Του
ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ*
Καθηγητή Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ρώμης
Υπάρχουν εποχές που η πολιτική δεν κυβερνά, γιατί απλώς κάνει πως κυβερνά. Στέκεται μπροστά στον καθρέφτη της εξουσίας, χτενίζει τις παλιές της ιδέες, βάζει λίγη πούδρα στις ρυτίδες των θεσμών και βγαίνει στο μπαλκόνι να μας ανακοινώσει πως το μέλλον έρχεται. Έρχεται, βέβαια, μόνο που, όπως όλα τα μεγάλα ταξίδια αυτού του τόπου, έρχεται με καθυστέρηση και χωρίς εισιτήριο για τους πολλούς.
Ωστόσο, το ανήμερο σύμπλεγμα μιας πολιτικής που επιμένει στις ηγεμονικές κατακτήσεις και στις μικρές, πολύ μικρές εξουσίες, κάνει καλή παρέα με τη συνθλιπτική ανεπάρκεια των θεσμών. Έτσι, εκεί όπου θα έπρεπε να υπάρχει δημοκρατική αντοχή, υπάρχει σχεδόν πάντα διοικητική αμηχανία. Αλλά και εκεί όπου θα έπρεπε να υπάρχει λογοδοσία υπάρχει η γνωστή ελληνική τέχνη της μετατόπισης, που λέει ότι δεν φταίει κανείς, άρα φταίνε όλοι, συνεπώς ας συνεχίσουμε.
Και συνεχίζουμε.
Και συνεχίζουμε με πανηγύρια και γιορτές αριθμών, ενώ οι πραγματικοί αριθμοί των ανθρώπων στενεύουν. Την ίδια στιγμή εξαγγέλλονται νέες αναδιανομές του πλούτου και εγκαθίστανται αθόρυβα, σαν νοικάρηδες που δεν σκοπεύουν να πληρώσουν ποτέ. Από τη μία οι συσσωρεύσεις, οι πρόσοδοι, οι εξυπηρετήσεις, τα προνόμια και από την άλλη η αναδυόμενη φτώχεια, που δεν χρειάζεται πια να αναδυθεί, γιατί κατοικεί ήδη στα σπίτια, στα ενοίκια, στους λογαριασμούς και στην αγωνία του τέλους του μήνα.
Και όλα αυτά μέσα στην ψύχρα μιας εποχής όπου σχεδόν τα πάντα μετατρέπονται σε συμβιβασμένη νούλα και δοσοληψία. Τώρα πια, η πολιτική (μια πολιτική χωρίς πολιτικούς και εμάς όλους θεατές, ιδιώτες της πολιτικής) δοκιμάζεται στη μεγάλη σκηνή με πλαστές και σκηνοθετημένες αντιφάσεις. Ενώ οι πολιτικοί λόγοι πνίγονται στην επανάληψη, μπουκώνονται από ανακυκλώσιμες ιδεοληψίες και επιστρέφουν στο κοινό σαν μπαγιάτικο θέαμα. Το μόνο που αλλάζει είναι το σκηνικό, ενώ οι ατάκες μένουν οι ίδιες.
Και ύστερα υπάρχουν εκείνοι που βρίσκονται εκτός της μεγάλης πολιτικής σκηνής, που ανεβαίνουν στα μπουλβάρ των καναλιών και δίνουν παραστάσεις απέραντης εισαγγελίας. Καταγγέλλουν τους πάντες, καταδικάζουν τους πάντες, ανακαλύπτουν καθημερινά και έναν καινούργιο ένοχο. Εδώ οι λέξεις των νεοσωτήρων πέφτουν σαν όξινη βροχή, διαβρώνουν, χωρίς όμως να ποτίζουν κάτι. Γιατί η καταγγελία χωρίς πράξη είναι απλώς ένα άλλο είδος θεάματος, και μάλιστα από εκείνα που δεν κόβουν εισιτήριο, αλλά εισπράττουν ακροαματικότητα.
Πήξαμε από πολιτικούς χαρακτήρες της Κομέντια ντελ Άρτε. Από πονηρούς Πουλτσινέλα, από παπατζήδες Ντοτόρε και από γραφικούς Πανταλόνε. Και το πολιτικό νόημα εξαφανίζεται από την αλήθεια του στις μεγάλες αφηγήσεις.
