Τελευταία νέα
Ο Τραμπ δεν πιστεύει ότι σκοτώθηκε ο Μοτζτάμπα Χαμενεΐ: «Έχει τραυματιστεί πολύ σοβαρά, δεν είναι νεκρός» Δημοσκόπηση Pulse: Ισχυρό ράπισμα στην κυβέρνηση για την ακρίβεια Ερντογάν: «Η ιστορία ξαναγράφεται στην περιοχή μας» – Έκανε λόγο για τον «αιώνα της Τουρκίας» Γυναικοκτονία στη Ροδόπη: Ο 53χρονος είχε συλληφθεί πριν 4 χρόνια για ενδοοικογενειακή απειλή Πυρκαγιά στο Νεοχώρι Πρέβεζας: Ήχησε το 112, σηκώθηκαν εναέρια μέσα Οι τράπεζες μετέτρεψαν κάθε κίνηση σε χαράτσι με τη συνενοχή του Μαξίμου Την αλήθεια ρε… ΑΕΚ: Οπαδοί της Λέφσκι έρχονταν με… μαχαίρια και σουγιάδες για να δουν τον αγώνα στη Νέα Φιλαδέλφεια [εικόνες] Η ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα θρηνεί για τη Ντόλι Πάρτον – «Έφυγε» ένα ίνδαλμά της Εύβοια: Πλωτά φράγματα για μέδουσες και τσούχτρες – Ανήσυχοι οι επαγγελματίες της περιοχής [βίντεο] Το Ιράν δήλωσε ότι ήρθε σε συμφωνία με το Ομάν για τα Στενά του Ορμούζ Παγκόσμια ημέρα σκύλου: Τι κάνουμε σε περίπτωση κινδύνου – Μαθήματα πρώτων βοηθειών στο Σύνταγμα [βίντεο]
Athens.indymedia.org

[Διεθνή Νέα] Θα μπορούμε να είμαστε πραγματικά ελεύθεροι μόνο όταν όλοι θα είναι ελεύθεροι

10/06/2026 12:08 μμ.

Πλήρες κείμενο της τελικής αγόρευσης της Daniela Klette ενώπιον του Δικαστηρίου της Verden Η φερόμενη ως πρώην μέλος της RAF, Ντανιέλα Κλέτε, έδωσε την τελική της αγόρευση στις 12 μαΐου 2026, ενώπιον του Δικαστηρίου της πόλης του Verden, στη δίκη της για 13 ληστείες σε οχήματα χρηματαποστολών και ταμεία σούπερ μάρκετ, τις οποίες φέρεται να διέπραξε ενώ κρυβόταν μαζί με τους συγκατηγορούμενούς της, Μπούρκχαρντ Γκάρβεγκ και Ερνστ-Φόλκερ Στάουμπ/Burkhard Garweg ed Ernst-Volker Staub, οι οποίοι εξακολουθούν να καταζητούνται. Το αρχικό χειρόγραφο αγόρευμα καταγράφεται εδώ στο σύνολό του σε ελαφρώς αναθεωρημένη έκδοση. (junge Welt]

Τώρα, αυτή η πρώτη μακρά δίκη εναντίον μου φτάνει στο τέλος της. Η διαδικασία επιβεβαίωσε την εκτίμηση που υπήρχε από την αρχή. Και έχει γίνει ξεκάθαρο: η έρευνα και η δίκη είναι πολιτικά καθορισμένες. Πρόκειται για την επιβολή κυριαρχίας και υποταγής με κάθε κόστος. Η εισαγγελία το υπογράμμισε για άλλη μια φορά με την αγόρευση της. Δεν πρόκειται για μεμονωμένες πράξεις, πόσο μάλλον για εμένα, αλλά για την απονομιμοποίηση μιας ιστορίας ριζοσπαστικής αριστερής αντίστασης και την τιμωρία της με υποδειγματικό τρόπο.
Ευχαριστώ όλους όσους εξέφρασαν την αλληλεγγύη τους μαζί μου, εδώ στην αίθουσα, έξω, μπροστά από τα τείχη της φυλακής, με επιστολές, καρτ ποστάλ και σκέψεις. Και επίσης τον δικηγόρο μου, Ulrich von Klinggräff, ο οποίος δυστυχώς αρρώστησε σοβαρά και δεν μπορεί πλέον να βρίσκεται εδώ. Σε όλους ετούτους, και στο ενδιαφερόμενο κοινό, απευθύνεται αυτό που θα πω σήμερα.
Θα ήθελα να αναφέρω εν συντομία κάποια πράγματα για την ιστορία μου, η οποία είναι και η ιστορία πολλών άλλων συντροφισσών και συντρόφων. Πολλοί από αυτούς που μου έχουν γράψει είναι τόσο νέοι που δεν έζησαν την περίοδο από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 έως τη δεκαετία του 1990 στη Δυτική Γερμανία. Ή μεγάλωσαν στην Ανατολική Γερμανία ή σε άλλα μέρη του κόσμου. Έγραψα αυτό χωρίς να ισχυρίζομαι πως είναι πλήρες, αλλά ελπίζω ότι θα διευκρινίσει/και θα καταστήσει ξεκάθαρο το γιατί υπερασπίζομαι την αναζήτηση ενός καλύτερου κόσμου, στον οποίο ο καπιταλισμός, ο ρατσισμός και η πατριαρχία να έχουν ξεπεραστεί, και τον αγώνα γι’ αυτόν.
Και γιατί υπερασπίζομαι επίσης το δικαίωμα να χτίζουμε και να διατηρούμε μια ζωή στην παρανομία, ακόμα και όταν πρόκειται «μόνο» για να ξεφύγουμε από την Κρατική καταστολή. Αυτό είναι εντελώς ανεξάρτητο από το γεγονός ότι, για μένα, αυτή η κατάσταση έληξε πριν από περισσότερα από δύο χρόνια. Επομένως, είναι καθήκον μου να κάνω όλα αυτά, στο μέτρο του δυνατού, από εδώ.
Ως έφηβη ένιωθα πως μια ζωή σύμφωνα με τους καπιταλιστικούς κανόνες ήταν καταστροφική. Τα ανθρώπινα όντα είναι κοινωνικά όντα και προσανατολισμένα στη συνεργασία. Αλλά η υποταγή στους περιορισμούς που παράγει ο καπιταλισμός, η απομόνωση μέσω του ανταγωνισμού, επιτίθεται σε αυτήν την πτυχή και δημιουργεί αμοιβαία αποξένωση και απόσταση. Το να πρέπει κάποιος να λειτουργεί χωρίς να ρωτάει γιατί, και το να κυνηγάει να συμμορφώνεται με εικόνες και κανόνες που παράγει αυτό το σύστημα, δημιουργεί απόσταση από τον εαυτό του.
Φυσικά, δεν είχα ακόμη μια έννοια ούτε μια ακριβή εξήγηση γι’ αυτό. Αλλά ένιωθα εξαντλημένη από την πίεση και την απελπισία που όλα αυτά δημιουργούσαν, και η αντίθεσή μου μεγάλωνε. Επομένως, σύντομα με βασάνισαν ερωτήματα για μια άλλη ζωή, κάτι που έπρεπε κάπως να είναι δυνατό, να γίνεται.
Αυτό συνέβαινε παρόλο που ήμουν πολύ τυχερή στο σπίτι. Οι γονείς μου ήταν ανοιχτόμυαλοι άνθρωποι. Η μητέρα μου ήταν πάντα, πιστεύω. Ο πατέρας μου, ο οποίος ως αγόρι εντάχθηκε στη χιτλερική Νεολαία και πολέμησε στο πλευρό των ναζί στον πόλεμο ως έφηβος, ήρθε έντονα αντιμέτωπος με τα εγκλήματα του εθνικοσοσιαλισμού μετά το 1945 και υπέστη τις συνέπειες για τον εαυτό του. Και οι δύο ήθελαν να ενσταλάξουν ανθρώπινες αξίες στα παιδιά τους. Αυτό σήμαινε ότι μπορούσα να έχω φίλους από όλο τον κόσμο, ανεξάρτητα από τη χώρα, το χρώμα του δέρματός τους ή την κοινωνική τους θέση.
Στην αρχή της περιόδου μετανάστευσης εργατικού δυναμικού, μερικοί από αυτούς ήρθαν από την Ισπανία, την Ιταλία και την Πορτογαλία. Μέσω της επαφής με αυτούς τους φίλους και φίλες, είχα την ευκαιρία να γνωρίσω διαφορετικούς τρόπους ζωής. Ήταν κάτι ξεχωριστό. Μόνο μια από τις και τους συμμαθητές μου μπορούσε να βγει μαζί μας στον δρόμο.
Όπως παντού, οι ρατσιστικές συμπεριφορές απέναντι στους μετανάστες ήταν διαδεδομένες και στη γειτονιά μας. Έτσι, οι γονείς μου έπρεπε να αντέχουν τις κριτικές των δασκάλων που παρακολουθούσαν με ανησυχία τις «σχέσεις» μου. Παρατήρησα επίσης πόσο απωθητική και αποκλειστική ήταν η στάση απέναντι στους μετανάστες εργαζόμενους.
Είδα κοντέινερ στα οποία τούρκοι εργάτες οικοδομών αναγκάζονταν να ζουν στριμωγμένοι ο ένας στον άλλον, μόνο και μόνο για να σπάζουν στη συνέχεια τα κόκαλά τους σε σκληρή εργασία. Έπρεπε να τους εκμεταλλεύονταν στο έπακρο στην εργασία τους [τα αφεντικά, σ.τ.μ.], αλλά σε καμία περίπτωση δεν τους επιτρεπόταν να γίνουν ισότιμο μέρος αυτής της κοινωνίας. Και αυτές οι αδικίες με έκαναν να θυμώνω πολύ.
Στο σχολείο, δεν είχε σημασία να είμαστε μαζί. όχι, ήθελαν να μας ενσταλάξουν ότι πάντα ήταν σημαντικό να «είμαστε καλύτεροι», καλύτεροι από την κορυφαία φιλενάδα μας. Και να κρατάμε τον ρυθμό/να ακολουθούμε το βήμα της εποχής ώστε να επιτύχουμε μια καριέρα που θα μας επέτρεπε να συμμετέχουμε στην κατανάλωση που θεωρείται επιθυμητή. Μια κατανάλωση που δεν προσανατολίζεται σε πραγματικές ανάγκες, αλλά για την οποία δημιουργούνται τεχνητά ανάγκες για να αυξηθούν τα εταιρικά κέρδη.
Ακόμα και σήμερα, έτσι είναι που σε κάνουν να πιστεύεις, πως δεν έχει σημασία αυτός που είσαι, αλλά τι έχεις, πώς φαίνεσαι και τι πραγματοποιείς/καταλαβαίνεις. Για το συνεχώς αυξανόμενο κέρδος του κεφαλαίου, το οποίο καθορίζει την αξία σου. Τότε, συχνά αναρωτιόμουν τι μου συνέβαινε/τι λάθος υπήρχε σε μένα, επειδή δεν ένιωθα καμία έλξη να συμβαδίζω. Αντίθετα, κάθε προσπάθεια να υποταχθώ σε αυτό απομυζούσε κάθε ίνα/ενέργεια της ύπαρξής μου.
