Μεσημέρι Αυγούστου. Από μια κακοτράχαλη πλαγιά αγναντεύεις το κυκλαδίτικο τοπίο. Ο ήλιος από ψηλά καίει τα πάντα. Ολα τριγύρω σου στέκουν ξερά, τα χόρτα φαντάζουν με χρυσαφιές ανταύγειες πάνω στα σταχτιά βράχια και μόνο τα σκουροπράσινα σκίνα ξεχωρίζουν μέσα στην καλοκαιρινή χρωματική ομοιομορφία. Το έντονο φως ξεθωριάζει τα περιγράμματα και εξαϋλώνει τις μορφές αντίκρυ σου. Είναι μάλιστα κάποιες στιγμές που έχεις την ψευδαίσθηση πως κινούνται πότε πότε μέσα στην αιώνια ακινησία τους.
Στο βάθος του ορίζοντα η Σίφνος, η Πάρος και η Νάξος έχουν εξαφανιστεί μέσα στην αχλή της ατμόσφαιρας, σαν να τις κατάπιε η θάλασσα. Το θεόσταλτο μελτέμι πασχίζει να μειώσει την αποπνικτική ζέστη, με τις ριπές του να δροσίζουν κάπως τον τόπο. Οι γκρίζες κοφτερές πέτρες, ως άλλοι θερμοπομποί, ολόγυρά σου εκπέμπουν τη θερμότητα που συσσωρεύουν στο σώμα τους· το ίδιο και τα γυμνά «ανεμόπληκτα» βράχια, όπως θα έλεγε ο Παπαδιαμάντης.
Οι άνυδρες φαιοκόκκινες πλαγιές προβάλλουν όμορφα πάνω στο πελαγίσιο μπλε που περιτριγυρίζει τη Φολέγανδρο. Ενα μπλε που δεν μένει ποτέ σταθερό και αμετάβλητο, θαρρείς κι ένας αόρατος ζωγράφος διαρκώς προσθέτει και αφαιρεί χρώμα από το τοπίο που βρίσκεται μπροστά σου. Μια θάλασσα που άλλοτε παίρνει τις αποχρώσεις του σκούρου ultramarine κι άλλοτε κατά τόπους αναμιγνύεται με λευκό και μετατρέπεται σε ανοιχτό γαλάζιο, λες και κάποια σύννεφα ακούμπησαν αίφνης πάνω της.
Στο βάθος χαμηλά, δίπλα στις παράλληλες προαιώνιες ξερολιθιές που διατρέχουν την απότομη πλαγιά, στέκει ως λευκή αντίστιξη ένα μικρό ασβεστωμένο αγροτικό χτίσμα. Οχι, δεν είναι μία από τις παλιές παραδοσιακές θεμωνιές που κάθε τόσο ξεπροβάλλουν ανάμεσα στα χρυσοκίτρινα, εγκαταλελειμμένα χωράφια. Τούτο είναι ένα νεότερο χτίσμα που ξέμεινε μονάχο στη ρεματιά, η οποία, αν την περπατήσεις, θα σε βγάλει μέχρι κάτω στη βραχώδη ακροθαλασσιά της βορινής, ανεμοδαρμένης πλευράς του νησιού.
Το παιχνίδι του φωτός και των σκιών
Οι ώρες περνάνε και το τοπίο αλλάζει χρώματα. Οι ακτίνες του ήλιου τώρα πέφτουν πλάγια, αφήνοντας μεγάλες σκιές που αναδεικνύουν ακόμη περισσότερο τις εξάρσεις του εδάφους. Οι επιφάνειες των ξερολιθιών σκιάζονται έντονα και φαντάζουν σαν σκουρόχρωμες, μακρόσυρτες πινελιές απέναντί σου. Ετσι όπως πέφτει το φως, οι κορφές τους φωτίζονται, μετατρέποντάς τες σε λευκές γραμμές, θαρρείς και κάποιος τις ασβέστωσε το απομεσήμερο. Οι σκληροί θάμνοι συμπληρώνουν ως μαυριδερές στίξεις την εικόνα η οποία, όσο περνάει η ώρα, σκοτεινιάζει σιγά σιγά. Κατά τη Δύση, το ηλιοβασίλεμα έβαψε τον ορίζοντα κατακόκκινο, βάζοντάς του φωτιά στην κυριολεξία. Οσο το βλέμμα ανηφορίζει προς τον ουρανό, το πορτοκαλί παίρνει τη θέση του κόκκινου και ακόμη πιο ψηλά το μαβί ανακατεύεται όμορφα με το βαθύ γαλάζιο.
