03/07/2026 7:33 μμ.
Ενημέρωση για την ποινική εξέλιξη της φυλάκισης του Δημήτρη Χατζηβασιλειάδη. Απόσπασμα από την τοποθέτησή του στην εκδήλωση της εφημερίδας Άπατρις στις 25/6/2026 στην Κατάληψη Ευαγγελισμού.
Απόσπασμα από την τοποθέτηση του Δημήτρη Χατζηβασιλειάδη στην εκδήλωση της εφημερίδας Άπατρις στις 25/6/2026 στην Κατάληψη Ευαγγελισμού:
“Για πρώτη φορά ενημερώνω δημόσια ότι σχεδόν πριν δυο χρόνια βγήκε η απόφαση του Αρείου Πάγου για την προσφυγή μου κατά ενός μέρους της απόφασης του 2βάθμιου. Πήρα την απόφαση με έναν χρόνο καθυστέρηση εξαιτίας ενός λάθους του δικηγόρου. Είχα προσβάλει το σκέλος της καταδίκης για ένταξή μου στην ΟΕΑ, επειδή εξέλειπε οποιαδήποτε αντικειμενική τεκμηρίωση ύπαρξης οργάνωσης με τους όρους της 2ης παραγράφου του 187Α και συμμετοχής μου σ ’αυτές τις προϋποθέσεις. Προσέξτε, με τους όρους του δικού τους νόμου, όχι με τους πολιτικούς όρους της ίδιας της ΟΕΑ. Και ειδικά για τους οργανωτικούς όρους, όχι για τους ιδεολογικούς όρους της 1ης παραγράφου. Αυτούς τους είχα προσβάλει με πολιτικό υπόμνημα που είχα καταθέσει στο δικαστήριο και δημοσιεύσει. Πολύ επιγραμματικά, κατέθεσα αναίρεση στον ΑΠ αρνούμενος το πλαστό αντικειμενικό προκάλυμμα της γραπτής απόφασης του δικαστηρίου. Θα γίνει κατανοητό σε λίγο. Με την προσφυγή, μεταφέρθηκε η ευθύνη της αντίφασης πολιτικού υποκειμενισμού και αντικειμενισμού στο ψηλότερο θεσμικό κλιμάκιο.
Η απόφαση του ΑΠ ήταν απορριπτική. Πρόσφατα έκανα συγχώνευση των δυο ποινών που με κρατάνε στην φυλακή. Το τελικό αποτέλεσμα ήταν το πιο δυσμενές που θα μπορούσε. Η συνολική ποινή μου είναι 21 χρόνια, δηλαδή ένα χρόνο πάνω από το ταβάνι που ισχύει για τα αδικήματα μέχρι το 2025. [Με τις ισχύουσες διατάξεις ο σύντροφος θα μπει στη φάση δικαιώματος άδειας τον Απρίλη του 2028 και στη φάση του δικαιώματος αναστολής τον Αύγουστο του 2029].
Επί ευκαιρίας, θέλω να μνημονεύσω τον σύντροφο Λάρυ Αρμάο, που με συνέδραμε στην αναίρεση στον ΑΠ, αλλά δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την άπταιστη συνεισφορά του. Ήταν ο μοναδικός δικηγόρος που έχω βρει και ήταν πράγματι συναγωνιστής.
H απόφαση του ΑΠ έχει δύο χαρακτηριστικά. Το ένα είναι η έννοια δυνάμει κίνδυνος. Δεν είναι καινοτομία στη νομολογία. Ωστόσο, νομίζω, για πρώτη φορά διατυπώνεται τόσο ευκρινώς ότι ο κίνδυνος δεν απαιτείται, όχι μόνο να έχει επιβεβαιωθεί, αλλά ούτε να έχει εκδηλωθεί ως τέτοιος αντικειμενικά. Δεν έχει σημασία αν υπήρξε πραγματικός κίνδυνος στο χρονικό διάστημα της πράξης και μέχρι τη δίωξή της. Αρκεί να ήταν δυνατό να προκύψει κάποια στιγμή ο κίνδυνος. Συγκεκριμένα, ίσως να μην κινδύνεψε κανείς μέχρι σήμερα από το όπλο που φυλάει ένας αναρχικός, αλλά το γεγονός ότι κάποιος κρατά ένα όπλο και έχει πολιτικές προθέσεις που ενδέχεται να οδηγήσουν στη χρήση του, εγείρει τους πολιτικούς κινδύνους που περιγράφονται με τους ιδεολογικούς όρους της 1ης παραγράφου του ειδικού αντεπαναστατικού νόμου.
