Μια υπόθεση που ξεκίνησε πριν από περισσότερα από τρία χρόνια επιστρέφει για να φωτίσει με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο το καθεστώς των πειθαρχικών διώξεων στην εκπαίδευση και, κυρίως, τις εξαιρετικά ευρείες δυνατότητες που παρέχει ο Υπαλληλικός Κώδικας στη διοίκηση απέναντι στους δημόσιους υπαλλήλους.
Αυτές τις μέρες, εκπαιδευτικοί που είχαν εμπλακεί σε συνδικαλιστική κινητοποίηση της ΕΛΜΕ Πειραιά κλήθηκαν σε απολογία από το Πειθαρχικό Συμβούλιο της Περιφερειακής Διεύθυνσης Εκπαίδευσης Αττικής ύστερα από παραπομπές της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Πειραιά. Ανάμεσά τους βρίσκεται ο Γιώργος Καββαδίας, γνωστός για την πολυετή συνδικαλιστική και αρθρογραφική παρουσία του στα εκπαιδευτικά ζητήματα, ο οποίος όμως έχει συνταξιοδοτηθεί εδώ και περίπου δύο χρόνια!
Ακριβώς εδώ βρίσκεται το στοιχείο που κάνει την υπόθεση περισσότερο από ακόμη μία πειθαρχική παραπομπή: ένας άνθρωπος που δεν είναι πλέον δημόσιος υπάλληλος εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπος με μια πειθαρχική διαδικασία για συνδικαλιστική δράση της περιόδου κατά την οποία υπηρετούσε.
Η κινητοποίηση κατά της PISA
Στο σκέλος της υπόθεσης που αφορά την κινητοποίηση κατά των εξετάσεων PISA στις 10 Μαΐου 2023, μαζί με τον Γιώργο Καββαδία καλούνται οι εκπαιδευτικοί Ακρίτας Καλούσης, Δημήτρης Μητρόπουλος και Νάση Σακιώτη. Η κινητοποίηση είχε πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο στάσης εργασίας και συνδικαλιστικής παρέμβασης ενάντια στη διεξαγωγή των εξετάσεων στο 1ο Γυμνάσιο Κερατσινίου. Η βασική πειθαρχική κατηγορία που τους αποδίδεται είναι αυτή της «αναξιοπρεπούς ή ανάρμοστης ή ανάξιας για υπάλληλο συμπεριφοράς εκτός υπηρεσίας».
Στην ίδια δέσμη κλήσεων της 5ης Αυγούστου περιλαμβάνεται και ο εκπαιδευτικός Νεκτάριος Χατζηανδρέου, για διαφορετικό περιστατικό και πρόσθετες κατηγορίες που σχετίζονται, σύμφωνα με τις σχετικές ανακοινώσεις, με κριτική προς τη διοίκηση.
Η περίπτωση Καββαδία αποκαλύπτει μια ιδιαίτερα προβληματική πλευρά του πειθαρχικού δικαίου. Ο Υπαλληλικός Κώδικας προβλέπει ότι ένας υπάλληλος που έχει απολέσει την υπαλληλική του ιδιότητα δεν μπορεί να διωχθεί για πρώτη φορά μετά την αποχώρησή του, εφόσον όμως η πειθαρχική διαδικασία είχε ήδη αρχίσει πριν από τη λύση της υπαλληλικής σχέσης, αυτή μπορεί να συνεχιστεί και μετά τη συνταξιοδότηση.
Αυτό ακριβώς είναι το κρίσιμο νομικό σημείο στην περίπτωση Καββαδία: η υπόθεση είχε κινηθεί ήδη από το 2023, όταν ήταν ακόμη εν ενεργεία εκπαιδευτικός. Συνεπώς, η σημερινή κλήση δεν αποτελεί νομικά ολοκαίνουργια δίωξη μετά τη συνταξιοδότηση, αλλά συνέχιση μιας ήδη αρξάμενης πειθαρχικής διαδικασίας.
Ετσι, ο δημόσιος υπάλληλος μπορεί να εγκαταλείψει το σχολείο, το γραφείο ή την υπηρεσία, να συνταξιοδοτηθεί και παρ’ όλα αυτά να εξακολουθεί χρόνια μετά να καλείται ενώπιον πειθαρχικών οργάνων για πράξεις που συνδέονταν με την προηγούμενη υπηρεσιακή και συνδικαλιστική του ζωή. Και ο νέος νόμος πάει ακόμη μακρύτερα: το αναμορφωμένο άρθρο 113 επιτρέπει, όταν συνεχίζεται τέτοια διαδικασία μετά τη λύση της υπαλληλικής σχέσης, πειθαρχική ποινή ανώτερη του προστίμου να μετατρέπεται σε χρηματική ποινή έως και δώδεκα μηνιαίων αποδοχών.
Η Χρύσα Χοτζόγλου επέστρεψε με μια νίκη που δεν ήρθε μόνη της
Μέσα σε αυτό το κλίμα υπάρχει όμως και μια εξέλιξη με διαφορετικό πρόσημο. Στις 25 Αυγούστου 2026 κοινοποιήθηκε στη Χρύσα Χοτζόγλου η απόφαση με την οποία έληξε η δυνητική αργία της και επέστρεψε στο σχολείο. Η υπουργός Παιδείας, Σοφία Ζαχαράκη, έκανε δεκτή την εισήγηση του αρμόδιου Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου κατά της συνέχισης της αργίας. Η αρχική απόφαση είχε επιβληθεί τον Μάρτιο του 2025.