Και ξάφνου, σαν από θαύμα, ξεμυτίζουν δειλά οι αχνές βουνοκορφές της Σίφνου και της Πάρου, ενώ κάπου στο βάθος η κορυφή της Νάξου μοιάζει να αιωρείται στο κενό. Είναι σαν να σου λένε: «Εδώ ήμασταν, απλώς κρυφτήκαμε για λίγο». Πράγματι, μοιάζει σαν να πήγαν μια σύντομη βόλτα και να ξαναγύρισαν στη συντροφιά της Φολεγάνδρου και της Σικίνου, έτσι όπως στέκουν χιλιετίες τώρα η μία δίπλα στην άλλη· πρόκειται για μια αρχέγονη γειτνίαση κι εμείς ως περαστικοί τη θαυμάζουμε μέσα στο απειροελάχιστο της θνητής ύπαρξής μας.
«Τεράστιες ξενοδοχειακές μονάδες χτίζονται σε απόκρημνες πλαγιές, εκεί που κάποτε καλλιεργούνταν με μόχθο η άγονη γη. Αλλάζουν οι καιροί, αλλάζει και η ζωή»
Σήμερα, ωστόσο, χρόνο με τον χρόνο, η Φολέγανδρος αλλάζει. Τεράστιες ξενοδοχειακές μονάδες χτίζονται πάνω σε απόκρημνες πλαγιές, νέες παραθεριστικές κατοικίες και υπόσκαφα ξεφυτρώνουν ανάμεσα στις ξερολιθιές, εκεί που κάποτε καλλιεργούνταν με απίστευτο κόπο και μόχθο η άγονη γη. Αλλάζουν οι καιροί, αλλάζει και η ζωή των νησιών. Απέναντι στη λαίλαπα ενός ανεξέλεγκτου τουρισμού που απειλεί να ισοπεδώσει την αυθεντικότητα του αρχέγονου τόπου, μόνο η εγρήγορση της τοπικής κοινωνίας και των νέων ανθρώπων του νησιού μπορεί να σταθεί ανάχωμα.
Σε αυτή τη σιωπηλή αλλά πεισματική μάχη για την προστασία της ταυτότητας της Φολεγάνδρου, που αποδεικνύει ότι το μέλλον αυτών των βράχων ανήκει σε εκείνους που τους πονούν, πρωτοστατεί η νέα δημοτική αρχή. Με μια καθημερινή και επίμονη προσπάθεια, κάνει ήδη ορατές στον επισκέπτη τις επεμβάσεις της στους δημόσιους χώρους (δρόμους, πλατείες), αλλά και το πλήθος των πολιτιστικών εκδηλώσεων που λαμβάνουν χώρα τελευταία, αλλάζοντας τις προτεραιότητες και το μέλλον του τόπου.
Οταν η νύχτα σβήνει, τα χρώματα…
Τώρα πια σκοτείνιασε για τα καλά. Μικρά φωτάκια που τρεμοσβήνουν μακριά μέσα στη νύχτα δηλώνουν τη θέση των κυκλαδίτικων οικισμών. Ψηλά στον τριγωνικό, θεόρατο βράχο που ορθώνεται επιβλητικός πάνω από τη Χώρα, το φωταγωγημένο μοναστήρι της Παναγίας μετεωρίζεται μέσα στο μαύρο σκοτάδι, λες και υπερνίκησε επιτέλους τη δύναμη της βαρύτητας. Κατά τη Δύση, τα χρώματα τα καταπίνει ολοκληρωτικά το μαύρο και μόνο μια σειρά διάσπαρτων φώτων ξεμυτά πάνω στις κορυφογραμμές της Απάνω Μεριάς, σαν μικρά, αιωρούμενα φαναράκια. Η μέρα δίνει τη θέση της στη νύχτα, για να συνεχιστεί αύριο, πάλι από την αρχή, το ξημέρωμα ενός νέου πρωινού.
Συλλογίζεσαι αναπόφευκτα, μέσα απ’ αυτή την εναλλαγή, τον χρόνο που αενάως κυλάει, έτσι που στο τέλος γίνεται άχρονος. Συλλογίζεσαι τη ζωή που εξελίσσεται μέσα στον χώρο σαν μια σπίθα που άξαφνα εμφανίζεται και ακόμη πιο γρήγορα εξαφανίζεται. Αναλογίζεσαι το πέρασμα όλων εκείνων που έφυγαν, αλλά και όλων εκείνων που θα έρθουν, οι οποίοι αντίκρισαν ή θα αντικρίσουν στο μέλλον το ίδιο κυκλαδίτικο τοπίο που βλέπεις κι εσύ σήμερα.
«Πάντα ρει̃ καί ουδέν μένει», είπε ο Ηράκλειτος, που έζησε κάποτε σε αυτά τα χώματα.
*Αρχιτέκτoνας, ομότιμος καθηγητής Σχολής Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
