Από τότε που έβγαλε ανακοίνωση η Νέα Αριστερά με την κρυστάλλινα απορριπτική διατύπωση «Η ΕΛΑΣ βρίσκεται πια στο απέναντι στρατόπεδο» (βλ. ομότιτλο άρθρο μου, «Εφ.Συν.», 21.7.2026), η σύμπραξη με την ΕΛΑΣ έχει αποκλειστεί. Κατά συνέπεια η Νέα Αριστερά έχει απαλλαγεί από τον «βραχνά» πως πρέπει ντε και καλά να συμμετάσχει σε συνεργασία ικανή να ρίξει τον Μητσοτάκη. Το ζήτημα της συνεργασίας με τον ΣΥΡΙΖΑ όμως παραμένει.
Ας διερευνήσουμε τα πιθανά κίνητρα για συνεργασία στην παρούσα συγκυρία. Η προοπτική συνεργασίας με τον ΣΥΡΙΖΑ θα αποσκοπούσε στο να κατορθώσει η Νέα Αριστερά να εκπροσωπείται στην επόμενη Βουλή. Ισχυρό κίνητρο, αναντίρρητα – και για τις δύο πλευρές. Σύμφωνα με τη δημοσκόπηση της Prorata που δημοσίευσε η «Εφ.Συν.» το Σαββατοκύριακο (12-13.9.2026), η πρόθεση ψήφου για τη Νέα Αριστερά βρίσκεται στο 1% και για τον ΣΥΡΙΖΑ στο 1,5%. Μόνο του κανένα από τα δύο κόμματα δεν εκλέγει βουλευτές, μαζί και τα δύο έχουν κάποιες ελπίδες.
Ας δούμε όμως και τα πιθανά αντικίνητρα για αυτή τη συνεργασία. Η Νέα Αριστερά στις ευρωεκλογές του Ιουνίου 2024 είχε λάβει 2,45%. Το γεγονός ότι μετά από δύο χρόνια και δύο συνέδρια το ποσοστό της στις δημοσκοπήσεις έχει πέσει κατά περίπου μιάμιση μονάδα οφείλεται, όπως έχω κατ’ επανάληψη υποστηρίξει, στο ότι διαρκώς προξενούσε την εντύπωση πως είναι προσωρινό σχήμα. Εντύπωση που σε μεγάλο βαθμό ενισχύθηκε πριν από λίγους μήνες με την αποχώρηση σημαντικού αριθμού βουλευτών, που συνέβη μόλις μετά την ίδρυση του νέου κόμματος του Τσίπρα. Οι συζητήσεις για συνεργασία με τον ΣΥΡΙΖΑ θα ενίσχυαν ακόμη περισσότερο τούτη την εντύπωση. Εστω και αν πρόκειται «απλώς» για εκλογική σύμπραξη με τη διατήρηση της αυτονομίας του κάθε κόμματος. Ως προς την εντύπωση που δημιουργείται στον πολύ κόσμο, η κοινή κάθοδος στις εκλογές δεν απέχει και πολύ από την πλήρη συνένωση.
Αρκετοί ίσως σκέφτονται πως ακόμη και αν ισχύει η παραπάνω ερμηνεία των εξαιρετικά χαμηλών ποσοστών της Νέας Αριστεράς, τα πράγματα πλέον είναι μη αναστρέψιμα. Και ότι η Νέα Αριστερά οφείλει να αγωνιστεί για να εκλέξει βουλευτές στην επόμενη Βουλή, έστω και με τον κίνδυνο της ουσιαστικής εξαφάνισής της ως αυτόνομου φορέα. Ακόμη πιο «κυνικά», τούτη η άποψη υποστηρίζει πως η κατάσταση είναι τόσο κρίσιμη ώστε η Νέα Αριστερά δεν έχει την πολυτέλεια να θυμάται ζητήματα όπως ότι οι εναπομείναντες στον ΣΥΡΙΖΑ ανέχτηκαν επί έναν ολόκληρο χρόνο τον Κασσελάκη και ότι κατά συνέπεια είναι υπεύθυνοι για την περαιτέρω ιδεολογική και πολιτική καταστροφή του πρώην μεγάλου κόμματος της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Το επιχείρημα που προβάλλεται υπέρ αυτής της άποψης είναι πως αν τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ τώρα συμφωνήσουν με τη Νέα Αριστερά σε ζητήματα πολιτικού προγράμματος και ιδεολογικού προσανατολισμού, το παρελθόν θα μπορούσαμε να το βάλουμε κατά μέρος – προς χάριν του κοινού αγώνα πολιτικής επιβίωσης του παρόντος.
Ας μεταφερθούμε τώρα στο ευρύτερο τοπίο των πολιτικών κομμάτων. Το οποίο χαρακτηρίζεται από το πρωτοφανές στα πολιτικά χρονικά φαινόμενο το κόμμα που βρίσκεται σταθερά δεύτερο στις δημοσκοπήσεις και με μεγάλη διαφορά από όλα τα υπόλοιπα να… μην έχει ούτε έναν δικό του βουλευτή. Αυτό πού οφείλεται άραγε; Στο ότι ο Τσίπρας ζητάει να έχει δικούς του βουλευτές και κανείς δεν του κάνει τη χάρη; Δεν νομίζω. Μάλλον το αντίθετο, θα λέγαμε. Ο Τσίπρας δεν θέλει να έχει το κόμμα του βουλευτές μέχρι τις επόμενες εκλογές και έχει θέσει ως όρο οι υπάρχοντες βουλευτές να παραδώσουν τις έδρες τους για να τους δεχτεί ως υποψήφιους του δικού του κόμματος. Φανταστείτε λοιπόν η Νέα Αριστερά να συνάψει εκλογική συνεργασία με τον ΣΥΡΙΖΑ και οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, αν κρίνουν ότι δεν έχουν αρκετές ελπίδες να εκλεγούν με τη συμπαράταξη ΣΥΡΙΖΑ και Νέας Αριστεράς του 2,5% των δημοσκοπήσεων, να αποφασίσουν να παραδώσουν τις έδρες τους για να κατέβουν με την Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη του 16,5% των δημοσκοπήσεων.
●Ομότιμος καθηγητής της Κοινωνικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
