Την εποχή που ο Μπέρνι Σάντερς αποφάσιζε να ασχοληθεί με την πολιτική, στα πανεπιστήμια των ΗΠΑ η νεολαία διαμαρτυρόταν για τον πόλεμο στο Βιετνάμ. Την προηγούμενη εβδομάδα ο 84χρονος πολιτικός, σύμβολο της αμερικανικής Αριστεράς, μιλούσε για τη «σημαντικότερη νίκη των τελευταίων χρόνων», όσο μπορεί να θυμηθεί.
Ακούγεται ίσως υπερβολικό, αφού δεν ήταν παρά μια εσωκομματική διαδικασία στις τάξεις των Δημοκρατικών, που αφορούσε το ποιος θα διεκδικήσει τον ερχόμενο Νοέμβριο την έδρα της Γερουσίας για λογαριασμό της Πολιτείας του Μίσιγκαν απέναντι στον συντηρητικό Ρεπουμπλικανό Μάικ Ρότζερς.
Ηταν όμως μια μάχη που κατά τη γνώμη πολλών δεν αφορούσε απλώς τα δύο πρόσωπα που βρέθηκαν αντίπαλοι. Από τη μια ο 41χρονος μουσουλμάνος Αμπντούλ ελ Σαγέντ, εκπρόσωπος της αριστερής πτέρυγας του κόμματος, και από την άλλη η Χάλεϊ Στίβενς που είχε τη στήριξη της νομενκλατούρας του κόμματος και έναν προϋπολογισμό περίπου 70 εκατομμυρίων, δέκα φορές μεγαλύτερο από του αντιπάλου της. Ενα μεγάλο κομμάτι αυτών των χρημάτων προερχόταν από τη φιλοϊσραηλινή οργάνωση λόμπυ Aipac, που δεν δείχνει να τσιγκουνεύεται καθόλου όταν προεκλογικά θέλει να επιβάλει κάποιον δικό της υποψήφιο.
Την ελπίδα δεν μπορείς να την αγοράσεις
Ηταν ουσιαστικά μια μάχη για τον προσανατολισμό του κόμματος που στις τελευταίες προεδρικές εκλογές δεν τόλμησε να υπερβεί τον εαυτό του και γνώρισε τη συντριβή απέναντι στον Τραμπ. Και ο Ελ Σαγέντ την κέρδισε αν και σχετικά δύσκολα.
Ο Ελ Σαγέντ κατάφερε να μετατρέψει την αντιπάθεια του κατεστημένου εναντίον του σε πλεονέκτημα. «Την ελπίδα δεν μπορείς να την αγοράσεις, ένα κίνημα σαν αυτό δεν μπορείς να το αγοράσεις», είπε σε μια από τις τελευταίες προεκλογικές του συγκεντρώσεις. Η γλώσσα του ήταν κοφτερή, η στόχευση ξεκάθαρη, ο αντίπαλος σαφώς προσδιορισμένος. «Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν είναι η ασθένεια, είναι το χειρότερο σύμπτωμά της. Η ασθένεια είναι πολύ βαθύτερη: είναι το σύστημα σε αυτή τη χώρα που επιτρέπει σε εταιρείες, δισεκατομμυριούχους και ομάδες λόμπι να αγοράζουν πολιτικούς και να διαστρεβλώνουν τους κανόνες εναντίον μας» ήταν η ιατρική του διάγνωση σε μια άλλη δημόσια τοποθέτηση.
Ο Ελ Σαγέντ, γιος ενός Αιγύπτιου μετανάστη, έχει σπουδάσει γιατρός αλλά αφιέρωσε τη ζωή του στο κομμάτι της διοίκησης της δημόσιας υγείας. Ανέλαβε υπεύθυνος αυτού του τομέα στην πόλη του Ντιτρόιτ στα 30 του μόλις χρόνια. Ζητάει δημόσια αξιοπρεπή περίθαλψη για όλους, φορολόγηση του χυδαίου πλούτου και δεν διστάζει να καταδικάσει ως γενοκτονία τη στάση του Ισραήλ στη Γάζα. Αυτό το θέμα, όπως ο πόλεμος στο Βιετνάμ, είναι που πιθανότατα θα καθορίσει τον χαρακτήρα της προεκλογικής στρατηγικής των Δημοκρατικών το επόμενο διάστημα. Είναι ένα ζήτημα που συγκινεί όλο και περισσότερο την αμερικανική νεολαία, η οποία ζητά να σταματήσει η αμερικανική βοήθεια προς την κυβέρνηση του Νετανιάχου.