Το να νιώθω πεσμένη ψυχολογικά/αποθαρρημένη διαλύθηκε μόνο όταν συναντήθηκα με φίλες από την αυθόρμητου χαρακτήρα μη δογματική αριστερά. Συζητούσαμε και ανταλλάσσαμε απόψεις και κείμενα από τη Σοσιαλιστική Συλλογικότητα/Κολεκτίβα Ασθενών, όπως το βιβλίο «Μετατρέποντας την ασθένεια σε ένα όπλο»/“Trasformare la malattia in un’arma“, το οποίο με εντυπωσίασε πολύ.
Μέσα από αυτές τις συζητήσεις, έμαθα ότι η ρίζα της σύγχυσής μου δεν ήταν ένα ατομικό πρόβλημα, αλλά μάλλον οι κοινωνικές συνθήκες. Η κατανόηση αυτού μου άνοιξε τα μάτια ακόμα περισσότερο σχετικά με την αδικία που μας περιβάλλει. την βάναυση ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση και καταπίεση σε πολλά μέρη του κόσμου και τους πολέμους που ξεκινούσαν από τις πλούσιες καπιταλιστικές χώρες.
Δεν ήθελα καθόλου, απολύτως, να γίνω συνεργός. Πείσθηκα ότι στην υπέρβαση αυτών των συνθηκών κατοικεί η ελπίδα μιας ελεύθερης και αξιοπρεπούς ζωής για όλους, την οποία είναι απαραίτητο να κατακτήσουμε.
Αυτή η πεποίθηση δεν με εγκατέλειψε ποτέ πια. Γιατί κάθε δεκαετία, κάθε χρόνο και κάθε μέρα φέρνουν νέες αποδείξεις πως μέσα στον καπιταλισμό, τα προβλήματα της ανθρωπότητας δεν είναι επιλύσιμα. Αντίθετα, χειροτερεύουν όλο και περισσότερο.
Όπως πολλοί άλλοι, δεν ήθελα να υποταχθώ σε αυτό το σύστημα που αποξενώνει/αλλοτριώνει τους ανθρώπους από τον εαυτό τους. Θέλαμε να μας βλέπουν για αυτό που είμαστε, χωρίς να χρειάζεται να αντιστοιχούμε σε ψέματα και εικόνες που επιβάλλονται από την κοινωνία της κατανάλωσης και της απόδοσης. Δεν θέλαμε να παραμείνουμε αιχμάλωτοι αυτού και επιθυμούσαμε να αλλάξουμε τους εαυτούς μας και την κοινωνία που καθορίζεται από τον καπιταλισμό.
Ήταν τα μέσα της δεκαετίας του 1970. Πλανιόταν ακόμη ένα φύσημα/μια ανάσα του κινήματος της εξέγερσης του ’68 ενάντια στους θεσμούς και τις πολιτικές θέσεις που ακόμη, ή ξανά, διεισδύουν από ναζιστές, και ενάντια στις νοοτροπίες που διαμόρφωνε ο φασισμός στην κοινωνία.
Είχε αναδυθεί μια διεθνιστική επαναστατική αριστερά, με μαζικές διαδηλώσεις αλληλεγγύης με τον βιετναμέζικο αγώνα απελευθέρωσης ενάντια στην αμερικανική επιθετικότητα και με τον αγώνα ενάντια στο φασιστικό καθεστώς του Σάχη στο Ιράν, ο οποίος τότε υποστηρίχθηκε σθεναρά από την ιρανική επαναστατική αριστερά.
Αλλά υπήρξε και ο πρώτος διαδηλωτής που σκοτώθηκε από την αστυνομία σε αυτή την περίπτωση/σε αυτό το ξεκίνημα. Στις 2 ιουνίου 1967, ο φοιτητής Μπένο Όνεζοργκ, Benno Ohnesorg σκοτώθηκε από έναν αστυνομικό κατά τη διάρκεια μιας διαδήλωσης ενάντια στη συνενοχή της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας με το φασιστικό καθεστώς του Σάχη.
Η RAF είχε ήδη επιτεθεί στα αρχηγεία των Ηπα στη Φρανκφούρτη και τη Χαϊδελβέργη, από όπου συντονιζόταν η εκστρατεία βομβαρδισμού του αμερικανικού στρατού στο Βιετνάμ. Μέχρι τότε είχαν σχηματιστεί επίσης το Κίνημα της 2ας Ιουνίου και οι Επαναστατικοί Πυρήνες. Αργότερα, προστέθηκε η Zora Rossa, οργανωμένη από γυναίκες.
Στο σχολείο, τα απομεινάρια της εξέγερσης του ’68 ήταν ακόμα αισθητά. Παρά τους επαγγελματικούς περιορισμούς, υπήρχαν κάποιοι καθηγητές που εφάρμοζαν μαζί μας άλλες μορφές διδασκαλίας, προσανατολισμένες στη συνεργατική μάθηση και όχι στον ανταγωνισμό. Διαβάζαμε βιβλία όπως αυτά του B. Traven για τις ιστορίες αντίστασης στη Λατινική Αμερική ή το «Η χαμένη τιμή της Katharina Blum» του Heinrich Böll. Στα θρησκευτικά, μάθαμε για τη θεολογία της απελευθέρωσης στη Λατινική Αμερική και τους ιερείς που είχαν ενταχθεί στον αγώνα απελευθέρωσης εκεί, όπως ο Dom Hélder Câmara στη Βραζιλία και ο Camilo Torres στην Κολομβία.
Όλα αυτά, αλλά και το γεγονός ότι ετούτοι οι δάσκαλοι πειθαρχήθηκαν και μετατέθηκαν μπροστά στα μάτια μας, με δίδαξαν περισσότερα για τις παγκόσμιες συνθήκες και τον ρόλο και την πραγματικότητα της ΟΔΓ. Μας εξόργισε επίσης το γεγονός ότι εκείνη την εποχή δεν ήταν μέρος του σχολικού προγράμματος σπουδών και δεν προβλέπονταν αυτό να πάρει μέρος σε μια διεξοδική/εκ βαθέων συζήτηση σχετικά με τον ναζιφασισμό. Πόσο μάλλον οι συνέπειες που θα προέκυπταν από αυτό. Εκ των υστέρων, ετούτο δεν προκαλεί έκπληξη, καθώς δεν είχαν προβλεφθεί θεμελιώδεις συνέπειες.
Αποκτήσαμε τις γνώσεις μας σχετικά με αυτό εκτός σχολείου. Θυμάμαι ένα ντοσιέ με κρίκους που συνέταξαν αριστερές σπουδάστριες. Ονομαζόταν «Μαθαίνοντας από τα Κάτω»/“Imparare dal basso“, νομίζω.
Από αυτό διδαχθήκαμε την ευθύνη του κεφαλαίου σχετικά με την κατάληψη της εξουσίας από πλευράς φασισμού και την πλήρη έκταση της ανθρώπινης καταστροφής, τον βάναυσο διωγμό του αριστερού εργατικού κινήματος και των αριστερών διανοουμένων, την ανελέητη πολιτική εξόντωσης εναντίον του εβραϊκού πληθυσμού, των ρομά και των σίντι, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και την ευθανασία, την εξόντωση κάθε αντιπολίτευσης, τον πόλεμο αφανισμού εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης ο οποίος αποκρούστηκε, που κόστισε τη ζωή σε περισσότερους από 25 εκατομμύρια σοβιετικούς πολίτες, τις επιθέσεις και την κατοχή στην ανατολική και δυτική Ευρώπη, αλλά και την αντιφασιστική και κομμουνιστική αντίσταση εναντίον του σε όλη την Ευρώπη.
Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, οι μεγαλύτεροι σπουδαστές και σπουδάστριες προσκαλούσαν επίσης σε προβολές ταινιών και συζητήσεις για τον βιετναμέζικο αγώνα απελευθέρωσης. Δημιουργήσαμε μια σχολική συλλογικότητα/κολεκτίβα για να μπορούμε να επιβάλλουμε απαιτήματα στην καθημερινή σχολική ζωή.
Μέχρι τα 15 μου, στάθηκα αντίθετη στην ιδέα ότι οι άνθρωποι που θέλουν να αγωνιστούν για έναν καλύτερο κόσμο θα πρέπει να τον επιβάλλουν και να τον υπερασπίζονται με βία. Το όνειρό μου ήταν η μη βίαιη αλλαγή. Κοιτάζοντας την ιστορία και τον κόσμο, συνειδητοποιούσα όλο και περισσότερο ότι οι ισχυροί ωφελούμενοι, αυτοί που εμπλέκονται περισσότερο στο καπιταλιστικό σύστημα, θα πολεμούσαν οποιαδήποτε θεμελιώδη αλλαγή με την πιο βάναυση βιαιότητα.
Το παράδειγμα του φασιστικού στρατιωτικού πραξικοπήματος που υποστηρίχθηκε από τις ΗΠΑ και της δολοφονίας του Σαλβαδόρ Αλιέντε στη Χιλή το 1973 έδειξαν ότι οι δυνατότητες και η ίδια η ύπαρξη οποιασδήποτε εκλεγμένης σοσιαλιστικής κυβέρνησης θα συντρίβονταν αν δεν μπορούσε να αμυνθεί με τα όπλα.
«Θα καταλάβεις ότι πρέπει να αμυνθείς, να υπερασπιστείς τον εαυτό σου αν δεν θέλεις να υποκύψεις»/“Che tu debba difenderti se non vuoi soccombere, lo capirai” ήταν ένα σύνθημα σε πολλά φυλλάδια και τοίχους εκείνη την εποχή. Κατά τη διάρκεια των χρόνων πολιτικοποίησής μου στην Καρλσρούη, γνώριζα πάντα κάτι για τη RAF μέσα από συνθήματα ή αφίσες σε τοίχους. Γνώριζα επίσης για τον αγώνα των πολιτικών κρατουμένων ενάντια στα βασανιστήρια της απομόνωσης και την αλληλεγγύη με αυτούς.
Σύντομα ακολούθησα συνειδητά όλα αυτά, συμπεριλαμβανομένων των απεργιών πείνας τους. Με προσέλκυσε βαθιά το γεγονός ότι υπήρχε κάποιος που αγωνιζόταν τόσο αποφασιστικά ενάντια σε αυτό το σύστημα, από το οποίο κι εγώ, όπως πολλοί άλλοι, ένιωθα καταπιεσμένη.
Ήμουν 16 ετών όταν έμαθα ότι ένας άνδρας είχε σκοτωθεί υπό κράτηση ενώ έκανε απεργία πείνας ενάντια στα βασανιστήρια της απομόνωσης. Ήταν ο Χόλγκερ Μάινς, ο οποίος είχε εξεγερθεί ενάντια στις συνθήκες και σκοτώθηκε στη φυλακή από στοχευμένο υποσιτισμό κατά τη διάρκεια κρατικής αναγκαστικής σίτισης και άρνησης ιατρικής περίθαλψης.
Ήμουν 17 ετών όταν ο αγώνας απελευθέρωσης του Βιετνάμ νίκησε τον ιμπεριαλισμό υπό την ηγεσία των ΗΠΑ. Αυτή η απίστευτη νίκη επιτεύχθηκε και χάρη στην παγκόσμια αλληλεγγύη. Παρά τις βόμβες ναπάλμ, παρά την τεράστια στρατιωτική μηχανή που αντιτίθεται στο απελευθερωτικό κίνημα και παρά τις σφαγές του βιετναμέζικου πληθυσμού που διέπραξε ο αμερικανικός στρατός με τη βοήθεια και τη συνενοχή της Δύσης, κυρίως της Γερμανίας.