Και στο κέντρο ο ψηφοφόρος. Δεν είναι, βέβαια, πάντα ο αθώος παθών, όπως τον παρουσιάζουν οι πολιτικές αγιογραφίες. Έχει κι αυτός μερίδιο ευθύνης. Γονατισμένος πολλές φορές στις πόρτες των κομμάτων, παραδίδει την ψήφο του μαζί με το άλλοθι πως «κάτι θα γίνει». Υπερασπίζεται το δικαίωμα στην απογοήτευση, αφού πρώτα έχει υπερασπιστεί το δικαίωμα στην προσδοκία και περιμένει πως το μέλλον θα στεφανωθεί θριαμβικά, ακόμη κι όταν βλέπει πως το στεφάνι είναι από πλαστικό και η θριαμβευτική πομπή οδηγεί ξανά στην ίδια γωνία.
Πάνω απ’ όλα, όμως, βρίσκεται το management των συμφερόντων, εκείνων που κινούνται σαν σαύρες πάνω στις ζεστές πέτρες της εξουσίας, με τη συνενοχή και τη θρησκευτική θέρμη ανθρώπων που έχουν κάνει την προσαρμογή επάγγελμα. Δεν χρειάζονται ιδεολογία γιατί τους αρκεί η θερμοκρασία του συστήματος, και όσο ζεσταίνει η εξουσία τόσο ταχύτατα προσαρμόζονται.
Και εδώ εμφανίζονται οι σειρήνες της πολιτικής παλαιοντολογίας του τόπου. Μας καλούν να γίνουμε οι εσβεσμένοι κωπηλάτες της γαλέρας, να κωπηλατούμε με ευπρέπεια, να χειροκροτούμε με αυτοσυγκράτηση και, κυρίως, να μη ρωτάμε ποιος έχει το τιμόνι και ποιος εισπράττει τα ναύλα.
Το πραγματικό στοίχημα, λοιπόν, δεν είναι ποιος θα καταλάβει την επόμενη κορυφή της πολιτικής σκηνής, αλλά αν θα δεχθούμε για ακόμα μία φορά να γίνουμε η δήθεν εμπροσθοφυλακή μιας κουρασμένης πολιτικής εξουσίας. Ή αν τελικά θα τολμήσουμε τον αριστοκρατισμό της ουτοπίας, που πάει πέρα από θυμικούς βολονταρισμούς, πέρα από εγκιβωτισμένους ρασιοναλισμούς, πέρα από κρατικόμορφες ζητιανιές.
Γιατί ουτοπία δεν είναι να ζητάς το αδύνατο. Αδύνατο είναι να βαφτίζεις ρεαλισμό το ίδιο παλιό ψέμα και να περιμένεις, από συνήθεια, διαφορετικό τέλος.
Και η γαλέρα, ως γνωστόν, δεν βυθίζεται επειδή οι κωπηλάτες κουράστηκαν, βυθίζεται όταν όλοι, από τον καπετάνιο μέχρι τον τελευταίο σκλάβο, συμφωνήσουν πως το νερό είναι απλώς μία ακόμη πολιτική λεπτομέρεια.
*Ο Απόστολος Αποστόλου είναι καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας και έχει διδάξει στα Πανεπιστήμια Παντείου, Πάντοβας, Μιλάνου και Ρώμης. Έχει γράψει 15 βιβλία στα ελληνικά και στα ιταλικά και έχει αρθρογραφήσει σε ελληνικά και ιταλικά έντυπα. Υπήρξε μέλος του Istituto di Politica, Perugia και επίσης μέλος της Accademia Adriatica di Filosofia «Italia Nuova».
ΤΟ ΠΑΡΟΝ
Ακολουθήστε το paron.gr στο Google News
➜
Ακολουθήστε το paron.gr στο MSN
➜
The post Απ. Αποστόλου: Ο παλμογράφος της πολιτικής ψυχομετρίας appeared first on ΤΟ ΠΑΡΟΝ.
Διαβάστε περισσότερα