Το δεύτερο χαρακτηριστικό της απόφασης είναι ότι υπερθεματίζει την απόφαση του 2ου βαθμού, με όρους που απολυτοποιούν τη δικαστική αυθαιρεσία. Για παράδειγμα, το έγγραφο της βαλλιστικής έρευνας που πιστοποιεί ότι άλλο όπλο χρησιμοποιήθηκε στην απαλλοτρίωση στο μίνι καζίνο και άλλο ήταν το όπλο σφραγίδα της ΟΕΑ, χαρακτηρίζεται επουσιώδες και προσπεράσιμο, παρότι το 2βάθμιο είχε αποφανθεί ότι ήταν το ίδιο όπλο, προκειμένου να τεκμηριώσει ότι το 2019 η ΟΕΑ ήταν ενεργή ως νομικά επαρκές σύνολο δρώντων προσώπων. Ο ΑΠ έβαλε ένα ακόμα λιθαράκι στο πνεύμα των δύο αποφάνσεών του, για το πραξικόπημα και για το πολιτικό έγκλημα. Ο πολιτικός υποκειμενισμός αποτελεί αντικειμενική συνθήκη και μάλιστα ανυπέρβλητη.
Να το αναλύσουμε λίγο. Η εγγενώς διασταλτική σχέση αντικειμενικότητας και πολιτικού κινδύνου, έχει καταλυτικές συνέπειες για το δίκαιο της αστικής τάξης. Στη σκιά της διαρκούς κατάστασης έκτακτης ανάγκης αυτοδιαλύονται τα ψευδο-κοινά ερείσματα της αστικής ιδεολογίας, που μέχρι πρότινος μεσολαβούσαν την ταξική κυριαρχία και τρομοκρατία. Όταν το κοινωνικό υποκείμενο απεγκλωβίζεται από τις αστικές ιδεολογικές συμβάσεις αποσιώπησης της ταξικής σύγκρουσης και της ιστορικής συνέχειας του αγώνα επανάστασης-αντεπανάστασης, αναγνωρίζει ότι η πολιτική υποκειμενικότητα πηγάζει πρωταρχικά από το ίδιο το αντιστεκόμενο υποκείμενο, που διαρρηγνύει τους κανόνες της κυρίαρχης τάξης. Η παρουσία της αντίστασης υποχρεώνει το κράτος και τους δικαστές του να λογίζουν όχι κοντόθωρα, μόνο ανάλογα στους άμεσους κινδύνους, αλλά κυρίως ανάλογα στις δυνάμει αναβαθμισμένες καταστάσεις έκτακτης ανάγκης. Η διαστολή της σχέσης αντικειμενικής παρουσίας της αντίστασης και δυνάμει κινδύνου, αποτυπώνεται ως αντίφαση αντικειμενισμού και υποκειμενισμού στο δίκαιο. Η αντεπαναστατική πρόληψη απαιτεί νομικούς τύπους κατάλληλους για τα πάντα. Ο νομικός ολοκληρωτισμός είναι παράγωγο της επαναστατικής κοινωνικής δυναμικής. Αναπόδραστα διευρύνει την ισχύ του δικαστικού πολιτικού υποκειμενισμού, διότι υποχρεούται να ανταποκρίνεται συνεχώς στο δυνάμει, όχι γενικά στο ακόμα μη πραγματωμένο, αλλά στο ακόμα χειρότερα για το κράτος, που εγείρεται από κάθε πραγματωμένη αντίσταση. Το φάντασμα της επανάστασης, που παίρνει μορφή από την επιμονή της ανατρεπτικής πάλης, έχει οδηγήσει το δίκαιο της αστικής τάξης στην αυτοκτονία. Εμείς έχουμε κηρύξει ασυμβίβαστο πόλεμο και έχουμε εξαναγκάσει το αστικό κράτος να εγκαταλείψει τα ιδεολογικά παραπετάσματά του και τις πολιτικές μεσολαβήσεις του στην ταξική διαπάλη.
