Τελευταία νέα
Σοφία Ζαχαράκη για τον ντόρο με τα «woke» βιβλία Δημοτικού: «Είμαστε εδώ για να διορθώσουμε, όχι για να λογοκρίνουμε» Ηχηρή παρέμβαση 17 ναυτιλιακών δυνάμεων και της Ελλάδας: Οι παγκόσμιοι κανόνες ναυτιλίας καταρρέουν Ανδρουλάκης:”Έχουμε όραμα και σχέδιο – Δεν σχεδιάζουμε με το βλέμμα στην κάλπη” Η Θέουτα είναι «μια χύτρα ταχύτητας που μπορεί να εκραγεί κάθε λεπτό», λέει ο δήμαρχος της πόλης Ο Αδωνις, οι «μίζεροι», οι αρχαιότητες και οι αχρειότητες ΠΑΣΟΚ: ωραία χρόνια; Ανδρουλάκης: «Να απαντήσει ο πρωθυπουργός αν έχουμε πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα της “Ασπίδας του Αχιλλέα”» Κ. Τσουκαλάς: Οι πολίτες αφιερώνουν στον Κ. Μητσοτάκη το τραγούδι “τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα” Η ΝΔ αφήνει ανοιχτή την πόρτα για συνεργασίες μετά τις εκλογές – «Μάχη» για τον επαναπατρισμό των ψηφοφόρων του 2023 και τη δεξαμενή Τσίπρα – Ανδρουλάκη Τσουκαλάς για Μητσοτάκη: Οι πολίτες του αφιερώνουν το τραγούδι «τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα» ΑΕΚ: Το μαγικό ταξίδι ξεκινά «Παλατάκι» Καλαμαριάς: Μπόλικες φωτογραφίες, καθόλου απαντήσεις
Efsyn.gr

Η χαμένη γοητεία της ένταξης στην Ε.Ε.

Υπήρξε μια περίοδος κατά την οποία η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ενωση παρουσιαζόταν όχι μόνον ως εγγύηση οικονομικής σταθερότητας και γεωπολιτικής ασφάλειας, αλλά και ως συμβολική μετάβαση σε μια υποτιθέμενη «ευρωπαϊκότητα».
Το αίτημα «να γίνουμε Ευρώπη» λειτούργησε ως εθνικός στόχος και ως απόδειξη ότι μια οπισθοδρομική χώρα των Βαλκανίων ή της Ανατολικής Ευρώπης, που μόλις είχε βγει από μια φασιστική δικτατορία ή ένα κομμουνιστικό καθεστώς, μπορούσε επιτέλους να εισέλθει στον κύκλο των αναπτυγμένων και θεσμικά ώριμων κρατών.
Η αντίληψη αυτή, ακόμη και αν κάποτε διέθετε κάποια πραγματική βάση πέρα από το εθνικό φαντασιακό -όπως στην περίπτωση της «ισχυρής Ελλάδας στον πυρήνα της Ευρώπης» του εκσυγχρονιστικού αφηγήματος της δεκαετίας του 1990 με τη γνωστή κατάληξη- έχει πλέον απολέσει κάθε αξιοπιστία. Η ιδιότητα του κράτους-μέλους δεν συνιστά από μόνη της ούτε λύση στο υπαρξιακό πρόβλημα μιας χώρας ούτε πιστοποιητικό επιτυχίας. Αντιθέτως, όταν δεν στηρίζεται σε προϋπάρχουσες στέρεες βάσεις -θεσμική επάρκεια, παραγωγική δομή, δημοσιονομική ευρωστία και πολιτική αυτοπεποίθηση- η ένταξη, ιδίως η συμμετοχή στην Οικονομική και Νομισματική Ενωση, μπορεί να πολλαπλασιάσει τα προβλήματα αντί να τα επιλύσει. Και εδώ, επίσης, η ελληνική περίπτωση θα όφειλε να είναι διδακτική για τους επίδοξους μιμητές της.
Το ερώτημα που ανακύπτει σε ένα περιβάλλον εντελώς διαφορετικό (με την αρνητική έννοια) από αυτό που οραματίστηκαν οι ρομαντικοί εμπνευστές του ευρωπαϊκού εγχειρήματος είναι απλό: εάν μια χώρα διαθέτει ήδη αυτά τα θεμέλια, για ποιον λόγο να ενταχθεί στην Ε.Ε. χωρίς να διασφαλίσει τους δικούς της ουσιαστικούς όρους; Και εάν δεν τα διαθέτει, γιατί να αναμένει ότι η ένταξη θα λειτουργήσει ως υποκατάστατο των δικών της ελλείψεων;
Η σημερινή εικόνα των υποψήφιων προς ένταξη χωρών είναι αποκαλυπτική. Πρόκειται κυρίως για κράτη που (αφελώς) αντιμετωπίζουν την Ενωση ως μηχανισμό εξωτερικής προστασίας ή/και οικονομικής διάσωσης. Η ίδια η Ε.Ε. το αναγνωρίζει εμμέσως, είτε καθυστερώντας την ένταξή τους μερικές φορές για δεκαετίες είτε προσφέροντάς τους «εναλλακτικά σχήματα ένταξης» χωρίς δικαίωμα βέτο. Δηλαδή, ως κράτη-μέλη δεύτερης κατηγορίας. Αντιθέτως, οι χώρες που διαθέτουν ισχυρή διαπραγματευτική θέση προτιμούν μια επιλεκτική σχέση: διατηρούν πρόσβαση στην Εσωτερική Αγορά και σε συγκεκριμένες πολιτικές, χωρίς να εκχωρούν την κυριαρχία τους στους θεσμούς των Βρυξελλών. Και ποιος μπορεί να τους δώσει άδικο;
Η Ισλανδία με το πρόσφατο «όχι» (που θα παραμείνει «όχι») στο δημοψήφισμα για την επανέναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της τάσης, αλλά όχι το μόνο, ούτε ενδεικτικό μιας «παραξενιάς» των Ισλανδών νησιωτών. Η Νορβηγία και η Ελβετία είναι ακόμα δύο. Ακόμη και το Ηνωμένο Βασίλειο, παρά το κόστος και τις αντιφάσεις ενός Brexit που θα μπορούσε να είχε αποφύγει, διατηρώντας το ειδικό status εντός της Ε.Ε., δεν εμφανίζει διάθεση επιστροφής στο προηγούμενο καθεστώς. Και έπειτα υπάρχει η Τουρκία, μια χώρα που έχει μετακινηθεί από τη θέση του επίμονου υποψηφίου σε εκείνη του διαπραγματευτή που διεκδικεί την προσαρμογή της Ενωσης στις δικές της προτεραιότητες.
Τα δεδομένα έχουν μεταβληθεί ριζικά. Η ιδιότητα του μέλους της Ευρωπαϊκής Ενωσης έχει πάψει να λειτουργεί ως κάποιου είδους βραβείο. Είναι εργαλείο, η αποτελεσματικότητα του οποίου εξαρτάται από το πώς ένα κράτος επιλέγει να το χρησιμοποιεί.
*Δικηγόρος, διδάκτωρ Νομικής

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...