Στην ελληνική πολιτική σκηνή, η τάση για την πολιτική αντιπαράθεση να μετατοπίζεται από τις ιδέες στα πρόσωπα, από το «τι πιστεύεις» στο «ποιον αντιπαθείς», είναι κάτι περισσότερο από αυτό που πολλοί περιγράφουν διαισθητικά ως «εμπάθεια». Είναι μια ψυχολογική διεργασία, κατά την οποία η πόλωση δεν αφορά πλέον μόνο σε διαφωνία σε ιδεολογικό επίπεδο, αλλά μετατρέπεται σε ένταση της στοργής προς την «δική μας» πολιτική ομάδα και της εχθρότητας προς την αντίπαλη, με την πολιτική να λειτουργεί περισσότερο σαν ταυτότητα ομάδας παρά σαν σύστημα ιδεών. Αυτό εξηγεί και το γιατί η αντιπαράθεση συχνά μοιάζει με προσωπική έχθρα και όχι με ανταλλαγή επιχειρημάτων. Στην Κοινωνική Ψυχολογία, υπάρχει το «othering», η συναισθηματική πόλωση που μετατρέπει τους πολιτικούς αντιπάλους σε ηθικούς και κοινωνικούς «άλλους», καλλιεργώντας εχθρότητα και διαβρώνοντας τις πολιτικές αρετές που χρειάζεται ο δημόσιος διάλογος. Το αποτέλεσμα είναι μια πολιτική κουλτούρα όπου η αντιπάθεια προς ένα πρόσωπο λειτουργεί ως υποκατάστατο ιδεολογικής επιχειρηματολογίας.
Σε επίπεδο θεσμών, γνωρίζουμε όλοι το πόσο η πόλωση συνδέεται με νομοθετικά αδιέξοδα και αστάθεια πολιτικής, καθώς τα κόμματα και οι παρατάξεις δυσκολεύονται ολοένα και περισσότερο να συγκροτήσουν συνασπισμούς ή να αποδεχθούν συμβιβασμούς. Ταυτόχρονα, η πόλωση διαβρώνει την εμπιστοσύνη στους θεσμούς, διευρύνει το χάσμα νομιμοποίησης ανάμεσα σε νικητές και ηττημένους ενώ αποδυναμώνει τις άτυπες νόρμες ανοχής και αυτοσυγκράτησης που στηρίζουν τη συνταγματική δημοκρατία. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι όμως το εύρημα ότι, όταν οι πολιτικοί βλέπουν τους αντιπάλους τους όχι απλώς ως λανθασμένους αλλά ως άχρηστους ή ανίκανους, τραβώντας μάλιστα τους οπαδούς τους προς τα κάτω στη χοάνη μιας προσωποποιημένης αντιπαράθεσης, γίνονται πιο πρόθυμοι να στηρίξουν σκληρές θεσμικές πρακτικές, οπισθοδρόμηση της δημοκρατίας ή ακόμη και πολιτική βία. Διαχρονικά, η συναισθηματική πόλωση έχει συνδεθεί με θεσμική δυσπιστία, στήριξη σε ακραίους πολιτικούς και μειωμένη προθυμία για συμβιβασμό, δημιουργώντας ένα περιβάλλον που ανέχεται αντιδημοκρατικές πρακτικές. Δεν είναι τυχαίο ότι ερευνητές προειδοποιούν πως όταν μια ηγεσία συστηματικά αποδομεί τη νομιμότητα των αντιπάλων και των θεσμών, αυτή η συμπεριφορά μπορεί να κανονικοποιήσει αντιδημοκρατικές πρακτικές και να αποδυναμώσει τις συνταγματικές εγγυήσεις. Παραφράζοντας τους συγγραφείς Levinsky και Ziblatt, αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο «πεθαίνουν οι δημοκρατίες».
Η εμμονή με πρόσωπα, όμως, δεν αφήνει ανεπηρέαστο ούτε αυτόν που την τρέφει. Η βιβλιογραφία της επιστήμης της Ψυχολογίας δείχνει ότι η έντονη πολιτική αντιπάθεια λειτουργεί ψυχολογικά πολύ πιο κοντά σε μια μορφή εμμονικής προσκόλλησης παρά σε απλή διαφωνία: η επικρατούσα ψυχολογική άποψη είναι ότι η έντονη μισαλλοδοξία συχνά σηματοδοτεί μια διαρκή προσήλωση στο πρόσωπο που μισούμε. Πρόκειται για μια «άρρωστη ανάποδη όψη της αγάπης», κατά την οποία, όταν εχθρευόμαστε έντονα, δεν απομακρυνόμαστε από τον στόχο μας, αντίθετα παραμένουμε παθολογικά προσκολλημένοι σε αυτόν.
Στο ίδιο μοτίβο, η έρευνα για την «ιδεολογική εμμονή» δείχνει ότι το φαινόμενο λειτουργεί σχεδόν σαν εθισμός σε ένα σύστημα πεποιθήσεων, το οποίο έρχεται σε χρόνια σύγκρουση με άλλους τομείς της ζωής του ατόμου, οδηγώντας σε αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές και απανθρωποποίηση όσων ανήκουν στην «άλλη πλευρά. Η ίδια η εμπάθεια, δηλαδή, τροφοδοτείται και τροφοδοτεί την απομόνωση: όσο πιο έντονο το συναίσθημα, τόσο λιγότερη διάθεση για επαφή με την «άλλη πλευρά» και τόσο πιο στερεοτυπική και συχνά λανθασμένη η εικόνα που σχηματίζει κανείς για αυτήν. Το άτομο που «τρέφεται» ψυχικά από την πολιτική εμπάθεια, καταλήγει να μη μπορεί να εκτονώσει το άγχος του, μετουσιώνοντας το σε εχθρότητα, χωρίς αυτό όμως να λύνει το υποκείμενο πρόβλημα του. Το τίμημα είναι διπλό: φθορά στις προσωπικές σχέσεις και μια γνωστική στένωση που κάνει δυσκολότερη κάθε ουσιαστική επικοινωνία με όσους διαφωνούν.
Η εμπάθεια δεν είναι πάθος για την πολιτική, είναι η άρνησή της. Όσο επενδύουμε στο πρόσωπο που μισούμε αντί στην ιδέα που υπερασπιζόμαστε, τόσο πιο φτωχή γίνεται η δημοκρατία και τόσο πιο συρρικνωμένη η δική μας πολιτική υπόσταση. Η πολιτική ωριμότητα δεν είναι το να πάψουμε να διαφωνούμε αλλά το να διαφωνούμε με ιδέες, όχι με εμμονές. Και αυτό είναι το επόμενο μεγάλο στοίχημα για την πολιτική σκηνή της χώρας.
*Η Δέσποινα Λιμνιωτάκη είναι Κοινωνική Ψυχολόγος και Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Αθηναίων
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
