Σε έντονα φορτισμένο κλίμα και με γοργούς ρυθμούς συνεχίστηκε χθες, για 29η δικάσιμο, στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λάρισας, η δίκη για το έγκλημα των Τεμπών, με τις καταθέσεις συγγενών θυμάτων που περιέγραψαν τις δραματικές στιγμές αμέσως μετά το σιδηροδρομικό δυστύχημα, την εναγώνια προσπάθειά τους να πληροφορηθούν για τα δικά τους πρόσωπα αλλά και τον πανικό και την έλλειψη κάθε οργάνωσης που είχε επικρατήσει. Ευθύνες επέρριψαν οι μάρτυρες και στην πολιτική ηγεσία την περίοδο του δυστυχήματος.
Αρχικώς κατέθεσε η δικηγόρος Αγγελική Γεωργάκη, επιβάτιδα της αμαξοστοιχίας στη θέση 101, στο βαγόνι 50. Αφού έκανε αναφορά στις καθυστερήσεις της αμαξοστοιχίας το μοιραίο βράδυ, επισήμανε πως η μεγαλύτερη καθυστέρηση έγινε στον σταθμό Παλαιοφαρσάλων, διότι, όπως ενημερώθηκαν, «υπήρχε άλλος συρμός μπροστά».
«Εκκωφαντικός θόρυβος»
Αναφερόμενη στη στιγμή της πρόσκρουσης των δύο συρμών είπε πως άκουσε «έναν εκκωφαντικό θόρυβο σαν έκρηξη βόμβας». Κατόπιν έσβησαν τα φώτα, το βαγόνι είχε πέσει αριστερά και νόμισε πως είχε εκτροχιαστεί η αμαξοστοιχία. Από την πρόσκρουση χτύπησε στο κεφάλι αλλά κυρίως στο αριστερό πόδι. Η συνεπιβάτιδά της άκουσε πως υπήρχε φωτιά έξω από το βαγόνι, κάτι που διαπίστωσε και η ίδια. Αναφέρθηκε ακόμη στις προσπάθειες να βγουν από την πόρτα που είχε μπλοκάρει, κάτι που τελικώς κατάφερε μαζί με άλλους, όταν κάποιος έσπασε το παράθυρο με το σφυρί που βρίσκεται κοντά στις πόρτες.
Συγκλονιστική ήταν η στιγμή που μίλησε για την προσπάθεια να απομακρυνθούν οι επιβάτες του βαγονιού από αυτό, αλλά και η περιγραφή της ότι «η αμαξοστοιχία ήταν σαν να μπήκε σε στεφάνι φωτιάς» και πως «ακουγόταν ένα βουητό σαν κι αυτό των πλοίων όταν σαλπάρουν», κάτι που την έκανε να φοβηθεί πως θα ακολουθούσε έκρηξη. Ολοκλήρωσε την κατάθεσή της μιλώντας για τις σωματικές και ψυχικές συνέπειες του δυστυχήματος στην ίδια, ενώ, απαντώντας σε ερωτήσεις της συνηγόρου της, μίλησε για τον καπνό που είχε εισέλθει στο βαγόνι, που την έκανε να σκεφθεί πως θα πάθαιναν δηλητηρίαση.
«Δικαιοσύνη, τώρα»
«Να αποδοθεί δικαιοσύνη σε όσους ευθύνονται, είτε είναι πολιτικά είτε μη πρόσωπα», ήταν η τελευταία αποστροφή της κατάθεσης της Σόνιας Αρνή, αρραβωνιαστικιάς του δεύτερου μηχανοδηγού της επιβατικής αμαξοστοιχίας, Νίκου Ναλμπάντη, που κατέθεσε στη συνέχεια. Η μάρτυρας μετέφερε προς το δικαστήριο όλα τα προβλήματα που, σύμφωνα με τον αρραβωνιαστικό της, υπήρχαν στον σιδηρόδρομο και αφορούσαν τα μέτρα ασφαλείας, τις επικοινωνίες και τη φωτοσήμανση και ανέφερε πως μόνο το υπηρεσιακό του τηλέφωνο βρέθηκε κι όχι το προσωπικό του, από το οποίο παρέλαβε μόνο τη θήκη.