Τα αγωνιστικά σχήματα και εκπαιδευτικά σωματεία αποδίδουν την εξέλιξη στη μακρά καμπάνια αλληλεγγύης, στις απεργίες, στις στάσεις εργασίας, στις συγκεντρώσεις και στη συνεχή πίεση του εκπαιδευτικού κινήματος. Τη χαρακτηρίζουν σημαντική νίκη, χωρίς να θεωρούν ότι η πειθαρχική υπόθεση έχει κλείσει οριστικά.
Και αυτό ίσως είναι το πιο σημαντικό μήνυμα της υπόθεσης. Η επιστροφή της Χρύσας Χοτζόγλου δείχνει ότι οι διοικητικές αποφάσεις δεν είναι πάντοτε αμετάκλητες όταν απέναντί τους αναπτύσσεται μαζική, επίμονη και οργανωμένη αντίδραση.
Οι υποθέσεις Καββαδία και Χοτζόγλου δεν είναι ίδιες. Συναντώνται όμως σε ένα βασικό ερώτημα που θα απασχολήσει όλο και περισσότερο το εκπαιδευτικό κίνημα: Θέλουμε έναν δημόσιο υπάλληλο που υπηρετεί τον νόμο και το δημόσιο συμφέρον ή έναν δημόσιο υπάλληλο που φοβάται να μιλήσει, να απεργήσει, να διαφωνήσει και να συμμετάσχει στο σωματείο του επειδή μια πράξη του μπορεί χρόνια αργότερα να χαρακτηριστεί «αναξιοπρεπής» ή «ανάρμοστη»;
Η αντιμετώπιση της διαφθοράς, της κατάχρησης εξουσίας και των πραγματικών υπηρεσιακών παραπτωμάτων απαιτεί αυστηρό και αποτελεσματικό πειθαρχικό δίκαιο. Η συνδικαλιστική δράση όμως δεν μπορεί να εξισώνεται με υπηρεσιακή παραβατικότητα. Η κριτική δεν μπορεί να μετατρέπεται σε πειθαρχικό παράπτωμα και ο φόβος δεν μπορεί να αποτελεί μοντέλο διοίκησης.
Η περίπτωση ενός συνταξιούχου εκπαιδευτικού που εξακολουθεί να καλείται σε απολογία χρόνια μετά την επίμαχη κινητοποίηση είναι ίσως η πιο καθαρή εικόνα του προβλήματος.
Και η επιστροφή της Χρύσας Χοτζόγλου στο σχολείο είναι η υπενθύμιση της άλλης όψης: ότι εκεί όπου υπάρχει συλλογική αντίσταση, αλληλεγγύη και επιμονή, ακόμη και ένας ασφυκτικός μηχανισμός πειθαρχικής πίεσης δεν είναι ανίκητος.
Η «γκρίζα ζώνη» της κριτικής στο νέο πλαίσιο
Ο ν. 5225/2025, που τέθηκε σε εφαρμογή ως προς το νέο πειθαρχικό πλαίσιο από το 2026, παρουσιάστηκε από την κυβέρνηση ως μεταρρύθμιση για τον «εκσυγχρονισμό και την επιτάχυνση της πειθαρχικής δικαιοσύνης».
Μεταξύ άλλων αύξησε το ανώτατο πρόστιμο έως τις αποδοχές 12 μηνών, την προσωρινή παύση έως 12 μήνες, ενώ δημιούργησε νέο Πειθαρχικό Συμβούλιο Ανθρώπινου Δυναμικού Δημόσιου Τομέα.
Τα συνδικάτα όμως έχουν αντιδράσει έντονα, υποστηρίζοντας ότι το ζήτημα δεν είναι η αυστηρή αντιμετώπιση πραγματικών φαινομένων διαφθοράς ή σοβαρών υπηρεσιακών παραβάσεων –κάτι που κανείς δεν αμφισβητεί ότι απαιτείται– αλλά η διατήρηση και διεύρυνση διατυπώσεων που μπορεί να αφορούν συνδικαλιστική συμπεριφορά, δημόσια κριτική και εργασιακή ανυπακοή. Οροι όπως «αναξιοπρεπής συμπεριφορά», «απείθεια», «κακόβουλη κριτική» ή παραβίαση της εχεμύθειας είναι ακριβώς εκείνοι που γεννούν το μεγάλο ερώτημα: πού τελειώνει το πραγματικό υπηρεσιακό παράπτωμα και πού αρχίζει η ελεύθερη συνδικαλιστική και πολιτική δράση;
Η ΑΔΕΔΥ είχε αντιταχθεί στο νέο πλαίσιο ήδη από το 2025, επισημαίνοντας τον κίνδυνο ποινικοποίησης της συνδικαλιστικής, κοινωνικής και πολιτικής δράσης, ενώ είχε προχωρήσει και σε πανελλαδική απεργία κατά του νομοσχεδίου.
Η περίπτωση του Πειραιά κάνει αυτή τη συζήτηση απολύτως συγκεκριμένη: μπορεί η συμμετοχή σε συνδικαλιστικά προκηρυγμένη κινητοποίηση να εξετάζεται με όρους «αναξιοπρεπούς συμπεριφοράς»; Αν η απάντηση γίνει εύκολα «ναι», τότε ο πειθαρχικός κώδικας παύει να λειτουργεί ως εργαλείο προστασίας της δημόσιας υπηρεσίας και κινδυνεύει να λειτουργήσει ως μηχανισμός πειθάρχησης της διαφωνίας.
Διαβάστε περισσότερα
