κάλυψη αυτή στηρίζεται σχεδόν σε έναν κλάδο: το 71% της κλαδικής κάλυψης προερχόταν από τον επισιτισμό και τα καταλύματα, ενώ σε 13 από τους 21 κλάδους της οικονομίας δεν υπάρχει καμία κλαδική σύμβαση. Όταν η σύμβαση του επισιτισμού, που κάλυπτε περίπου 247.000 εργαζόμενους, έληξε τον Μάιο του 2025 χωρίς ανανέωση, η κάλυψη εκτιμάται ότι έπεσε ξανά γύρω στο 13%.
Η σύγκριση με την Ευρώπη
Σε Βέλγιο και Ιταλία η κάλυψη είναι 100%, σε Γαλλία και Αυστρία 98%, στην Ισπανία 92%, στην Πορτογαλία 83%. Δέκα χώρες της ΕΕ ξεπερνούν το 80% που θέτει ως όριο η Οδηγία 2022/2041 για τους επαρκείς κατώτατους μισθούς. Στο σύνολο της ΕΕ η μέση κάλυψη υποχώρησε από 65% το 2008 σε 53% το 2018, ενώ η ελληνική έπεσε από σχεδόν 100% σε 13% και είναι σήμερα η χαμηλότερη της ευρωζώνης. Η Πορτογαλία πέρασε κι αυτή πρόγραμμα προσαρμογής με αποκέντρωση των διαπραγματεύσεων, και σήμερα καλύπτει το 83% των εργαζομένων.

Στις 19 χώρες της ευρωζώνης (χωρίς την Ιρλανδία, της οποίας τα μεγέθη διογκώνουν οι πολυεθνικές), η κάλυψη και το ποσοστό «υπερεργασίας» κινούνται αντίθετα (συσχέτιση – 0,53). Όπου η κάλυψη ξεπερνά το 80%, ο διάμεσος είναι 56%, ενώ όπου είναι κάτω από 50%, φτάνει το 81%. Η συσχέτιση δεν αποδεικνύει αιτιότητα και υπάρχουν εξαιρέσεις, με πιο χαρακτηριστική τη Γερμανία (κάλυψη 49%, ποσοστό 43%). Η Ελλάδα έχει τη χαμηλότερη κάλυψη και, μαζί με την Κύπρο, το υψηλότερο ποσοστό.

Τα όρια της μέτρησης
Η μέτρηση έχει όρια, και αξίζει να λέγονται. Πρώτον, οι μισθωτοί ανέβηκαν από 66% σε 75% των απασχολουμένων, οπότε μέρος της ανόδου του δείκτη είναι στατιστικό. Το μερίδιο αμοιβών στο ΑΕΠ όμως μένει γύρω στο 36% επί 25 χρόνια, έναντι 48% στον διάμεσο της ευρωζώνης.
Δεύτερον, οι φόροι επί των προϊόντων (13,8% του ΑΕΠ έναντι 10,8%) φουσκώνουν το μη μισθολογικό εισόδημα. Χωρίς αυτούς, η Ελλάδα μένει 23 μονάδες πάνω από τον διάμεσο.
Τρίτον, οι αποσβέσεις έπεσαν από 18,4% του ΑΕΠ το 2012 σε 13,1% το 2024 (διάμεσος 17,4%), γιατί μετά από μια δεκαετία αποεπένδυσης φθείρεται λιγότερο κεφάλαιο.
Το τελευταίο στοιχείο έχει και άλλη σημασία. Με καθαρές επενδύσεις σε πάγια μόλις 2,9% του ΑΕΠ το 2024, το υψηλό μη μισθολογικό εισόδημα δεν έγινε επενδύσεις. Το επιχείρημα ότι η συμπίεση των μισθών θα χρηματοδοτούσε την ανάπτυξη και μελλοντικές αυξήσεις δεν
επιβεβαιώνεται.
Τι μπορεί να γίνει
Ο νόμος 5163/2024 και η «Εθνική Κοινωνική Συμφωνία» του νόμου 5278/2026 μείωσαν το όριο για την επέκταση μιας κλαδικής σύμβασης από 50% σε 40% των εργαζομένων του κλάδου. Η αλλαγή βοηθά μόνο όπου υπάρχει εργοδοτική οργάνωση πρόθυμη να υπογράψει, και αφήνει άθικτες τις εξαιρέσεις του 2019.
Μεγαλύτερο αποτέλεσμα θα είχαν η κατάργηση της υπουργικής εξαίρεσης από την επέκταση και των ρητρών απόκλισης, η αποκατάσταση της μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία, που υποκαθιστά τα αδύναμα συνδικάτα, και η σύνδεση δημοσίων συμβάσεων και επιδοτήσεων με την εφαρμογή κλαδικής σύμβασης, όπως ήδη στα μισά γερμανικά κρατίδια. Υπάρχει κίνδυνος για τις πολύ μικρές επιχειρήσεις χαμηλής παραγωγικότητας, όπου μια απότομη αύξηση κόστους μπορεί να σπρώξει εργασία στην αδήλωτη οικονομία.
Γι αυτό χρειάζονται σταδιακή εφαρμογή και κλίμακες που ακολουθούν την παραγωγικότητα κάθε κλάδου. Η απόσταση των 41 μονάδων
από τον διάμεσο της ευρωζώνης αφήνει πάντως αρκετό περιθώριο. Με τα στοιχεία του 2024, ο μέσος Έλληνας μισθωτός δουλεύει για άλλους περισσότερες ώρες από τον μισθωτό σχεδόν κάθε άλλης χώρας της ευρωζώνης, και περισσότερες από το 2008. Είναι επίσης ο λιγότερο καλυμμένος από συλλογική σύμβαση. Η Οδηγία για τους επαρκείς κατώτατους μισθούς υποχρεώνει τη χώρα να καταρτίσει σχέδιο δράσης για την αύξηση της κάλυψης, και το περιεχόμενό του θα κρίνει αν η απόσταση αρχίσει να κλείνει.
*Οικονομολόγος
 

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...