Την αντίθεσή του στην προοπτική εισαγωγής της πυρηνικής ενέργειας στο ελληνικό ενεργειακό μείγμα εκφράζει το Ινστιτούτο Αλέξη Τσίπρα, υποστηρίζοντας ότι οι μικροί αρθρωτοί αντιδραστήρες (SMRs) δεν αποτελούν λύση για την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας.
Στην παρέμβασή του, το ΙΝΑΤ αναφέρει ότι η συζήτηση για την πυρηνική ενέργεια επανέρχεται διεθνώς λόγω των γεωπολιτικών εντάσεων και της ανάγκης για μεγαλύτερη ενεργειακή αυτονομία. Ωστόσο, εκτιμά ότι η επιλογή αυτή δεν ταιριάζει στις ελληνικές συνθήκες και ότι η χώρα διαθέτει άλλες δυνατότητες, κυρίως μέσα από την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
Το Ινστιτούτο υποστηρίζει ότι η πυρηνική τεχνολογία δεν σημαίνει πραγματική απεξάρτηση από εξωτερικούς παράγοντες. Όπως επισημαίνει, η ανάγκη για εισαγωγή πυρηνικού καυσίμου, η εξάρτηση από συγκεκριμένες τεχνολογικές υποδομές και η ανάγκη συνεργασίας με λίγες χώρες που διαθέτουν τεχνογνωσία δημιουργούν νέες μορφές ενεργειακής εξάρτησης.
Παράλληλα, το ΙΝΑΤ θέτει ζήτημα ασφάλειας, σημειώνοντας ότι η Ελλάδα είναι μία από τις πιο σεισμογενείς χώρες της Ευρώπης. Σύμφωνα με την ανάλυσή του, ακόμη και οι νέες μορφές πυρηνικών αντιδραστήρων δεν εξαλείφουν πλήρως τους κινδύνους που σχετίζονται με φυσικές καταστροφές, την κλιματική αλλαγή και πιθανά ατυχήματα.
Αναφορά γίνεται και στη διαχείριση των ραδιενεργών αποβλήτων, με το Ινστιτούτο να τονίζει ότι παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της πυρηνικής βιομηχανίας. Η ανάγκη ασφαλούς φύλαξης υλικών για χιλιάδες χρόνια, όπως αναφέρει, δημιουργεί ένα διαχρονικό ζήτημα που δεν έχει αντιμετωπιστεί οριστικά.
Σε οικονομικό επίπεδο, το ΙΝΑΤ αμφισβητεί ότι η πυρηνική ενέργεια μπορεί να προσφέρει φθηνότερο ρεύμα. Υποστηρίζει ότι το συνολικό κόστος των πυρηνικών έργων, από την κατασκευή μέχρι τη διαχείριση των αποβλήτων και την αποξήλωση των εγκαταστάσεων, παραμένει ιδιαίτερα υψηλό σε σύγκριση με τις ανανεώσιμες πηγές.
Παράλληλα, σημειώνει ότι οι χρόνοι ανάπτυξης τέτοιων έργων δεν ανταποκρίνονται στις άμεσες ενεργειακές ανάγκες της Ελλάδας. Η αδειοδότηση και κατασκευή μιας πυρηνικής υποδομής μπορεί να διαρκέσει πολλά χρόνια, ενώ η χώρα χρειάζεται άμεσα λύσεις για τη μείωση του ενεργειακού κόστους και την ενεργειακή μετάβαση.
Το Ινστιτούτο προτείνει ως βασική κατεύθυνση την ενίσχυση των ΑΠΕ, την ανάπτυξη συστημάτων αποθήκευσης, την αναβάθμιση των ηλεκτρικών δικτύων και την αξιοποίηση του δυναμικού της χώρας σε ηλιακή και αιολική ενέργεια.
Σύμφωνα με το ΙΝΑΤ, η Ελλάδα δεν χρειάζεται να επενδύσει σε μια ακριβή και αβέβαιη τεχνολογία, αλλά να επιταχύνει μια ενεργειακή στρατηγική που βασίζεται σε καθαρές μορφές ενέργειας και σε υποδομές που μπορούν να αποδώσουν τα επόμενα χρόνια.