«Η αμαξοστοιχία ήταν σαν να μπήκε σε στεφάνι φωτιάς», περιέγραψε επιζώσα | Konstantinos Tsakalidis / SOOC
«Θα μας σκοτώσουν»
Εξαιρετικά φορτίστηκε η ατμόσφαιρα κατά την κατάθεση της Αγορής Τζοβάρα, αδελφής του ελεγκτή στην επιβατική αμαξοστοιχία, Γιάννη Τζοβάρα. Η μάρτυρας ανέφερε όσα είχε μάθει από συζητήσεις με τον αδελφό της και στάθηκε στο σημείο που αυτός της είχε μιλήσει για την κατάργηση της θέσης του προϊσταμένου αμαξοστοιχίας, μεταφέροντας στο δικαστήριο την ακριβή του φράση: «Θα μας σκοτώσουν οι μαλ@@@, θα μας σκοτώσουν». Συνεχίζοντας μίλησε για τις ανησυχίες του αδελφού της για την ασφάλεια στα τρένα, ιδίως μετά το 2019, γεγονός που τον είχε ωθήσει στην αναζήτηση διεξόδου στη συνταξιοδότηση.
Απαντώντας σε ερώτηση της συνηγόρου της και άλλου δικηγόρου χαρακτήρισε «καταραμένη τη σύμβαση 717, που έπρεπε να έχει ολοκληρωθεί από το 2016» και υποστήριξε ότι πιστεύει πως «η διοίκηση της Hellenic γνώριζε τα πάντα για την κατάσταση που επικρατούσε αλλά έδινε άλλη εικόνα προς τα έξω».
Κακέκτυπο σιδηροδρόμου
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε η κατάθεση του πατέρα του μηχανοδηγού Δημήτρη Οικού, Ευθύμιου, που ήταν μηχανοδηγός και ο ίδιος επί 35 έτη πριν συνταξιοδοτηθεί. Υπενθυμίζεται ότι ο Δημήτρης Οικός είχε επιβιβαστεί στην επιβατική αμαξοστοιχία ως επιβάτης προκειμένου να επιστρέψει στη Θεσσαλονίκη και από τη σύγκρουση έχασε τη ζωή του. Ο Ε. Οικός χαρακτήρισε «κακέκτυπο και καρικατούρα» τον ελληνικό σιδηρόδρομο και αναφέρθηκε διεξοδικά στα προβλήματα σε θέματα ασφαλείας και επικοινωνιών, στις κινητοποιήσεις των εργαζομένων που είχαν πολλές φορές επισημάνει αυτά τα προβλήματα και τόνισε με έμφαση: «Ο σιδηρόδρομος απαξιώθηκε σκόπιμα και στοχευμένα».
Ο μάρτυρας ήταν ιδιαίτερα επικριτικός για τη στάση της πολιτικής ηγεσίας, την οποία χαρακτήρισε «ανύπαρκτη» τόσο πριν όσο και μετά την τραγωδία. Είπε χαρακτηριστικά: «Είχαμε τον “κύριο” Φλωρίδη που μας αποκάλεσε “μπάζα”, που προφανώς δεν έχει πονέσει ποτέ στη ζωή του. Είδαμε τον Γεωργιάδη, είδαμε τον Καραμανλή που η μόνη του έννοια ήταν να κρατήσει την καρέκλα και τα προνόμια. Γιατί δεν υπήρχε ένας δεύτερος σταθμάρχης σε έναν τέτοιον κομβικό σταθμό; Το πιθανότερο είναι ότι το δυστύχημα θα είχε αποφευχθεί», κατέληξε.
Αναφερόμενος ακόμη στις επιπτώσεις του δυστυχήματος στην οικογένειά του, είπε πως έχασε τη σύζυγό του 1,5 χρόνο μετά. Ακολούθησε η κατάθεση της Σμαρώς Οικού, αδελφής του μηχανοδηγού, που αναφέρθηκε στις ανησυχίες του αδελφού της και στα μηνύματα που είχε ανταλλάξει μαζί του για «αναμπουμπούλα στον σιδηρόδρομο». Τέλος, αναφερόμενη στο μπάζωμα του χώρου του δυστυχήματος υποστήριξε πως «ο κρατικός μηχανισμός δοκιμάστηκε και απέτυχε».