Ήταν μια εποχή προσπαθειών απελευθέρωσης και αντιαποικιακών αγώνων σε πολλές χώρες: για παράδειγμα, οι Μαύροι Πάνθηρες ενάντια στη ρατσιστική καταπίεση και για την επανάσταση στις ΗΠΑ, ο αγώνας ενάντια στο απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική ή του FSLN στη Νικαράγουα ενάντια στη δικτατορία. Άρχισα να καταλαβαίνω τι έπρεπε να περιμένει η ανθρωπότητα από τον καπιταλισμό και τον ιμπεριαλισμό. Ναι, θεωρούσα τον εαυτό μου μέρος των παγκόσμιων κινημάτων που αγωνίζονταν για την απελευθέρωση από την εκμετάλλευση και την καταπίεση, ενάντια στον καπιταλισμό και την πατριαρχία, και ενάντια στον πόλεμο και τον μιλιταρισμό.
Το 1976/77, άρχισα να επισκέπτομαι πολιτικούς κρατούμενους. Ο πρώτος ήταν ο Γιοχάνες Τίμε/Johannes Thimme, ο οποίος φυλακίστηκε για υποτιθέμενη υποστήριξη στη RAF και τέθηκε αμέσως σε απομόνωση. Ήθελα να εκφράσω την αλληλεγγύη μου σε αυτό και να αντιταχθώ στην απομόνωση. Σε απάντηση, άρχισαν να με τρομοκρατούν με σχόλια/παρατηρήσεις. Το 1977, αστυνομικοί με πολιτικά σε αυτοκίνητα ήταν στην μπροστινή μου πόρτα ήδη από νωρίς το πρωί και με ακολουθούσαν αργά προς το σχολείο.
Μετά το 1977, όταν η προσπάθεια απελευθέρωσης έντεκα κρατουμένων της RAF απέτυχε και από τους κρατούμενους του Στάμχαϊμ, μόνο η Ίρμγκαρντ Μέλερ, Irmgard Möller επέζησε, σοβαρά τραυματισμένη τη νύχτα της 18ης οκτωβρίου 1977, αποφάσισα να μετακομίσω στο Βισμπάντεν. Εκεί είχα γνωρίσει συντρόφισσες και συντρόφους με τους οποίους ήθελα να συνεχίσω την αλληλεγγύη μου προς τους πολιτικούς κρατούμενους. Το θεωρούσαμε ένα σημαντικό πράγμα και επειγόντως απαραίτητο μέρος του αντιιμπεριαλιστικού και αντιφασιστικού αγώνα.
Κατέστη μια ζωή γεμάτη με αντιστασιακές δραστηριότητες ενάντια στην απομόνωση και για την επανένωση των κρατουμένων, σε αλληλεγγύη με τους απελευθερωτικούς αγώνες στην Παλαιστίνη, τη Νότια Αφρική, τη Νικαράγουα και το Ελ Σαλβαδόρ, με τούρκους συντρόφους και συντρόφισσες ενάντια στο πραξικόπημα του ΝΑΤΟ στην Τουρκία.
Μέσα από τον αγώνα αλληλεγγύης με τους πολιτικούς κρατούμενους, αναπτύχθηκαν συζητήσεις και φιλίες που επεκτάθηκαν με άλλες συντρόφισσες και συντρόφους από την Ιρλανδία, τη Χώρα των Βάσκων, την Ιταλία, την Ισπανία και τη Γαλλία. Και υπήρξαν επαφές με την αριστερή ιρανική αντίσταση.
Για εμάς, τα διεθνή απελευθερωτικά κινήματα αντιπροσώπευαν επίσης τον αγώνα για την απελευθέρωση των γυναικών σε όλο τον κόσμο. Η Leila Khaled του PFLP στην Παλαιστίνη, η Assata Shakur και η Angela Davis του κινήματος μαύρης απελευθέρωσης στις ΗΠΑ, και επίσης οι συντρόφισσες των ένοπλων ομάδων στη δυτική Ευρώπη ήταν παραδείγματα για εμάς. Αντιπροσώπευαν εκατομμύρια γυναικών σε όλο τον κόσμο.
Τις τελευταίες δεκαετίες, το παράδειγμα του κουρδικού απελευθερωτικού κινήματος, ειδικά στη Ροζάβα, έχει δείξει πόση δύναμη αναδύεται/γεννιέται για όλους όταν η απελευθέρωση των γυναικών αποτελεί αποφασιστικό μέρος του αγώνα.
Ζούσαμε και οργανώναμε την καθημερινότητά μας μαζί. Υπήρχαν καταλήψεις σπιτιών και αγώνες ενάντια στον Δυτικό διάδρομο/contro la pista Ovest, ενάντια στην αποψίλωση των δασών και ενάντια στην επέκταση της χωρητικότητας του αεροδρομίου της Φρανκφούρτης και, επομένως, της αεροπορικής βάσης Ηπα.
Πηγαίναμε εκεί για κυριακάτικους περιπάτους, εν μέρει ειρηνικούς, εν μέρει μαχητικούς, προς τον τοίχο του διαδρόμου, παρουσιάζαμε πολιτικό θέατρο και συμμετείχαμε σε πολλές συναντήσεις και εκδηλώσεις αντίστασης που αντιτίθονταν στις ιμπεριαλιστικές πολιτικές των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ.
Ήμασταν μαζί σε διαδηλώσεις αλληλεγγύης με τα απελευθερωτικά κινήματα στη Νικαράγουα και το Ελ Σαλβαδόρ, ενάντια στις κρατικές επισκέψεις του Ρίγκαν, τότε Προέδρου των ΗΠΑ, και του Χέιγκ, τότε Ανώτατου Διοικητή ΗΠΑ-ΝΑΤΟ, και σε αλληλεγγύη με τους πολιτικούς κρατούμενους.
Τις επιθέσεις της RAF ενάντια σε Haig και Kroesen, καθώς και στο αμερικανικό ηπα στρατιωτικό αεροδρόμιο στο Ράμσταϊν ως βάση για τους πολέμους τους σε όλο τον κόσμο και την απόπειρα στο Ομπεραμεργκάου/Oberammergau, τις θεωρούσαμε, κατά την εποχή των μεγάλων κινητοποιήσεων ενάντια στην τοποθέτηση αμερικανικών πυραύλων μεσαίου βεληνεκούς και των αμερικανικών πολέμων αντι-εξέγερσης κατά των απελευθερωτικών κινημάτων, ως μια ενίσχυση της αντίστασής μας, και αντίστροφα.
Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου έφτασε και η πρόταση από τη RAF και την Action Directe για τη δημιουργία ενός κοινού μετώπου αντίστασης στον αγώνα κατά του σχηματισμού της δυτικής Ευρώπης ως ιμπεριαλιστικού μπλοκ και σε αλληλεγγύη με τα απελευθερωτικά κινήματα.
Η κρατική αστυνομία χτύπησε σκληρά με ενισχυμένη καταστολή. Αρκετοί αντιιμπεριαλιστές συντρόφισσες και σύντροφοι γνωστοί στην αστυνομία του Κράτους συνελήφθησαν. Το Γραφείο του Ομοσπονδιακού Γενικού Εισαγγελέα απέκτησε, με το χτίσιμο μιας υποτιθέμενης «νόμιμης RAF», το μέσο που κατέστησε δυνατό να οδηγούνται στη φυλακή οι σύντροφοι για πολλά χρόνια με καταδίκες χωρίς αποδείξεις της υποτιθέμενης συμμετοχής τους σε μαχητικές ενέργειες.
Από τότε που επισκεπτόμασταν πολιτικούς κρατούμενους, εμείς —και με το «εμείς» αναφέρομαι σε πολλές συντρόφισσες και συντρόφους— παρακολουθούμασταν σχεδόν σε κάθε βήμα. Μας τρομοκρατούσαν με απροκάλυπτες παρατηρήσεις, με ελέγχους ακόμη και αρκετές φορές την ημέρα, κατά τους οποίους μας φώναζαν ονομαστικά και μας ζητούσαν να επιδείξουμε τα έγγραφά μας. Στον δρόμο όπου μέναμε, συχνά έστηναν σημεία ελέγχου, ώστε κανένας επισκέπτης να μην μπορεί να φτάσει σε εμάς δίχως να είναι καταγεγραμμένος. Η άλλη παραλλαγή ήταν οι μυστικές παρακολουθήσεις, οι οποία υποτίθεται ότι θα περνούσαν απαρατήρητες.
Αυτές οι παρακολουθήσεις ήταν σαν μεταδοτικές ασθένειες, που εξαπλώνονταν/μεταδίδονταν από άνθρωπο σε άνθρωπο. Σε κάθε περίπτωση, έπρεπε πάντα να υποθέτουμε ότι οι «άρχοντες του πρωινού λυκόφωτος» παραμόνευαν κάπου. Χρειαζόταν μεγάλη προσπάθεια για να ξεφύγει κάποιος από αυτή την παρακολούθηση, τουλάχιστον για λίγες ώρες, είτε για να μιλήσει δίχως φόβο μήπως ακουστεί, ίσως για να γράψει συνθήματα ή να κολλήσει αφίσες.
Είναι σαφές ότι η αντίσταση δεν θα μπορούσε ποτέ να επιτρέψει στον εαυτό της να αλυσοδεθεί με τέτοιο τρόπο, πράγμα που σήμαινε να επιτραπεί κάθε δραστηριότητα να παρακολουθείται από την κρατική αστυνομία. Και φυσικά, δεν θέλαμε να εκθέσουμε ούτε την ερωτική μας ζωή στους φρουρούς/φύλακες.
Ήδη στα χρόνια του ’70 και του ’80, υπήρχαν πάντα συντροφ* που παρατηρούσαν πώς το δίχτυ γύρω τους σφίγγονταν όλο και περισσότερο, και που εξαφανίζονταν από φόβο και συλλήψεις, εξαφανίζονταν από τη σκηνή, και -μερικοί, ακόμη και για χρόνια- ζούσαν στο εξωτερικό.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, στις αρχές των χρόνων ’90, ήταν σαφές ότι χρειαζόταν ένας θεμελιώδης επαναπροσδιορισμός και αναστοχασμός της επαναστατικής πολιτικής. Επειδή, αφενός, οι διεθνείς συνθήκες-πλαίσιο είχαν αλλάξει ριζικά και, αφετέρου, ήταν θέμα επεξεργασίας των εμπειριών του παρελθόντος/προηγούμενων εμπειριών.
Εκείνη την εποχή, ήμουν μια από τους πολλούς που δεν σκέφτηκαν να υποχωρήσουν μπροστά σε αυτό το κοσμοϊστορικό σημείο καμπής. Δεν θέλαμε να δεχτούμε την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης ως μια οριστική νίκη του καπιταλισμού. Ήταν σαφές ότι αυτή η αποδυνάμωση του παγκόσμιου σοσιαλιστικού κινήματος θα είχε καταστροφικές συνέπειες.
Στην ΟΔΓ οδήγησε στην επιστροφή της Bundeswehr ως ανοιχτά εμπόλεμου στρατού, που ενεπλάκη άμεσα στον πόλεμο κατά της Γιουγκοσλαβίας, κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου. Οδήγησε στην προσάρτηση της ΛΔΓ από την ΟΔΓ, η οποία επιβλήθηκε ενάντια στη θέληση όσων είχαν ξεκινήσει την άνοδό τους στη ΛΔΓ με στόχο μια θετική αλλαγή εκεί και πέρα ​​από το καπιταλιστικό σύστημα και την πραγματικότητα της Δυτικής Γερμανίας. και έφερε μαζί της μια νεοφιλελεύθερη επίθεση στα κοινωνικά κεκτημένα που κερδήθηκαν με κόπο. Και μια ρατσιστική κινητοποίηση που τροφοδοτήθηκε από το CDU ως εκτροπή κάθε οργής που θα μπορούσε να είχε εξαπολυθεί και της νεοσύστατης αντίστασης.