Όλες οι δικαστικές διαδικασίες της υπόθεσης ΟΕΑ – Χολαργού, επένδυσαν σε μία πλαστή αντικειμενικότητα για την τεκμηρίωση των κατηγοριών. Γιατί; Στο 2βάθμιο έγινε μία σύντομη παλινδρόμηση από την πλαστή αντικειμενικότητα, στην έκδηλη υποκειμενικότητα. Στη δημόσια διαδικασία της δίκης, οι δικαστές προσποιήθηκαν ότι καθαρίζουν το τοπίο της νομικής αντικειμενικότητας από τα σαθρά τεκμήριά της. Αυτό βεβαίως το επέβαλε η παρουσία της αντάρτικης αλήθειας, εξαναγκάζοντάς τους να επενδύσουν κατά τη δημόσια ιδεολογική αντιπαράθεση στο παραπέτασμα της νομικής αντικειμενικότητας. Έτσι οι δικαστές υποχρεώθηκαν να αναγνωρίζουν τις πολιτικές έννοιες που έβαζε ο αντάρτικος λόγος, μέχρι του σημείου να μιλούν για δυνάμει δίκαιη ένοπλη πάλη, όμως άκαιρη στις συνθήκες της ελληνικής δημοκρατίας. Όμως η εκκαθάριση της αντικειμενικότητας από τα πλαστά τεκμήριά της, οδήγησε σε μία αντίφαση ως προς τους σκοπούς του δικαστηρίου. Θα έπρεπε να με καταδικάσουν για τη συμμετοχή μου στην ΟΕΑ, με μοναδική τεκμήριο τις δικές μου δηλώσεις που για να είναι επαρκείς θα έπρεπε να προσπεραστούν οι αντικειμενικοί όροι που απαιτεί η 2η παράγραφος. Εκκωφαντική αναγνώριση της απόλυτης ισχύος της πολιτικής υποκειμενικότητας. Οπότε, μετά τη λήξη της δημόσιας αντιπαράθεσης, η γραπτή απόφαση επέστρεψε στην πλαστή αντικειμενικότητα μέσω των γελοίων σεναρίων που είχαν διατυπωθεί από το διαβιβαστικό του αντιαντάρτικου της ασφάλειας και την απόφαση του πρωτόδικου. Επισήμανση, δεν πρόκειται για τη διάζευξη υποκειμενικότητας και αντικειμενικότητας. Η υποκειμενική εκτίμηση της δυναμικής της αντίστασης, του δυνάμει κινδύνου βάσει της αντικειμενικά εκδηλωμένης ισχύος της, επιχειρείται να κρυφτεί πίσω από μία νομική αντικειμενικότητα και αυτές οι προσπάθειες προσδίδουν στον πολιτικό υποκειμενισμό των δικαστών ένα ακόμα πιο αυταρχικό πρόσωπο, εντελώς γελοίο, σε τροχιά απόδρασης από κάθε αλήθεια. Γιατί λοιπόν επιμένουν στον νομικό αντικειμενισμό; Λόγω της ιδεολογικής κυριαρχίας της επαναστατικής πάλης, στο ηθικό-κοινωνικό και πολιτικό πεδίο. Η νομική τυπικότητα παραμένει ένα πεδίο διαπραγμάτευσης της πολιτικής σύγκρουσης, το πεδίο της κρατικής ισχύος, όμως πλέον η αυθαιρεσία της πολιτικής σκοπιμότητας το έχει καταλάβει εξ ολοκλήρου. Η απόφαση του ΑΠ υποτάσσει ρητώς την πραγματικότητα στην αρχή της ηθικής αυθεντίας του δικαστή και παρεπόμενα της αυταπόδεικτης ηθικής του κράτους. Τελικά επιστρέφουμε στο αντικειμενικά αυταπόδεικτο, η πολιτική κατοχή της αντικειμενικότητας στηρίζεται στην κατοχή των όπλων. Ισχύει και από τις δύο πλευρές της ταξικής-πολιτικής διαπάλης. ”