Ο Χρήστος Βλάχος για το μπάζωμα κατονόμασε συγκεκριμένο πρόσωπο, τον τότε γενικό γραμματέα Πολιτικής Προστασίας, ενώ αναφερόμενος στο δυστύχημα μίλησε για «κρατική δολοφονία»
Αφωνο και συγκλονισμένο το ακροατήριο άκουσε τις καταθέσεις των μελών των οικογενειών Βλάχου και Πλακιά, που έκαναν κάποιους ακόμη και να δακρύσουν. Η Μαρία Θεοδωρή και ο Χρήστος Βλάχος αναφέρθηκαν στην απώλεια του 34χρονου γιου τους, Βάιου, ενώ οι γονείς των κοριτσιών Αναστασίας – Μαρίας, Χρυσής και Θωμαής Πλακιά αναβίωσαν τις τραγικές στιγμές που ακολούθησαν το δυστύχημα. Πρώτα κατέθεσε η μητέρα του Βάιου Βλάχου. Περιέγραψε τις σκηνές που αντίκρισαν όταν έφθασαν στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρισας, όπου είχαν αρχίσει να καταφθάνουν τα ασθενοφόρα με τους τραυματίες. «Πληροφορίες δεν υπήρχαν, όλοι ήταν πανικόβλητοι. Ειδοποίησα τα παιδιά μου που ήταν στο εξωτερικό. Ο Βαγγέλης έβγαλε τη φωτογραφία του Βάιου στο ίντερνετ, αναζητώντας πληροφορίες».
Η μητέρα του Β. Βλάχου έκανε λόγο για «ανύπαρκτη πολιτεία». Είπε πως μετά τις 2 τα ξημερώματα έρχονταν ασθενοφόρα μόνο με νεκρούς σε σάκους. Και συνέχισε: «Μπήκα σε αμφιθέατρο από τους πρώτους. Είδα έναν με φοβισμένο βλέμμα να προσπαθεί να με κοιτάξει. Με φοβισμένα μάτια και μάσκα. Ηταν ο κ. Πλεύρης. Γράφανε τα ονόματα των αγνοουμένων σε χαρτιά Α4, μέχρι και σε χαρτοπετσέτα. Ενιωσα ότι προσπαθούσαν να καθυστερήσουν να μας πουν πληροφορίες».
Συνέχισε αναφερόμενη στους άλλους υπουργούς που βρίσκονταν στο σημείο. «Ηρθε η κ. Γκάγκα, αναπληρώτρια υπουργός Υγείας. Συνεννοούνταν να μας κατεβάσουν κάτω για αναγνώριση. Δεν έπρεπε να επιτρέψουν σε γονείς να κατέβουν κάτω να κάνουν αναγνώριση. Αναγνώρισα και άλλον υπουργό, τον κ. Θεοδωρικάκο. Μου έλεγε ότι θα έρθουν το απόγευμα τα κλιμάκια από την Αθήνα. Του είπα ότι δεν πρέπει να υπάρξει άλλη καθυστέρηση και αυτός μας έβαλε πρώτους για DNA». Κατήγγειλε ότι οι σοροί ήταν στοιβαγμένες σε φορτηγό κρεάτων. Η κ. Θεοδωρή μίλησε εκτενώς για τα χώματα από την περιοχή της σιδηροδρομικής τραγωδίας, αναφερόμενη στις προσπάθειες που έκανε η οικογένεια, μαζί με άλλους συγγενείς, προκειμένου να εντοπιστούν. Χαρακτήρισε το μπάζωμα ως το δεύτερο έγκλημα, που «έδειξε την ασέβεια προς τα θύματα». Κλείνοντας, είπε σε τόνο σπαρακτικό: «Να αποδώσετε δικαιοσύνη. Ο Βάιος θα είναι πάντα 34 ετών κι εγώ 59. Γιατί στις 28 Φεβρουαρίου του 2023 ο χρόνος σταμάτησε για μας».
Στη συνέχεια, ο Χρήστος Βλάχος για το μπάζωμα κατονόμασε συγκεκριμένο πρόσωπο, τον τότε γενικό γραμματέα Πολιτικής Προστασίας, ενώ αναφερόμενος στο δυστύχημα μίλησε για «κρατική δολοφονία»: «Με τις παραλείψεις και τις ενέργειές τους επέτρεψαν δύο τρένα να βρίσκονται στην ίδια γραμμή και να συγκρούονται. Η άποψή μου είναι απόλυτη, δεν υπάρχουν παράνομα φορτία. Είναι αποκλειστικά των μετασχηματιστών και των ελαίων σιλικόνης. Ολα αυτά που ακούγονται είναι εικασίες». Και κατέληξε σε δραματικό και φορτισμένο κλίμα: «Θέλω να σας πω ότι κάθε μέρα που πάω στο μνήμα του παιδιού μου, δεν μπορώ να το κοιτάξω στα μάτια στη φωτογραφία, γιατί δεν μπορώ να του δώσω απαντήσεις. Θεωρώ ότι στο τέλος της δίκης θα μπορώ να σταθώ μπροστά του και να του δώσω απαντήσεις».