Ταυτόχρονα, γιορτάζονταν μια εθνικιστική θριαμβευτική ευφορία. Αυτό έγινε αμέσως αντιληπτό από τη δεξιά και οδήγησε, στην ενωμένη Γερμανία, στη δύση και στην ανατολή, σε θανατηφόρες εμπρηστικές επιθέσεις όπως αυτές στο Ζόλινγκεν και Μελν/ a Solingen e Mölln, καθώς και σε επιθέσεις εναντίον μεταναστών, προσφύγων και αριστερών ανθρώπων και των δομών τους. Θυμάμαι μόνο το Ρόστοκ-Λίχτενχαγκεν και το Χόγιερσβερντα/Rostock-Lichtenhagen e Hoyerswerda και τα νέα αντιφασιστών που βρίσκονται αυτή τη στιγμή μπροστά στα δικαστήρια και οι οποίοι εκτέθηκαν σε αυτή την ατμόσφαιρα στην Ανατολική Γερμανία από νέοι.
Φυσικά, αναγνωρίσαμε/αντιληφθήκαμε αυτή την οδυνηρή αδυναμία της αριστεράς σε όλο τον κόσμο, και για αυτόν τον λόγο ταξιδέψαμε με την επιθυμία να καταβάλουμε κάθε δυνατή προσπάθεια για να βρούμε απαντήσεις στα ερωτήματα που αντιμετωπίζαμε και να συνεχίσουμε να υπάρχουμε ως ριζοσπαστική αριστερή δύναμη. Συζητήσεις σχετικά με αυτό έλαβαν χώρα μαζί με ανθρώπους που κρύβονταν. Μακροπρόθεσμα, ήταν πολύ επικίνδυνο να ξεφεύγουμε επανειλημμένα από την κατάσταση παρακολούθησης και στη συνέχεια να επιστρέφουμε.
Αποφάσισα να μην συνεχίσω να κοιτάζω αυτήν την κατάσταση και έτσι έμεινα μακριά. Ήταν η απόφαση να κάνω την αντίσταση το κέντρο της ζωής μου, και οι επαφές και οι συζητήσεις με άλλες συντρόφισσες και συντρόφους που έθεταν τα ίδια ερωτήματα για το «Πώς να συνεχίσουμε;» και για τον επαναπροσδιορισμό της επαναστατικής πολιτικής είχαν καταστεί μια προτεραιότητα για μένα.
Η RAF δεν υπάρχει εδώ και 28 χρόνια. Το γεγονός ότι η RAF έπαιξε έναν σημαντικό ρόλο στη ζωή μου πηγάζει από όσα έχω γράψει εδώ. Αυτές οι συντρόφισσες και σύντροφοι αντιπροσώπευαν για εμένα την ευκαιρία, τη δυνατότητα να τα σπάσω με αυτό το σύστημα και να αγωνιστώ στη θεμελιώδη αντίσταση για την απελευθέρωση.
Μέσα από τη συζήτηση για τις πρώτες ενέργειες της RAF κατά τη διάρκεια του πολέμου του Βιετνάμ, μάθαμε περισσότερα για τον ρόλο της ΟΔΓ και σχετικά με τις παγκόσμιες ισορροπίες δυνάμεων και σχετικά με το πώς οι αγώνες μπορούν να διατηρηθούν σε διεθνές επίπεδο.
Ακόμα και από τις φυλακές, ο αγώνας των κρατουμένων ενάντια στο βασανιστήριο της απομόνωσης και για κοινότητα, για να μπορούν να είναι μαζί και να δρουν, δίπλα σε εκείνους που το ήθελαν για τον εαυτό τους, μετέφερε μια ιδέα αυτού που πραγματικά έχει σημασία στον αγώνα για την απελευθέρωση. Δηλαδή, μια κοινωνία στην οποία το «για όλους» είναι κεντρικό/βρίσκεται στο κέντρο και όχι το κέρδος, το χρήμα, η εξουσία – όχι το να έχεις, αλλά το να είσαι, και μαζί.
Αυτό παρέμεινε έτσι για μένα για πολύ καιρό, ανεξάρτητα από τις κριτικές που είχα ήδη τότε επάνω σε ορισμένες ενέργειες και σχετικά με τους προσδιορισμούς που βρίσκονταν στη βάση. Ακόμα και ανεξάρτητα από την επίγνωση της αναγκαιότητας να αντιμετωπίσουμε τα ιστορικά λάθη της ριζοσπαστικής και μαχητικής/στρατευμένης αριστεράς, συνεπώς και εκείνων της RAF.
Προέκυψε η ιδέα ότι ο ένοπλος αγώνας θα έπρεπε να είναι πολιτικά δεσμευτικός και να ενσωματωθεί σε μια αντιεξουσία από τα κάτω. Αλλά ολόκληρη η πολιτική κατάσταση δεν το επέτρεπε. Βρήκα τη διάλυση της RAF και τα κίνητρά της απολύτως σωστά.
Εμείς, ως ριζοσπαστική και μαχητική αριστερά, σίγουρα έχουμε κάνει πολλά λάθη, αλλά σίγουρα όχι αυτό της αδιάφορης αποδοχής της μιζέριας της εποχής μας.
Φυσικά, θα ήθελα να συμμετάσχω σε μια συζήτηση, και πάνω απ’ όλα σε συζητήσεις, για αυτήν την εποχή αντίστασης. Ο Burkhard Garweg είχε απόλυτο δίκιο όταν το έγραψε αυτό στο τέλος της επιστολής του προς την Caroline Braunmühl. Μια συζήτηση με εκείνους που κάποια στιγμή ήταν μέρος αυτής της ιστορίας αντίστασης και με όλους εκείνους που θέλουν να οικειοποιηθούν τις εμπειρίες για το μέλλον της αντίστασης. Δεν νομίζω ότι η αίθουσα του δικαστηρίου είναι το κατάλληλο μέρος για μια εις βάθος συμβολή στη συζήτηση.
Έτσι, για μένα, μια συζήτηση έχει ήδη εμποδιστεί από την αρχή. Οι επισκέψεις πρώην κρατουμένων της RAF και του Κινήματος της 2ας Ιουνίου έχουν απορριφθεί με τους πιο περίεργους λόγους, κουφούς. Επιπλέον, κατά τη διάρκεια των επισκέψεων, κάθε φράση καταγράφεται για την αστυνομία του Κράτους, ακόμη και πριν προλάβω να ανταλλάξω μια σκέψη με τους επισκέπτες.
Το Γραφείο του Ομοσπονδιακού Γενικού Εισαγγελέα κατάσχει κάθε δήλωση που κάνω, ακόμη και την πιο γενική, σχετικά με την ιστορία της αντίστασης ως «αποδείξεις» συμμετοχής στη RAF, και αυτές, με τη σειρά τους, θεωρούνται απόδειξη της συμμετοχής μου στις ενέργειες που μου αποδίδουν.
Βλέπω σε αυτό, καθώς και τις υπερβολικές αναφορές με τις οποίες παρενοχλούνται όλο και περισσότεροι σύντροφοι από τις δεκαετίες του 1970 και του 1980, μια απειλή όχι μόνο για μένα. Φυσικά, εκείνη την εποχή, οι ένοπλες αριστερές ομάδες δεν κινούνταν στο κενό. Όπως εμένα, άγγιξαν, επηρέασαν και προκάλεσαν την αλληλεγγύη, την πολιτική ή/και πρακτική υποστήριξη και τις κριτικές πολλών συντροφισσών και συντρόφων που είχαν τις δικές τους πρακτικές αντίστασης.
Αλλά τώρα, μετά από 40/50 χρόνια, το να χτυπούμε με υψηλά πρόστιμα ανθρώπους και να τους απειλούμε με προφυλάκιση αν δεν είναι πρόθυμοι να διηγηθούν τις ιστορίες τους στο Ομοσπονδιακό Ποινικό Γραφείο και στο Γραφείο του Ομοσπονδιακού Γενικού Εισαγγελέα, και να κατονομάζουμε άλλα ονόματα που θα κλητευτούν και αυτά στη συνέχεια, αγνοώντας εντελώς την κατάσταση της υγείας μεμονωμένων συντροφισσών και συντρόφων κατά τη διάρκεια των αναφορών/κλήσεων, καταδεικνύει την πρόθεση να τιμωρούνται ακόμη και σήμερα οι σύντροφοι, ως αποδιοπομπαίοι τράγοι για την ιστορία της αντίστασης, με αποτρεπτικούς σκοπούς/σκοπιμότητες.
Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, στις 10 απριλίου 1992, η RAF δήλωσε ότι θα σταματούσε τις θανατηφόρες επιθέσεις εναντίον εκπροσώπων του κράτους και της οικονομίας για την απαραίτητη διαδικασία συζήτησης και ότι θα αποκλιμάκωνε τις ενέργειες από πλευράς της.
Ταυτόχρονα, η αλληλεγγύη προς τον αγώνα των πολιτικών κρατουμένων αυξήθηκε, όπως και η επιθυμία να συμπεριληφθούν στις συζητήσεις της ριζοσπαστικής αριστεράς. Το Κράτος φαινόταν να κινείται προς μια θετική κατεύθυνση όσον αφορά τα αιτήματα για βελτίωση των συνθηκών κράτησης και την απελευθέρωση των ασθενών κρατουμένων.
Αλλά μόλις τα υψηλότερα κλιμάκια της αστυνομίας του Κράτους έμαθαν ότι το Γραφείο για την Προστασία του Συντάγματος είχε έναν κατάσκοπο, τον Κλάους Στάινμετζ, Klaus Steinmetz, σε επαφή με άτομα που κρύβονταν/στην παρανομία, η κλιμάκωση συνεχίστηκε αμέσως. Όσον αφορά τα αιτήματα των κρατουμένων, η κατάσταση έκλεισε για άλλη μια φορά.
Τον μάρτιο του 1993, η RAF ανατίναξε το νέο κτίριο φυλακών που βρισκόταν υπό κατασκευή στο Βάιτερστατ/Weiterstadt. Ταυτόχρονα, το Κράτος προετοίμαζε ένα τεράστιο κύμα συλλήψεων. Στη συνέχεια, χτύπησαν στο Μπαντ Κλάινεν/Bad Kleinen. Ο Wolfgang Grams/Βόλφγκανγκ Γκραμς σκοτώθηκε και η Μπίργκιτ Χόγκεφελντ/Birgit Hogefeld συνελήφθη. Οι κρατούμενοι της RAF και της αντίστασης κατακλύστηκαν από νέες δίκες και μακροχρόνιες ποινές φυλάκισης.
Το 1998, η RAF διαλύθηκε από δική της πρωτοβουλία. Τόσο η Κρατική αστυνομία όσο και οι πολυσυζητημένοι εμπειρογνώμονές της, όπως ο Μπουτζ Πέτερς ή ο Αλεξάντερ Στράσνερ/Butz Peters o Alexander Strassner, μίλησαν για ένα μάξιμουμ έως και 30 ατόμων που μπορεί να αποτελούσαν τη RAF στα τελευταία της χρόνια. Είπαν επανειλημμένα αρκετά ανοιχτά ότι κατά βάθος δεν είχαν ιδέα. Και έτσι έπρεπε να παραμείνει. Σε μια σοβαρή εξέταση και κοινωνική συζήτηση για την ιστορία, δεν μιλάμε για μεμονωμένα άτομα, αλλά για το πολιτικό περιεχόμενο της συζήτησης.