Πριν από μερικά χρόνια η κριτική προς το Ισραήλ δεν θα ήταν παρά διαβατήριο ήττας. Τώρα μοιάζει σαν ένα ισχυρό χαρτί για τους εκπροσώπους της Δημοκρατικής Αριστεράς που δεν πιστεύουν ότι με στρογγυλέματα μπορείς να πείσεις ανθρώπους που έχουν αποστασιοποιηθεί από την πολιτική, κουρασμένοι από την κυριαρχία κάποιων πολυεκατομμυριούχων.
Μιλώντας τη γλώσσα του δρόμου
Ο Ελ Σαγέντ ξέρει να μιλήσει τη γλώσσα του δρόμου και έχει και τη στήριξη του ισχυρού συνδικάτου των εργαζομένων στις βιομηχανίες της «πατρίδας των αυτοκινήτων». Η άποψή του τρομάζει τους εσωκομματικούς του αντιπάλους που προτιμούν να ποντάρουν στην ασάφεια. «Δεν μπορούμε να λέμε για πάντα απλώς ότι δεν είμαστε σαν τον Ντόναλντ Τραμπ. Αλλά τι είμαστε τότε; Εγώ απλώς προσφέρω ένα όραμα για το τι μπορούμε να γίνουμε».
Ο Ελ Σαγέντ θέλει να δώσει ταυτότητα στους Δημοκρατικούς, να πείσει ότι μόνο με μια ξεκάθαρη πολιτική πρόταση ακριβώς στον αντίποδα της MAGA, μπορούν αυτοί να αντιμετωπίσουν την επέλαση του τραμπισμού. Τον υποστηρίζουν ο Σάντερς και η επίσης γνωστή για τις πιο ριζοσπαστικές της θέσεις Αλεξάντρια Οκάσιο-Ορτέζ, μια από τις λίγες πραγματικά αριστερές φωνές μέσα στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Αλλά η ηγεσία του κόμματος τον αντιμετωπίζει μάλλον επιφυλακτικά. Επιμένει ότι οι εκλογές δεν κερδίζονται με ακρότητες. Πολλά αποτελέσματα των τελευταίων μηνών τούς διαψεύδουν πάντως.
Κάποιοι τον αποκάλεσαν «Μαμντάνι του Μίσιγκαν», επειδή και αυτός, όπως ο δήμαρχος της Νέας Υόρκης, επέλεξε να μιλήσει για κοινωνική ισότητα και δημοκρατία, κατά του φόβου που προκαλεί στους δρόμους των αμερικανικών πόλεων η ICE, η αστυνομία μετανάστευσης του Τραμπ.
Η νίκη του απέναντι στην εσωκομματική του αντίπαλο ήταν απλώς το πρώτο βήμα. Η μάχη του Νοεμβρίου θα είναι πολύ πιο δύσκολη, λένε φίλοι και εχθροί. Οι Δημοκρατικοί θέλουν να κρατήσουν την έδρα του Μίσιγκαν στη Γερουσία για να ελπίζουν σε μια πλειοψηφία. Και σίγουρα μπορεί να μετατραπεί σε πυξίδα για την πορεία που θα ακολουθήσουν οι Δημοκρατικοί τα επόμενα δύο χρόνια, ένα κόμμα που έμοιαζε να έχει αποφασίσει να περιφέρεται δίχως ταυτότητα.
Γιατί τον επιλέξαμε:
Διότι απέδειξε ότι είναι εφικτό να στρέψεις υπέρ σου τον λυσσαλέο πόλεμο του κατεστημένου εναντίον σου.
Διαβάστε περισσότερα