Οικογένεια Πλακιά
Ο Δημήτρης Πλακιάς, πατέρας της Αναστασίας και θείος της Θωμαής και της Χρυσής, εστίασε στις προσπάθειες της οικογένειας για να αποκαλυφθεί η αλήθεια. «Μετά από αυτή τη δολοφονία, φτάσαμε να έχουμε τύψεις, γιατί να είμαστε τόσο δεμένη οικογένεια; Δεν θα ταξίδευαν ποτέ μαζί», επισήμανε. Συνεχίζοντας μίλησε για την αυτοψία στο Κουλούρι.
«Στις 24/10 είχαμε πάει στο Κουλούρι με τους πραγματογνώμονες. Θέλω να κατηγορήσω τον τότε περιφερειάρχη. Ολοι γνωρίζανε ότι λείπουν χώματα. Ημασταν επτά συγγενείς από τη Θεσσαλία. Παντού σιωπή. Ακόμη και στο απλό παράδειγμα», ανέφερε. «Μετά ξεκινήσαμε όλα αυτά. Με τον Αδωνι που έλεγε ότι τα τρένα έχουν θέμα; Με τον Καραμανλή; Με τον Παπαδόπουλο και τον κατηγορούμενο Στουρνάρα, τον τυχαίο επιβάτη; Ανθρωποι πονεμένοι είμαστε, αλλά θα παλέψουμε για να δικαιωθούμε».
Συγκλονιστική ήταν και η περιγραφή της διαδικασίας εντοπισμού των οστών των τριών παιδιών.
«Η οικογένειά μας έκανε δύο κηδείες. Μία όταν μάθαμε ότι ήταν νεκρά και μία όταν μπήκαν οι πραγματογνώμονες στο Κουλούρι. Και στο Κουλούρι βρέθηκαν οστά και των τριών παιδιών μας. Πάλι με αξιοπρέπεια τα πήραμε, κάναμε δεύτερη κηδεία, το κρύψαμε από τους παππούδες».
Ο Νίκος Πλακιάς, πατέρας της Χρυσής και της Θώμης και θείος της Αναστασίας – Μαρίας, περιέγραψε όσα έζησε ως «σκηνές πολέμου». Ανέφερε πως αρχικώς δεν μπορούσε να διαχειριστεί την απώλεια των παιδιών για έξι μήνες, αλλά κατόπιν έβαλε στόχο να μάθει τι ακριβώς συνέβη στα παιδιά του τις τελευταίες τους στιγμές. Στη συνέχεια, μίλησε για το βίντεο της Λεπτοκαρυάς, λέγοντας: «Ηταν ένα βίντεο που το δείξανε στις 9 Μαρτίου του 2023. Ηταν ένα απόσπασμα. Και όταν το ανακτήσαμε, ο Βαγγέλης Βλάχος το μεγεθύνει και είδαμε ένα τρένο άδειο· που μας έλεγαν ότι είναι γεμάτο δεξαμενές», τόνισε ο κ. Πλακιάς.
Σε ερώτηση ποιος εντόπισε το βίντεο και γιατί δεν παραδόθηκε από την πρώτη στιγμή στον ανακριτή, ο Νίκος Πλακιάς απάντησε ότι «υπήρχε ένας άτυπος κανόνας, όταν ένας συγγενής ήταν να κάνει κάτι, να πηγαίνει στον ανακριτή τα στοιχεία. Ηταν από τις κάμερες ασφαλείας του καταστήματος. Δούλευε ένας συγγενής θύματος, καλό είναι να μπορέσεις να το ανακτήσεις. Κυκλοφόρησε μεταξύ των συγγενών, δεν παραδόθηκε στον ανακριτή, γιατί κάποιοι νομικοί τον κατεύθυναν να μην πάει στον ανακριτή».
Αναφερόμενος στις αντιδράσεις που έχει δεχθεί όλα αυτά τα χρόνια είπε: «Είμαι ο άνθρωπος που δέχθηκε σχόλια, ύβρεις. Είναι τόσο δύσκολο σε αυτήν την κοινωνία να δέχεσαι την αλήθεια; Τι να κερδίσω; Να κερδίσω τι; Δεν έχω βλάψει κανέναν και ούτε πρόκειται», υπογράμμισε. Καταλήγοντας και απευθυνόμενος προς το δικαστήριο είπε: «Δικαιοσύνη θα ήταν να φύγω και να πάω να δω τα παιδιά μου στο σπίτι. Είναι ντροπή να μην είναι κανείς ακόμη στη φυλακή. Μην προσπαθείτε με ψέματα να τους αθωώσετε».
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