Μετά το 1998, μόνο οι Μπούρκχαρντ Γκάρβεγκ, Φόλκερ Στάουμπ και εγώ αναζητούμασταν δημόσια. Δεν ήταν δυνατό για κανέναν, είτε τον κυνηγούσαν με λίστες καταζητούμενων είτε όχι, να παραδοθεί μόνος του. Το Κράτος είχε παράσχει σαφή στοιχεία για το τι θα μας περίμενε αν έπιαναν στα χέρια τους έναν από εμάς. Ήθελαν να γιορτάσουν επάνω μας τη θριαμβευτική τους πορεία εναντίον της RAF και μαζί της ένα σημαντικό μέρος της θεμελιώδους αντίστασης στην ιστορία της ΟΔΓ.
Αυτό φάνηκε ξανά σχεδόν 30 χρόνια αργότερα, μετά τη σύλληψή μου, τόσο στην αντιμετώπιση, στην παρουσίασή μου, όσο και στην κάλυψη ολόκληρης της υπόθεσης από τα μέσα ενημέρωσης.
Δεν θέλαμε να εκτεθούμε σε αυτό. Έτσι, ήταν σχεδόν προφανές πως δεν θα αφήναμε να μας αρπάξουν υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, σε καμία περίπτωση. Δεν θέλαμε να εκτεθούμε σε τελετουργίες καταδίκης που είχαν ήδη τεθεί σε ισχύ εδώ και χρόνια. Ούτε θέλαμε να υποστούμε μακροχρόνιες ποινές φυλάκισης για όλες τις πιθανές ενέργειες της RAF και της αντίστασης που δεν είχαν ακόμη καταδικαστεί. Ούτε θέλαμε να διατρέχουμε τον κίνδυνο να σκοτωθούμε κατά τη διάρκεια μιας σύλληψης.
Κρυμμένοι, στην παρανομία, είχαμε την ευκαιρία, ως ριζοσπαστική αριστερά, αν και εντός ορίων και αποσυρμένοι, να συνεχίσουμε να ζούμε ελεύθεροι. Εδώ, μπορούσαμε να ζούμε σε αυτόνομες και υποστηρικτικές σχέσεις με συντρόφισσες και συντρόφους, φίλες και φίλους και να αποφασίζουμε τη δική μας μελλοντική πορεία.
Αυτό το Κράτος δεν είναι φίλος των πολιτικών λύσεων, αλλά φίλος του κεφαλαίου. Όλοι πρέπει να υποτάσσονται σε αυτό.Μια τόσο μακρά ζωή στην παρανομία γεννήθηκε από αυτή την ιστορία. Όχι από πνεύμα περιπέτειας, πόσο μάλλον για να πλουτίσουμε. Τις τελευταίες δεκαετίες και σήμερα είναι μια αμυντική θέση της αντίστασης. Παρόλο που η ζωή από την οποία αποκόπηκα/με άρπαξαν σήμαινε πολλά για μένα, δεν υπήρχε κανένα σχέδιο να προσπαθήσω να ξεφύγω από την κατάσταση με βία και πυροβολώντας. Γι’ αυτό δεν συνέβη τίποτα παρόμοιο.
Όταν άκουσα την αγόρευση του εισαγγελέα, σκέφτηκα πόσες πιρουέτες έπρεπε να κάνει για να πει ψέματα σχετικά με όλα αυτά. Στη δίκη, μάλιστα, συνεχίζουν να ισχυρίζονται μια φερόμενη/υποτιθέμενη πρόθεση να σκοτώσω ώστε να με χτυπήσουν με ένα σφυρί. Αυτό που συμβαίνει εδώ είναι εν μέρει εκδικητικές επιδιώξεις, αλλά πάνω απ’ όλα τεχνικές κυριαρχίας. Αυτή η αντίφαση δείχνει: πρόκειται για μια δαιμονοποίηση που θα πρέπει να συνεχίσει να νομιμοποιεί το κυνήγι φερόμενων ως εγκληματιών που είναι επικίνδυνοι για την κοινότητα και να αποτελεί παράδειγμα, θέλουν να δημιουργήσουν ένα παράδειγμα.
Σε αυτό αντιτίθεμαι με την απαίτηση: σταματήστε το κυνήγι του Burkhard Garweg και του Volker Staub!
Όσον αφορά τις ψυχολογικές συνέπειες για ορισμένους από όσους επλήγησαν από τις ληστείες, που συζητήθηκαν εδώ στη δίκη, συμφωνώ απόλυτα με τη δήλωση του Burkhard Garweg στον αποχαιρετισμό του από την κρυψώνα/την παρανομία τον οκτώβριο του 2024: «Οι τραυματισμοί ταμιών και εργαζομένων στις μεταφορές χρημάτων είναι αξιοκατάκριτες».
Αφού έμαθα στη δίκη πόσο άσχημα εξακολουθούν να νιώθουν ορισμένοι από τους πληγέντες, για παράδειγμα ο οδηγός Μίρκο Κράμερ από το Βόλφσμπουργκ/Mirko Kramer di Wolfsburg ή η κα Ούλμερ από το Μπόχουμ/Ulmer di Bochum, ταμίας, πρέπει να πω ότι τους λυπάμαι πολύ λόγω των σοβαρών ψυχολογικών τραυμάτων που αναφέρθηκαν στη δίκη.
Πριν διαβάσω τα έγγραφα της δίκης, θα μπορούσα να είχα φανταστεί πιο εύκολα τραυματισμούς για το προσωπικό των ταμείων μετά από ληστείες παρά για έναν ένοπλο μεταφορέα μετρητών. Είναι εκπληκτικό το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι στις μεταφορές μετρητών δεν λαμβάνουν εκπαίδευση που να τους επιτρέπει να ενεργούν με υπολογιστικό και ψυχρό τρόπο σε μια τέτοια κατάσταση, αντί να παραμένουν εντελώς υπό κατάσταση σοκ. Ειδικά επειδή η δουλειά τους υπάρχει ακριβώς λόγω του πραγματικού κινδύνου των ληστειών. Και είναι αξιοσημείωτο ότι σε περίπτωση ληστείας πρέπει πρώτα να περιμένουν ώρες μόνοι τους ή δύο μαζί μέσα στο αυτοκίνητο. Πάντα για να προστατεύουν τα χρήματα, ακόμα κι αν είναι ήδη τα πάντα γεμάτα με αστυνομικούς, αντί να λαμβάνουν μια πρώτη ψυχολογική βοήθεια.
Μόνο σε σχέση με αυτή τη δίκη ήρθα αντιμέτωπη για πρώτη φορά με το γεγονός ότι οι οδηγοί θωρακισμένων βαν και οι μεταφορείς χρηματαποστολών μιλούν για «τραυματισμούς»/»συναισθηματικές πληγές»/»ψυχολογικά τραύματα».
Όταν εγώ, μαζί με τους δικηγόρους μου, αποφάσισα να μην θέσουμε υπό συζήτηση τις ψυχολογικές συνέπειες για τους μάρτυρες στη δίκη, υπήρχαν δύο λόγοι. Ο κύριος λόγος ήταν ότι δεν έπρεπε να γίνει τίποτα που θα μπορούσε να συμβάλει στον επανατραυματισμό ή στην επιδείνωσή του. Αυτά είναι επίσης πολύ προσωπικά ζητήματα, ειδικά όσον αφορά τα προηγούμενα βάρη στο ιστορικό ζωής των θυμάτων. Δεν θεωρήσαμε σκόπιμο να διερευνήσουμε δημόσια αυτό το θέμα.
Ο δεύτερος λόγος ήταν ότι πιστεύω ότι είναι πιθανό και γενικά δικαιολογημένο πως οι θιγόμενοι, μετά από μια τέτοια ληστεία ή απόπειρα ληστείας, θα είχαν αποκτήσει το δικαίωμα σε μεγαλύτερης διάρκειας άδεια μετ’ αποδοχών με αυτόν τον τρόπο.
Το ότι αυτό συμβαίνει αποδεικνύεται από τη δήλωση του οδηγού Whitley, του οποίου το αφεντικό παρενέβη αμέσως μετά τη ληστεία στο Ντούισμπουργκ για να αποτρέψει ένα τέτοιο περιστατικό. Δεν τον αναφέρω για να το υπονοήσω κάποιο από τα θύματα εδώ. Θέλω απλώς να διευκρινίσω ένα σημείο: τόσο οι ταμίες όσο και οι μεταφορείς μετρητών και τιμαλφών είναι προλετάριοι, όχι εχθροί.
Είναι γνωστό ότι οι συνθήκες εργασίας στον τομέα της μεταφοράς μετρητών και τιμαλφών είναι ανεπαρκείς και η εργασία δεν πληρώνεται καλά. Η δήλωση του οδηγού Immes ταιριάζει απόλυτα σε ετούτο: μετά τη ληστεία στο Stuhr, η διοίκηση της εταιρείας πληροφορήθηκε αμέσως για την κατάσταση του αυτοκινήτου, αλλά όχι για την κατάσταση των ανθρώπων. Είναι εκπληκτικό το γεγονός ότι ορισμένα πληρώματα μεταφοράς μετρητών και τιμαλφών εξακολουθούν να διακινδυνεύουν τόσα πολλά για την εταιρεία »τους». Ειδικά επειδή υπάρχει η οδηγία πως δεν πρέπει να διακινδυνεύουν τη ζωή τους για το χρήμα.
Ο πρώην στρατιώτης και οδηγός Whitley δήλωσε ότι μπορεί ακόμη και να είχε ξεκινήσει μια ανταλλαγή πυροβολισμών αν κρατούσε μαζί του το όπλο του. Είχα ήδη διαβάσει σε ένα άρθρο μετά το περιστατικό στο Wolfsburg ότι υπάρχει η υπηρεσιακή οδηγία να αφήνουν τον κούριερ με τους ληστές εάν ο οδηγός έχει τη δυνατότητα να φύγει. Ωστόσο, δεν το πήρα σοβαρά, αλλά μάλλον ως μια δήλωση του επικεφαλής της εταιρείας για να προστατεύσει δημόσια τον οδηγό του, ο οποίος, άλλωστε, είχε σώσει για την εταιρεία ένα σωρό χρήματα.
Επειδή η εγκατάλειψη του συναδέλφου του αμφισβητήθηκε στην αρχή ηθικά από τον τοπικό τύπο. Μόνο όταν προέκυψαν υποψίες ότι η απόπειρα ληστείας είχε διαπραχθεί από την πολυδιαφημισμένη πρώην RAF, τα μέσα ενημέρωσης κλιμάκωσαν την κατάσταση/ανέβασαν τους τόνους και έγραψαν για αδίστακτους και βάναυσους ληστές.
Όταν διάβασα στα έγγραφα για τη διαταραχή μετατραυματικού στρες που υπέφερε ο οδηγός Ίμες από το Στουρ/Immes di Stuhr, μου φάνηκε εύλογο από την αρχή. Αν και οι δικηγόροι μου διευκρίνισαν επανειλημμένα ότι δεν στόχευαν αυτόν και ότι ήταν ακόμη και μέρος της θεραπείας του να συνειδητοποιεί ότι κανείς δεν ήθελε να τον σκοτώσει, γεγονός παραμένει ότι το αντιλήφθηκε έτσι και σοκαρίστηκε σοβαρά, ειδικά επειδή βρέθηκε σε μια κατάσταση που, για κάποιον που είχε προβλήματα σε μικρούς, κλειστούς χώρους, πρέπει να ήταν τρομακτική μόνο και μόνο το γεγονός πως ήταν κλεισμένος μέσα. Αρχικά, διαβάζοντας τα έγγραφα, δεν πίστεψα λέξη του Μίρκο Κράμερ/Mirko Kramer, οδηγού του Βόλφσμπουργκ.
