Κάθεσαι στην απόληξη του πελεκημένου βράχου· από κάτω σκάνε βουβά τα κύματα, ασπρίζει η θάλασσα. Γύρω φλοίδες, άχρηστα κομμάτια από το πελέκημα. Βυζαντινό λατομείο, λένε τα γραπτά. Βλέπεις τα υπολείμματα, τις κενές θέσεις, απ’ όπου βγάλαν τις τελευταίες κολόνες. Κάθε φορά αναρωτιέμαι, σε ποιον ναό στήριξαν τα αετώματα ή σε ποια έπαυλη περιτοίχισαν ψηφιδωτά και αίθρια. Ή μήπως αστόχησαν στην επεξεργασία και ως θραύσματα έγιναν οικοδομικό υλικό σαν ταπεινά κτίσματα. Παρακάτω στα κτήματα και στα περιβόλια οι τοίχοι είναι κατασκευασμένοι με πέτρα από αυτό το λατομείο.
Κάνεις αντήλιο το χέρι σου και κοιτάς στο βάθος, ίσαμε κει που φτάνει το μάτι σου. Γίνεσαι βιγλάτορας για λίγο, έστω και χωρίς αντικείμενο. Παρακολουθείς τα πλεούμενα που περνάνε στο βάθος. Από το περίγραμμά τους υποθέτεις τι είναι. Φορτηγά-εμπορικά τα πολύ μεγάλα, αυτό με τα γράμματα στο πλευρό είναι το πλοίο της γραμμής – εξάλλου είναι η ώρα που φεύγει για τον Πειραιά. Τα ιστιοφόρα λικνίζονται, οι μικρές βάρκες μόλις που διακρίνονται, εκτός κι αν περνάνε κοντά στον γιαλό. Τότε κάνεις χωνί τις παλάμες σου και φωνάζεις στον Παναγιώτη ή στον Αντώνη να σου κρατήσουν ψάρια από τα δίχτυα που σηκώνουν.
Κάπου μακριά ακούγεται το πατ πατ από τη βενζινομηχανή μιας ξύλινης βάρκας του παλιού καιρού. Μια άσπρη τέντα προστατεύει τους επιβάτες της. Πάνε για το απογευματινό ψάρεμα, πριν πέσει ο ήλιος. Κάνουμε την πλάκα μας, σκοτώνουμε την ώρα μας, σου λένε κατά μια προσφιλή τους έκφραση. Ολο και κάτι πιάνουν στις πετονιές τους, αν και όλοι λένε ότι λιγόστεψαν τα ψάρια στη θάλασσα.
Από εδώ πάνω κοιτάς και εποπτεύεις ολόκληρο τον μικρό κάμπο του όρμου. Επικρατεί το ασημί των φύλλων της ελιάς, πού και πού καμιά λεύκα, μερικές καρυδιές και συκιές και λιγότερα άλλα φρουτόδεντρα. Ανάμεσά τους οι σκεπές των λίγων σπιτιών, τα κεραμίδια διακόπτουν το πράσινο των δέντρων. Στην απέναντι πλευρά, στον άλλο βράχο, βιγλάτορας είναι η Κοπέλα. Ενας μονόλιθος, ο οποίος στη λαϊκή φαντασία ίσως και κάποιος χαμένος θρύλος στον χρόνο τού έδωσε μορφή κοπέλας. Οπως και να ‘ναι οι δυο βράχοι ορίζουν τον όρμο του Ταρτιού, αγαπημένου μας τόπου, παρ’ όλη την κοσμοσυρροή του καλοκαιριού.
Επεσε η νύχτα σαν απαλό πούπουλο ή πάχνη, στο βάθος, στα παράλια της μικρασιατικής γης, αναβοσβήνουν τα φωτάκια από τις ανεμογεννήτριες. Ανταγωνίζονται τ’ αστέρια· οι ανθρώπινες δημιουργίες σε αντιπαράθεση με τη φύση. Οι λιγοστοί κολυμβητές του φθινοπώρου άφησαν τις ξαπλώστρες, μεταφέρθηκαν στις ταβέρνες για ούζο και μεζέδες. Απολαμβάνουν την ησυχία και ηρεμία τούτων των ημερών. Είμαστε οι τελευταίοι παραθεριστές, οι λάτρεις των φθινοπωρινών ημερών του μικρού όρμου. Από την άκρη του καλοκαιριού και της θάλασσας στέλνομαι χαιρετισμούς.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
