Τελευταία νέα
Θάνατος Μαζωνάκη: Το πένθος στον Νότο περιέχει υπερβολή και αναδίνει «ανθρωπίλα» Στη Γερμανία ο Κ. Πιερρακάκης – Συναντήσεις με Μερτς και Κλίνγκμπαϊλ Ψηλά στην ατζέντα του ΣΥΡΙΖΑ η οικονομία – Ανεβάζει τόνους κατά της ΕΛΑΣ ΠΑΟΚ: Εχει τον ηγέτη του Τέο Τζέιμς: Η συγκλονιστική ιστορία του παππού του που έφυγε από την Ελλάδα για να σωθεί από τους Ναζί Πυρκαγιές σε πυλωτές πολυκατοικίας σε Ζωγράφου και Γαλάτσι ΠΑΣΟΚ: Οι επόμενοι στόχοι μετά τη ΔΕΘ – Διεύρυνση, περιοδείες στην Αττική και «μάχη» στη Βουλή Χρυσοχοΐδης για Κασιδιάρη: «Δεν ξέρω αν θα μπορέσει να πολιτευτεί – Θα το κρίνουν οι δικαστές» Κίνητρα και αντικίνητρα για συνεργασία Άδωνις Γεωργιάδης για Γιώργο Μαζωνάκη: Υπάρχει κρατική ευθύνη, οι δύο γιατροί ήταν κανονικοί απατεώνες Καιρός: Έρχονται καταιγίδες και έντονα πλημμυρικά φαινόμενα – Η προειδοποίηση Μαρουσάκη Καρφί Ακρίτα σε Μάνου για κηδεία Μαζωνάκη: «Ο φθόνος δύσκολα κρύβεται»
Efsyn.gr

Αφανέρωτα ίχνη

Πέρασαν ήδη είκοσι εννέα χρόνια από την πρώτη έκδοση του «Καστανιώτη». Στο διάστημα αυτό ο δικαίως πολυβραβευμένος, μέσα και έξω από τη χώρα μας, Θανάσης Χατζόπουλος, πρόσφερε υποδειγματικά έργα δημιουργικού λόγου. Τόσο στον καθαρά ποιητικό, όσο και στον πεζόμορφο πεδίο.
Σεβόμενος, μεταξύ άλλων, τις αρχές, τις προοπτικές και τις συγκεκριμένες πολιτικές των στίχων, όπως ακριβώς κατατίθενται στο προκείμενο σύνθεμα στοχαστικών ετυμηγοριών και πορισμάτων.
Επισημαίνω ότι η κρίσιμη ονοματοδοσία τελείται σε μια από τις εισαγωγικές σελίδες. Εκεί, ανάμεσα σε «βλαστούς που η άκρη τους ευωδιάζει από έναν ή περισσότερους ανθούς: το ποίημα ακούει στο όνομα του ρόδου» (βλ. σελ. 22). Το αρχετυπικό ρόδο πιστοποιεί άλλη μια φορά εδώ την αρμόζουσα, δηλαδή τη σημασιολογικά βαρύνουσα θέση του ανάμεσα στα σύμβολα, τα οποία μας αφορούν άμεσα και καταλυτικά. Και μάλιστα διαχρονικά. Οπως ο λωτός, φέρ’ ειπείν, θεωρείται ανέκαθεν στην Ανατολή ότι αντιπροσωπεύει την αιώνια γενέτειρα των θεών, το δικό μας, το λεγόμενο δυτικό ρόδο, κατά αναπόφευκτη αναλογία, τεκμαίρεται ότι συνιστά το ευαγγέλιο της εφαρμοσμένης, της καθ’ όλα αρμονικής συνύπαρξης επίλεκτων σωματιδίων του υλοζωισμού σε ένα εξ αντικειμένου ευκρινέστατο απείκασμα του Καλού.
Και η επιμελής αναγωγή σε θεμελιώδη συστατικά τόσο της στρατηγικής των μεταφορών, όσο και της ειδικότερης χρηστικής αποστολής των μαθηματικών κωδίκων συνεχίζεται. Μόλις έξι σελίδες μετά, θα αναδυθεί η αίγλη και η καταστατική έννοια ενός κατ’ εξοχήν φιλοσοφικού-θεολογικού-μυστικιστικού αριθμού, ήτοι του τρία. Παραθέτω κατά λέξη για τις ανάγκες της εποπτικής στιγμής τα εξής ενδεικτικά: «…χρειάζεται πρώτα στ’ αλήθεια ν’ αλλάξεις τη ζωή σου. Και ν’ αντικρίσεις στα τρία γράμματα της ζωής μιαν αντανάκλαση, κάτι μοναδικό, ένα σχήμα που κρύβει και φανερώνει συγχρόνως κάτι το ιερό». Από δε τους δεσμευτικούς για την υπόθεση της γραφής αφορισμούς διακρίνω τον εξής από το επιλογικό μέρος του βιβλίου:
«Η ποίηση στοχάζεται με τις αισθήσεις. Η ποίηση είναι ο στοχασμός των αισθήσεων» (βλ. σελ. 98). Κι ενώ ο Θανάσης Χατζόπουλος φαίνεται να γνωρίζει κι αυτός μαζί με τον Jean Paulhan ότι, όντως, «αυτή είναι η παράξενη μοίρα της γλώσσας, ότι δεν υπάρχει ούτε μια λέξη που να μη φέρει μέσα της την αιτία της ερείπωσής της, κάτι σαν μια μηχανή της ανατροπής της σημασίας της», παρατείνει και μάλιστα κατά τρόπο αποτελεσματικό τον αγώνα του, προκειμένου να ανασυγκροτήσει τις λεκτικές λειτουργίες, να αναπαλαιώσει τις σκοπιμότητές τους, να αναζωογονήσει τη σημαντική τους υφή. Ενώ την ίδια στιγμή δεν παραλείπει να υπογραμμίζει με τη δέουσα ρηματική ένταση ότι για την ποίηση γενικότερα «η ανασύσταση του αυτονόητου τη σκοτώνει. Ο αυτονόητος κόσμος δεν έχει χώρο για την ποίηση – αλλά ούτε και την τέχνη. Λειτουργεί μηχανικά, σαν ένα τέλειο -δηλαδή τελειωμένο– νεκρό σύστημα. Αυτό το σύστημα αντιστρατεύονται από κοινού, εξυφαίνοντας μιαν ακούσια συνωμοσία, το σώμα και η ποίηση» (βλ. σελ. 17). Φρονώ ότι οι πάντα επίκαιρες επισημάνσεις του William Egginton συντονίζονται στο πλαίσιο των οικείων συμφραζομένων: «αν έχουμε πλήρη γνώση του κόσμου, δεν γίνεται να ταυτιζόμαστε με τον κόσμο κι αν ταυτιζόμαστε πλήρως με τον κόσμο, δεν γίνεται να γνωρίσουμε τον κόσμο. Δεν μπορούμε να έχουμε και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο, όπως αποκάλυψε η πιο διάσημη αρχή του Χάιζενμπεργκ, αναφορικά με την ορμή και τη θέση»(βλ. Αγγελοι και σκακιστές: Ο Μπόρχες, ο Χάιζενμπεργκ, ο Καντ και η θεμελιώδης φύση της πραγματικότητας, εκδ. Πατάκη, 2025).
Ξαναδιαβάζω τα Ρήματα για το ρόδο ως να ήταν, μεταξύ άλλων, τα αποστάγματα μιας ιδιαίτερα επιμελούς, εμφανώς συνειδητής μαθητείας και στο σχολείο του άρρητου.
Επιμέλεια: Μισέλ Φάις

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...