Είχε εμπλακεί άμεσα στη ληστεία μόνο για λίγα δευτερόλεπτα. Είχε μάλιστα θέσει τους ληστές σε δύσκολη θέση και είχε απομακρυνθεί γρήγορα από την πραγματική επικίνδυνη ζώνη. Μόνο λίγο πριν την κατάθεσή του στο δικαστήριο συνειδητοποίησα ότι κάτι τον είχε πραγματικά συγκλονίσει ολοκληρωτικά.
Ο εκλυτικός παράγοντας ήταν η ληστεία, επειδή μόνο έτσι βρέθηκε σε αυτή την κατάσταση, να πρέπει να πάρει μια απόφαση. Για να εξασφαλίσει τα χρήματα των αφεντικών του, επέλεξε να ακολουθήσει τις οδηγίες της εταιρείας, εγκαταλείποντας τον συνάδελφό του με τους ληστές.
Ο τελευταίος δήλωσε ότι ο κ. Κράμερ είχε ενεργήσει σωστά σύμφωνα με την οδηγία, αλλά είπε επίσης, ουσιαστικά, ότι αυτή η οδηγία δεν ήταν ανθρωπίνως σωστή. Αυτό ακριβώς πιστεύω κι εγώ. Είναι καθαρός καπιταλισμός. Ο ίδιος δήλωσε σχετικά: «Έπρεπε να ακούσω να μου λένε ότι το χρήμα είναι πιο σημαντικό από τον άνθρωπο». Αυτό πετυχαίνει διάνα, χτυπάει κέντρο.
Από τις δηλώσεις του οδηγού του Kremlingen, Michael Sohn, συμπέρανα ότι στο περιβάλλον των συναδέλφων του δεν πλησίασαν τον Kramer μετά τη ληστεία. Ακόμα και ο τύπος αμφισβήτησε τη συμπεριφορά του. Νομίζω ότι ο ίδιος είχε αμφιβολίες. Αφού είδε το αυτοκίνητο των ληστών να απομακρύνεται, γύρισε πίσω για να ψάξει τον συνάδελφό του. Είναι εύκολο να φανταστεί κάποιος πόσο πανικοβλημένος πρέπει να ήταν όταν αρχικά δεν μπορούσε να τον βρει πουθενά.
Όπως είπα και πριν, λυπήθηκα βαθιά όταν είδα και άκουσα πόσο άσχημα αισθάνονταν από τότε. Ελπίζω να νιώσει σύντομα καλύτερα. Λυπήθηκα επίσης βαθιά για τον οδηγό, Immes, από το Stuhr. Ένιωθε ότι η ζωή του απειλούνταν και υπέφερε για μεγάλο χρονικό διάστημα κάτω από αυτό το σοκ.
Υπό τον καπιταλισμό, η περιουσία και τα χρήματα των πλουσίων προστατεύονται από τον κόσμο με μεγάλη προσπάθεια. Αντίθετα, στις περιπτώσεις «εγκληματικότητας των λευκών κολάρων», όπως για παράδειγμα η υπόθεση Cum-Ex, στην οποία κλάπηκαν 30 δισεκατομμύρια ευρώ για να πλουτίσουν περαιτέρω οι πλούσιοι, το Κράτος και το δικαστικό σύστημα προστατεύουν τους εγκληματίες παρεμποδίζοντας τις αποτελεσματικές έρευνες.
Φυσικά, θα υπάρχουν πάντα καταστάσεις στις οποίες οι άνθρωποι, λόγω διώξεων ή έλλειψης άλλων μέσων επιβίωσης, θα αναγκάζονται, ως μη κατέχοντες, να κλέβουν χρήματα.
Αυτή η αναγκαιότητα υπήρχε συχνά στην ιστορία της αριστεράς. Δεν έχει καμία σχέση με την επιπολαιότητα ή την περιπέτεια. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να προτιμώνται όλες οι επιλογές για την απόκτηση χρημάτων με τις οποίες ο κίνδυνος για τους ανθρώπους μπορεί να διατηρηθεί όσο το δυνατόν χαμηλότερος.
Τελικά, ωστόσο, λέμε πως πρέπει να δημιουργηθούν οι συνθήκες στις οποίες οι άνθρωποι να μη χρειάζεται πλέον να αποκτούν χρήματα, με οποιοδήποτε τρόπο, για να επιβιώσουν. Είτε μέσω εκμετάλλευσης σε μισθωτή εργασία, είτε μέσω παράνομης εργασίας, αυτο-εκμετάλλευσης, είτε μέσω ληστειών και κλοπών.
Αντί να ανησυχούμε για την εξασφάλιση της επιβίωσής μας ως μη κατέχοντες, θα προτιμούσαμε σε κάθε στιγμή να επενδύουμε τις ενέργειές μας σε ουσιαστικά πράγματα, σε εποικοδομητικές αναζητήσεις, σε πολιτικές συζητήσεις, στο να μαθαίνουμε χρήσιμα πράγματα, μαζί, μέσα από τις φιλίες. Όλοι έχουμε πολλά ενδιαφέροντα και ικανότητες που μπορεί να σχετίζονται, μεταξύ άλλων, με την αναζήτηση απαντήσεων στα ερωτήματα της εποχής μας, σχετικά με το πώς να σταματήσουμε την μανία της καταστροφής και του πολέμου και να οικοδομήσουμε μια διαφορετική πραγματικότητα.
Λίγο καιρό μετά την επίθεση αυτή στο Στουρ, ο Burkhard, ο Volker και εγώ διώχθηκαμε ποινικά για απόπειρα δολοφονίας. Για πολλά χρόνια, η Εισαγγελία και η Κεντρική Υπηρεσία Εγκληματολογικών Ερευνών της Κάτω Σαξονίας δεν βρήκαν προφανώς κανένα χρήσιμο στοιχείο, γι’ αυτό και μετά το 2023 επανέλαβαν τις έρευνές τους με ακόμη μεγαλύτερη ένταση. Με ανακρίσεις σε αμέτρητους παλιούς φίλους και γνωστούς, έρευνες στα σπίτια γονιών και άλλων συγγενών, εκκλήσεις στο τηλεοπτικό πρόγραμμα ”Aktenzeichen XY” και άλλα ρεπορτάζ, έστελναν τις ομάδες τους να ακολουθήσουν κάθε στοιχείο. Δυστυχώς, έπεσαν πάνω μου. Από τότε, η Εισαγγελία έφερε τον τρόμο στη ζωή φίλων, αδελφών, γονιών, γειτόνων, καθώς και στον χώρο των τροχόσπιτων με πραγματικές επιδρομές, χωρίς καμία ευαισθησία για τα τραύματα που προκαλούσαν. Αλλά πρόκειται για νόμιμες ληστείες, που διατάσσονται από την αστική δικαιοσύνη και, φυσικά, δεν διώκονται. Οι κατήγοροι δεν έχουν κανένα ηθικό πρόβλημα με αυτό. Η Εισαγγελία έδειξε ξεκάθαρα κατά τη διάρκεια της δίκης ότι δεν την ενδιαφέρει καθόλου η ευημερία των μαρτύρων ή των θυμάτων των ληστειών. Γιατί αλλιώς θα επέμενε ξανά και ξανά στις ανακρίσεις, όταν οι μάρτυρες δήλωναν ότι δεν ένιωθαν και τόσο άσχημα μετά τις αντίστοιχες επιθέσεις; Ότι το ξεπέρασαν σχετικά γρήγορα, και μάλιστα επέμενε μερικές φορές με αγένεια, όταν κάποιος έλεγε: ”Ήταν φανερό, δεν ήταν εναντίον μου”. Η εισαγγελία θα ήθελε σε κάθε περίπτωση να ακούσει κάτι διαφορετικό. Πόσο μεγάλη πρέπει να ήταν η απογοήτευσή της που οι θέσεις που είχαν κρατηθεί ειδικά για πολλούς ενάγοντες δεν ήταν πλήρως κατειλημμένες; Διότι τα θύματα είναι για εκείνη απλώς ένα μέσο για να καταφέρει να επιτύχει την πιθανώς υψηλότερη ποινή εναντίον μου, καθώς και να προωθήσει την αναζήτηση του Burkhard και του Volker. Για αυτό, προφανώς θα προτιμούσε να υπήρχαν περισσότερα θύματα που είχαν υποστεί εκ νέου τραύμα και είχαν σοβαρές βλάβες.
Το γεγονός ότι, σε αυτή τη δίκη, η εισαγγελία συμπεριφέρεται σαν να μην έχει καμία σημασία το πώς συμπεριφέρονται οι ληστές, ταιριάζει με την παραπάνω λογική. Φαίνεται μάλιστα να τους ενοχλεί περισσότερο όταν αναφέρεται ότι η συμπεριφορά των ληστών απέναντι στα θύματα ήταν ευγενική και καθησυχαστική. Το βρίσκω ακατανόητο, γιατί φυσικά και δεν είναι αδιάφορο ούτε για τα θύματα ούτε για τους ληστές το πώς συμπεριφέρονται. Στο πνεύμα της επιβολής του τρόμου, το δικαστήριο παρενέβη πριν από μερικές εβδομάδες απόρριπτόντας ένα αίτημα της υπεράσπισής μου, όπου υποστηρίχθηκε ότι όποιος διαπράττει ληστείες υπολογίζει τις σοβαρές παρενέργειες του τραύματος, καθώς είναι γνωστό ότι παντού συναντώνται τραυματισμένοι άνθρωποι, από μεταφορείς χρημάτων, ταμίες έως τις ειδικές δυνάμεις και όλους τους τυχαίους παρευρισκόμενους. Είναι επίσης γνωστό ότι έχουν προκληθεί τραύματα ακόμη και σε στρατιώτες και αστυνομικούς. Το τελευταίο ήταν ήδη γνωστό. Συγκεκριμένα όταν είχαν βρεθεί σε καταστάσεις όπου άνθρωποι, συμπεριλαμβανομένων συναδέλφων τους, είχαν χάσει τη ζωή τους κατά τη διάρκεια αποστολών, όταν οι ίδιοι είχαν συμμετάσχει σεμαζικές σφαγές ή είχαν γίνει μάρτυρες αυτών.
Δεν θα περίμενα άτομα με τέτοια τραύματα ούτε στην αστυνομία ούτε ως ένοπλοι μεταφορείς χρημάτων, αλλά σε ψυχολογική θεραπεία ή σε θέσεις που ευνοούν την ανάρρωσή τους. Αλλά τί ακριβώς θέλει να πει αυτό; Και εδώ υπάρχει αυτή η καταστροφική υπόθεση ότι δεν έχει σημασία αν οι άνθρωποι σε τέτοιες επιθέσεις είναι βίαιοι και επιθετικοί ή όχι, γιατί όταν συναντούν τραυματισμένους, είναι το ίδιο; Πόσο ανεύθυνες και λανθασμένες είναι τέτοιες δηλώσεις! Αλλά πέρα από αυτό, τί λέει αυτό για την κατάσταση αυτής της κοινωνίας, όταν σήμερα συναντάμε τραυματισμένους και ψυχικά πληγωμένους ανθρώπους σε κάθε βήμα, δηλαδή όχι ως σπάνια εξαίρεση, αλλά ως αυξανόμενο κανόνα; Η διαρκής προπαγάνδα για την προετοιμασία για τον πόλεμο και τη στρατιωτικοποίηση, η προάσπιση του δικαιώματος του στρατιωτικά ισχυρότερου στις διεθνείς διαμάχες για την εξουσία και την πρόσβαση σε πρώτες ύλες και γη, συνοδεύεται από την ενδυνάμωση της ακροδεξιάς και την εξάπλωση της φασιστικής σκέψης. Ενισχύονται οι ιδέες που εξυμνούν τη βία και το πατριαρχικό σύστημα.
Από την «ιστορική καμπή» (Zeitenwende)/»σταθμό ιστορικής σημασίας» και έπειτα, οι γυναικοκτονίες, οι βιασμοί, η σεξουαλική βία – ακόμη και κατά τη διάρκεια αστυνομικών επεμβάσεων – είναι πανταχού παρούσες. Κατά τη διάρκεια της απομόνωσης λόγω της πανδημίας του κορονοϊού, οι εκρήξεις πατριαρχικής βίας στις οικογένειες αυξήθηκαν. Αυτές είναι προφανείς πηγές τραυμάτων. Εκτός αυτού, συμβαίνουν τόσα πολλά που γεμίζουν όλο και περισσότερους ανθρώπους με μεγάλη αβεβαιότητα και αυξανόμενο φόβο για το μέλλον. Κάθε μέρα διαδίδεται μέσω των αστικών μέσων ενημέρωσης και σίγουρα μαζικά και στο διαδίκτυο ότι τα χρήματα που θα έπρεπε να δαπανηθούν για κοινωνικά και οικολογικά θέματα, για την υγεία, την εκπαίδευση και τον πολιτισμό, επενδύονται τώρα στον πολεμικό και τον στρατιωτικό εξοπλισμό. Η ψυχρή διαλογή γίνεται όλο και πιο καθοριστική στις συζητήσεις των mainstream μέσων ενημέρωσης – το δικαίωμα στη βοήθεια και τη φροντίδα δεν θα υπάρχει πλέον για όλο και μεγαλύτερα τμήματα της κοινωνίας. Όσοι δεν έχουν χρήματα για ιδιωτικές ασφάλειες απειλούνται με όλο και πιο περιορισμένη ιατρική περίθαλψη, ενώ μια ακριβή θεραπεία για τον παππού δεν αξίζει πια τον κόπο!
Οι πρόσφυγες αν δεν ήταν απαραίτητοι για την αύξηση του οικονομικού τομέα, θα έπρεπε είτε να απελαύνονται μαζικά, είτε να κρατηθούν εκτός συνόρων με τη βία. Στην κρίση, τα καπιταλιστικά δυτικά κράτη βασίζονται, προς τα έξω, στην επιθετικότητα και, προς τα μέσα, στην εξαθλίωση των κοινοτήτων, στην αυξανόμενη κοινωνική αποδυνάμωση. Για τον σκοπό αυτό, προωθείται η περιφρόνηση ενός αυξανόμενου τμήματος του πληθυσμού, το οποίο δυσφημίζεται ως άχρηστο.
Τα κοινωνικά αιτήματα, η κοινωνική αλληλεγγύη, η ένταξη και η κοινωνική πρόνοια δέχονται επιθέσεις με το επιχείρημα ότι απειλούν την οικονομία – και αυτό στην πραγματικότητα σημαίνει ότι απειλούν την αύξηση των κερδών. Η λέξη ”μεταρρύθμιση” σημαίνει σήμερα κρατικές πρωτοβουλίες με στόχο την κατάργηση του κοινωνικού κράτους.
Σήμερα, το Κράτος ασκεί πίεση μέσω του διχασμού, της καταστολής και του φόβου. Αυτό λειτουργεί σε μια εποχή όπου χιλιάδες άνθρωποι απειλούνται με την απώλεια της σχετικής ευημερίας τους, δηλαδή φοβούνται ότι σύντομα θα βρεθούν οι ίδιοι στη θέση εκείνων που αποκαλούνται ”παράσιτα” και θα εξαρτηθούν από μια στήριξη που ήδη είναι ανύπαρτη.
Το ερώτημα είναι αν αυτό θα οδηγήσει πολλούς να υποκύψουν σε εκβιασμούς ή δελεασμούς και να παράγουν κάθε είδους σκουπίδια για τη πολεμική μηχανή, ή αν, μέσα από τις σχετικές συζητήσεις, θα αναγνωριστούν επιτέλους εκείνοι που έχουν ήδη από καιρό επεξεργαστεί προτάσεις για μια διαφορετική, πολιτισμένη και οικολογική παραγωγή, και αν θα καταστεί δυνατό να οργανωθούμε συλλογικά και να τις επιβάλουμε.
Οι νέοι καλούνται να συμβιβαστούν με την προοπτική να γίνουν κρέας για τα κανόνια τους. Παρόλο που οι ερευνητές της ειρήνης έχουν διαψεύσει ήδη αμέτρητες φορές τις πολεμικές προθέσεις ή την ικανότητα της Ρωσίας έναντι του ΝΑΤΟ, αυτές συνεχίζουν να χρησιμοποιούνται ως δικαιολογία για την εστίαση στη στρατιωτικοποίηση και τις τεράστιες αυξήσεις των δαπανών για το στρατό και τη βιομηχανία όπλων, καθώς και για τη συνεχιζόμενη τροφοδότηση του πολέμου στην Ουκρανία μέσω των τεράστιων παραδόσεων όπλων της ATO (5).
Το αίσθημα της έλλειψης επιλογών εξαπλώνεται. Όταν η μόνη προοπτική που υπάρχει είναι το ”ναι” στον πόλεμο και στη φτώχεια, ένα ”συνεχίστε έτσι” με καταστροφή της φύσης και κλιματική καταστροφή, αυτό γεννά απόγνωση. Εδώ και δυόμισι χρόνια, γίνεται παγκοσμίως ορατό πώς οι εκπρόσωποι των δυτικών κυβερνήσεων, που μέχρι πρόσφατα αυτοαποκαλούνταν ”κοινότητα αξιών”, αντιμετωπίζουν με όλη τη βιαιότητα τους άνθρωποι που εμποδίζουν τα ιμπεριαλιστικά και καπιταλιστικά συμφέροντα – συγκεκριμένα, τη συνεχιζόμενη γενοκτονία του παλαιστινιακού πληθυσμού στη Γάζα – καθώς και η εθνοκάθαρση μέσω του ωμού τρόμου στη Δυτική Όχθη και τώρα επίσης στο Λίβανο και το Ιράν, με τη βίαιη καταστροφή που προκαλεί ο πόλεμος του Ισραήλ και των ΗΠΑ. Είναι η γερμανική κυβέρνηση που, όπως είναι γνωστό, υποστηρίζει αυτό το έργο μέσω προμηθειών όπλων, επιχειρηματικών σχέσεων και πολιτικών υποκλίσεων και διώκει όσους αντιτίθενται σε αυτό. Με έναν καγκελάριο που, ακόμη και πριν από την πρόσφατη επέκταση του πολέμου που παραβιάζει το διεθνές δίκαιο, σχολίασε για την επιθετική πολεμική δράση του Ισραήλ ότι είναι ”βρώμικη δουλειά που κάνει το Ισραήλ για εμάς”.
Είναι λοιπόν αλήθεια, όπως διαπιστώνει το δικαστήριο, ότι οι δρόμοι είναι γεμάτοι από ανθρώπους που έχουν υποστεί ψυχικά τραύματα, τα οποία οφείλονται στη φτώχεια, τον ρατσισμό, την πατριαρχία, την αστυνομική βία και τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους. Το να μου προσάπτουν εμένα κάτι τέτοιο, αποτελεί εκμετάλλευση της φτώχειας και της εξαθλίωσης, αποσκοπει παράλληλα στο να δικαιολογήσει μια μακρά ποινή φυλάκισης μου.
Η υπέρβαση των μαζικών τραυμάτων απαιτεί άμεσες, αλλά και ριζικές αλλαγές, και μάλιστα σε διεθνές επίπεδο. Είναι προφανές, άλλωστε, ότι η έκταση των τραυμάτων πρέπει να είναι απίστευτα πιο σοβαρή στις χώρες που μαστίζονται εδώ και χρόνια από τον πόλεμο, όπως το Σουδάν, η Παλαιστίνη, η Συρία, ο Λίβανος, το Ιράν και η Ουκρανία, ή σε εκείνες που υποφέρουν από τον ασφυκτικό κλοιό των κυρώσεων, όπως η Κούβα. Αυτό είναι κάτι που όλοι μπορούν να δουν και να καταλάβουν! Στην ουσία, οι περισσότεροι το γνωρίζουν.
Δυστυχώς, όμως, πολλοί φοβούνται περισσότερο τα βήματα προς μια διαφορετική κοινωνία, η οποία θα ήταν άγνωστη, παρά την ολοκληρωτική καταστροφή που φαινεται ως καθαρή απειλή στον ορίζοντα, αν συνεχίσουμε ”όπως μέχρι τώρα”. Χρειάζεται επειγόντως μια ”αλλαγή συστήματος”, διότι ο καπιταλισμός ενέχει, πέρα από τον ανταγωνισμό, την εκμετάλλευση και την καταπίεση, επίσης φασισμό, ρατσισμό, πόλεμο, βίαιη άσκηση εξουσίας στο πολιτικό σύστημα και μεταξύ των ανθρώπων, πατριαρχική βία κατά των γυναικών και των queer, κατά των ατόμων με αναπηρία, καθώς και την καταστροφή της φύσης.
Όλα αυτά, ανάλογα με την κατάσταση της καπιταλιστικής κρίσης, περνούν είτε περισσότερο στο παρασκήνιο είτε περισσότερο στο προσκήνιο. Γι’ αυτό θα αφήσουμε πίσω μας αυτή την ιστορία ταλαιπωρίας μόνο όταν ξεπεράσουμε αυτό το σύστημα. Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε σε ένα εξαιρετικά καταστροφικό σημείο αυτής της κρίσης. Η παλιά, λανθασμένη παγκόσμια τάξη χάνει την ηγεμονία της, επιτέλους, διότι είναι απολύτως άδικη απέναντι στη μεγάλη πλειοψηφία της ανθρωπότητας. Αλλά γι’ αυτό και αντιδρά με μανία. Για εμάς, το άμεσο ζητούμενο πρέπει να είναι η στροφή, μακριά από την πολεμική εκπαίδευση και τη στρατιωτικοποίηση, μακριά από την επιθετικότητα προς τα έξω και την καταστολή και τις ταπεινώσεις προς τα μέσα, την κοινωνική ψυχρότητα, τη συνενοχή στα παγκόσμια καπιταλιστικά και ιμπεριαλιστικά εγκλήματα.
Σταματήστε τους πολέμους που παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο και την ιμπεριαλιστική βία! Σταματήστε τις καταπιεστικές κυρώσεις που έχουν ως αποτέλεσμα την πείνα, την καταστροφή και εκατομμύρια νεκρούς! Αντ’ αυτού, πρέπει να επικεντρωθούμε σε μια οικολογικά ορθολογική παραγωγή, η οποία δεν θα στοχεύει στο κέρδος για τους λίγους, αλλά στην ευημερία όλων και στην αναδιάρθρωση της κοινωνίας με τρόπο που θα επιτρέπει στους ανθρώπους να ζουν με κοινωνική ασφάλιση και ασφάλεια σε διεθνές επίπεδο.
”Η εναλλακτική λύση είναι παγκόσμιο καθήκον μας και συνίσταται σε έναν σοσιαλισμό που θα μπορούσε να αντλήσει πλούσια ιστορική εμπειρία, ξεπερνώντας τα μεγάλα και τα μικρά λάθη της ιστορίας των μεγάλων και μικρών επαναστατικών προσπαθειών, των ανταρτών πόλεων, των αναρχικών, των κομμουνιστών, των σοσιαλ-επαναστατών, καθώς και των αντιπατριαρχικών και αντικαπιταλιστικών αγώνων και κινημάτων. Αυτή η επιτυχία θα καθορίσει τελικά αν η ζωή σε αυτόν τον πλανήτη θα είναι πλέον δυνατή και υπό ποιες συνθήκες. Βρισκόμαστε παγκοσμίως σε ένα κρίσιμο σημείο. Το ερώτημα που τίθεται σε όλους μας παγκοσμίως σχετικά με την εναλλακτική λύση στον καπιταλισμό και τις συστημικές καθώς και τις δικές μας διαδικασίες προς αυτή την κατεύθυνση είναι υπαρξιακό και δεν μπορεί να αναβληθεί.” Burkhard Garweg στον χαιρετισμό του προς τη Διάσκεψη Ρόζα Λούξεμπουργκ τον Ιανουάριο του 2026.
Το ίχνος αυτού ζει σε όλες τις διαφορετικές δραστηριότητες αντίστασης εκείνων που:

γνωρίζουν ότι η νεολαία, οι μη πλούσιοι και οι αδύναμοι του πληθυσμού είναι αυτοί που προορίζονται να γίνουν ”κανόνι” στον πόλεμο για την εξουσία και τις πρώτες ύλες και γι’ αυτό αντιτίθενται στη στρατιωτικοποίηση, τη στρατιωτική θητεία και τον πολεμικό εξοπλισμό, δηλαδή στον πόλεμο,
αρνούνται να δώσουν τη ζωή τους ή να αφαιρέσουν τη ζωή άλλων για τα συμφέροντα του κεφαλαίου και που δεν δέχονται ότι οι πόροι πρέπει να διατίθενται για όπλα, στρατό, αστυνομία και κέρδη των πολυεθνικών αντί για τον πληθυσμό,
δεν δέχονται τη στρατιωτικοποίηση, επειδή έχουν συνειδητοποιήσει ότι σε μια στρατιωτικοποιημένη κοινωνία η βία κατά των γυναικών, των queer, των τρανς ατόμων και των ατόμων με αναπηρία θα αυξηθεί αναπόφευκτα,
ως μαθητές και μαθήτριες αντιδρούν άμεσα με σχολικές απεργίες ενάντια σε ένα μέλλον που τους θέλει ”κανόνια”,
αντιτάσσουν την αλληλεγγύη και τον διεθνισμό τους στην ιμπεριαλιστική πολιτική και τα εγκλήματα και δεν αποδέχονται την κρατική βία, που επιβάλλουν οι εξουσιαστές, η οποία είναι απαραίτητη στον καπιταλισμό και στην μάχη για την εξουσία και τις πρώτες ύλες και η οποία ασκείται με όλο και μεγαλύτερη απροκάλυπτη και αδίστακτη μορφή,
δεν υποκύπτουν, παρόλο που, ως εβραίοι και εβραίες, δέχονται μαζικές επιθέσεις, κυρίως από το γερμανικό κράτος και τα μέσα ενημέρωσης, με την κατηγορία ότι είναι αντισημίτες, επειδή, σε μια εποχή διεθνούς αντίστασης ενάντια στην ακραία βία κατά των παλαιστινίων, προσπαθούν να τους στερήσουν το δικαίωμα να απορρίπτουν ή έστω να αμφισβητούν τον ισραηλινό αποικιοκρατικό εποικισμό και την πολιτική του απαρτχάιντ εναντίον του παλαιστινιακού λαού, τον σιωνισμό, καθώς και να καταγγέλλουν τη συνενοχή της Γερμανίας σε εγκλήματα πολέμου και γενοκτονία,
οι οποίοι, ως ακτιβιστές, διαδηλωτές, δημοσιογράφοι, καλλιτέχνες και επιστήμονες, επιμένουν στην αντίθεσή τους προς αυτήν, παρόλο που η γερμανική κρατική λογική έχει καθορίσει την αδιάλλακτη υποστήριξη κάθε πολιτικής του Ισραήλ, όσο τρομοκρατική κι αν είναι, και όσοι αντιτίθενται σε αυτήν απειλούνται με περιθωριοποίηση και ποινικοποίηση,
καταπολεμούν τον αντισημιτισμό και θεωρούν, φυσικά, ότι αυτό αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της καταπολέμησης του ρατσισμού,
οι οποίοι, ενόψει της επιδείνωσης των ανισοτήτων, της φτώχειας, της εκμετάλλευσης, των ενοικίων που δεν είναι πλέον προσιτά, της μαζικής έλλειψης στέγης και της ανεργίας, αμφισβητούν το καπιταλιστικό σύστημα και απαιτούν άμεσα την κατάργηση του συστήματος της κερδοσκοπικής οικονομίας με την ιδιοκτησία κατοικιών,
αντιτάσσουν στην πολιτική του διαρκούς, προωθούμενου ρατσισμού, του εθνικισμού και του αποκλεισμού των ανθρώπων που έχουν ήδη μείνει πίσω από την κοινωνική ασφάλιση, μια πολιτική αλληλεγγύης και τον αγώνα ενάντια στην κοινωνική αποδυνάμωση, διότι η μόνη δυνατότητα να αποτραπεί η μετακίνηση όλο και μεγαλύτερων τμημάτων του πληθυσμού προς τα δεξιά και να σταματήσει η φασιστικοποίηση των παλαιών αποικιακών κρατών που βρίσκονται σε παρακμή και των ΗΠΑ, είναι να αντιπαραθέσουμε στη ρατσιστική προπαγάνδα και σε μια πολιτική που βασίζεται γενικά στη διχόνοια και στην πρόσκληση να σωθεί κανείς, κλωτσώντας όσους βρίσκονται πιο κάτω στην κοινωνική κλίμακα, αντί να αντισταθούμε προς τα πάνω ενάντια στην εξουσία, μια ριζοσπαστική αριστερή προοπτική που φέρνει απτές θετικές αλλαγές στη ζωή των πολλών,
οργανώνονται για να ανακόψουν τη σταδιακή καταστροφή και στρατιωτικοποίηση του συστήματος υγείας,
που αντιτίθενται άμεσα στους ναζί και οργανώνουν την υπεράσπιση τους, αλλά ταυτόχρονα λένε ότι αυτό δεν αρκεί, επειδή ο φασισμός έχει τις ρίζες του στον καπιταλισμό,
αντιτίθενται στην αναπόφευκτη, στο πλαίσιο του καπιταλισμού, οικολογική καταστροφή του πλανήτη και αγωνίζονται για μια οργάνωση της ανθρωπότητας που θα επιτρέπει τη βιώσιμη οικολογική παραγωγή και, ως εκ τούτου, την επιβίωση της ανθρωπότητας και της φύσης,
απέναντι στα συστήματα καταστολής και τις φυλακές, στέκονται στο πλευρό μας, στο πλευρό των κρατουμένων, και μαζί μας διεκδικούν μια προοπτική ελευθερίας και, τελικά, την κατάργηση των φυλακών,
μετά από δεκαετίες αγώνα για την προστασία της ζωής του Mumia Abu-Jamal, ο οποίος είναι πολιτικός κρατούμενος στις ΗΠΑ εδώ και 48 χρόνια, δεν τα παρατάνε και με πλήρη αλληλεγγύη κάνουν τα πάντα για να κερδίσουν την ελευθερία του.

Αυτές δεν είναι, βεβαίως, όλες οι ποικίλες δράσεις αντίστασης που έχουν αναπτυχθεί σήμερα και τα τελευταία χρόνια εν μέσω τόσων αντιφάσεων ή που, εν μέρει, υπάρχουν εδώ και καιρό, όπως η φεμινιστική και σήμερα queer-φεμινιστική οργάνωση ενάντια στην πατριαρχική βία, οι πολυάριθμες πρωτοβουλίες ενάντια στο ολοένα και πιο τελειοποιημένο κατασταλτικό σύστημα απομόνωσης στα σύνορα για την αποτροπή των προσφύγων που χρειάζονται επείγουσα βοήθεια, οι στολίσκοι προς τη Γάζα και την Κούβα, για να σπάσουν την πείνα και τον αποκλεισμό, οι αποκλεισμοί λιμανιών ενάντια στις παραδόσεις όπλων στη Γάζα και ενάντια στη στρατιωτικοποίηση, καθώς και οι απεργίες αλληλεγγύης ιταλών και ελλήνων εργαζομένων προς τον παλαιστινιακό λαό και τον αγώνα του ενάντια στην κατοχή και την εκδίωξη, τις διαμαρτυρίες ενάντια στον αυξανόμενο αριθμό θανάτων από πυροβολισμούς της αστυνομίας εναντίον μαύρων ανθρώπων, μη γερμανών ή ανθρώπων που φαίνονται μη προσαρμοσμένοι.
Ακόμα και αν δεν μπορώ να καταμετρήσω όλες τις αντιστάσεις, τις δράσεις και τα εγχειρήματα που υπάρχουν, ήθελα να αναφερθώ τουλάχιστον σε ένα μέρος από αυτά. Γιατί είναι σημαντικό να μένουμε και να εστιάζουμε στους στόχους μας και σε σκέψεις απελευθέρωσης και όχι να πέφτουμε στην παγίδα της βιαιότητας της εξουσίας και στην σιωπή. Όπως για κάθε πρωτοβουλία που παίρνεται ενάντια σε κάποιο συντελούμενο έγκλημα και την υπεράσπιση των κοινοτήτων αγώνα, καθώς και την εξέλιξη και την προώθηση των ιδεών και των αγώνων μας, έτσι και για την αποφυγή του τρίτου παγκοσμίου πολέμου που ήδη βρίσκεται στα πρόθυρα, ο σημαντικότερος παράγοντας είναι το αν θα καταφέρουμε να γίνουμε μαζί και ενωμένοι μια δύναμη. Διότι από αυτόν τον επερχόμενο πόλεμο, κινδυνεύουν όλες οι προτάσεις και οι ιδέες μας.
Ακόμα κι αν δεν υπάρχει αυτή η δύναμη, είναι όλοι αυτοί οι αγώνες που μου δίνουν ελπίδα. Είναι ακόμα η ελπίδα για την ελευθερία μου και την ελευθερία όλων μας σε αυτόν τον κόσμο, που υπερνικά κάθε μορφή καταπίεσης. Για έναν κόσμο χωρίς φυλακές, ούτε στην μορφή πολλών και πολύπλοκων σχέσεων βίας, ούτε στην μορφή του μπετόν, πέτρα και σίδερο, μέσα από τα κάγκελα των οποίων άνθρωποι μένουν αποκλεισμένοι.
Ένας κόσμος στον οποίο οι άνθρωποι μπορούν να ζουν ο ένας δίπλα στην άλλη και σε αρμονία με όλα τα άλλα έμβια όντα στη φύση.
Θα μπορούμε να είμαστε πραγματικά ελεύθεροι μόνο όταν όλοι θα είναι ελεύθεροι.
25 Mαίου 2026 –

Διαβάστε περισσότερα