Το πρόγραμμα καλλιτεχνικής φιλοξενίας Anargyros Art Residency πιλοτικά ξεκίνησε πέρσι με την πρώτη του έκδοση και πέτυχε. Φέτος επισκέφτηκα τις Σπέτσες και όταν έφτασα στον χώρο του Ιδρύματος της Αναργυρείου και Κοργιαλενείου Σχολής Σπετσών (ΑΚΣΣ), θα το πω απλά. έπαθα πλάκα. Ένα οικοτροφείο αρρένων που λειτούργησε από το 1927 ίσαμε το 1983 τώρα προσφέρει την ευκαιρία σε καλλιτέχνες να περάσουν την καθημερινότητά τους, να μελετήσουν, να εργαστούν και να γνωριστούν τόσο μεταξύ τους όσο και με την τοπική κοινωνία των Σπετσών.
Ψυχή του προγράμματος η καλλιτεχνική διευθύντρια κι επιμελήτρια Εύα Βασλαματζή, συντονίστρια και υπεύθυνη παραγωγής η Σιμώνη Νιάρου. Η Σιμώνη Νιάρου με πήρε από το χέρι και με ξενάγησε στους χώρους, μου είπε ότι στο κτήριο Β που θα κοιμηθώ ήταν οι κοιτώνες των «καλών» μαθητών. Το πρωί ξύπνησα ιδρωμένος με ένα άγχος ότι δεν είχα διαβάσει τα μαθήματά μου μα ο εφιάλτης αμέσως έσβησε όταν στο πρωινό είδα καλλιτέχνες να τρώνε σαν μια παρέα και να συζητάνε για το τι θα κάνουν σήμερα.
Η ΑΚΣΣ φέρει ενέργεια και ιστορία που θέλοντας και μη σε εμπνέει, οι χώροι του εκτείνονται σε πολλά τετραγωνικά γης με τα τρία κτήριά του να δεσπόζουν στον χώρο, έναν καταπράσινο λόφο πίσω σου και μπροστά η θάλασσα. Η Εύα Βασλαματζή μου εξήγησε τι συμβαίνει εκεί, ποιοι είναι οι καλλιτέχνες που συμμετέχουν φέτος και τι είναι το residency, το curation κι o ανιμισμός που είναι η φετινή θεματική του προγράμματος.
Naya Yakoumaki talk with Eva Vaslamatzi
Εύα Βασλαματζή γι’ αυτούς που δεν σε γνωρίζουν ποια είσαι;
Είμαι curator (επιμελήτρια) εκθέσεων. Θα έλεγα ότι έχω ένα κλασικό «παρκούρ» στον χώρο της τέχνης. Έχω σπουδάσει ιστορία της τέχνης, με μεταπτυχιακά φιλοσοφίας τέχνης και επιμέλειας στο Παρίσι. Κάπως για μένα η επιμέλεια ήρθε σαν ένας τρόπος σε ένα δίλημμα που είχα πάντα ανάμεσα στη θεωρία, την πράξη και τις πρακτικές. Έκανα φωτογραφία αρκετά και βίντεο, ασχολούμουν με αναλογικά μέσα και έκανα και ακαδημαϊκές σπουδές, αλλά κάποια στιγμή με κούρασε πάρα πολύ ο ακαδημαϊκός λόγος και ειδικά στη Γαλλία, που είναι και συγκεκριμένος ο τρόπος που αντιμετωπίζει τα πράγματα. Για μένα η επιμέλεια έχει πιο πολύ να κάνει με τον χώρο, με την αρχιτεκτονική, με την ιστορία, με το in situ: πεδία που με ενδιαφέρουν πάρα πολύ, με τα αρχεία, με τις συλλογές. Έχει και το κομμάτι της γραφής και της θεωρίας, που έρχεται πάντα δεύτερο. Δεν ξεκινάει από εκεί.
Πώς ξεκίνησε το Anargyros Art Residency;
Το νέο Διοικητικό Συμβούλιο της Σχολής και ο πρόεδρος Γιάννης Αίσωπος πρότεινε την δημιουργία ενός artist residency, επειδή ο χώρος είναι ιδανικός. Υπάρχουν όλα αυτά τα δωμάτια των μαθητών που έμεναν τότε και δεν έχει αλλάξει τίποτα. Δεν έχει γίνει ανακατάταξη των χώρων, δεν έχουνε πέσει τοίχοι, οπότε εκ των πραγμάτων κανείς σκέφτεται ότι υπάρχει η δυνατότητα για διαμονή μεγάλου αριθμού ατόμων. Προσέγγισαν επιμελητές και μας ζήτησαν να στείλουμε μια πρόταση, μια θεματική και τον σχετικό προϋπολογισμό.
Κέρδισε η δική σου πρόταση, πώς την είχες ονομάσει;
Ήταν η περσινή θεματική που ήταν το School of Transitions. Ουσιαστικά πρότεινα να μην έχει καμία θεματική, γιατί είναι το σχολείο ήδη από μόνο του μία θεματική και θα ήθελα να δουλέψουμε πάνω σε αυτό. Πέρυσι ουσιαστικά βασίστηκε στον Αδαή Δάσκαλο του Ζακ Ρανσιέρ. Αυτό είχα γράψει στην αίτηση, ότι επιθυμώ να δούμε ξανά τη σχέση ιεραρχίας δασκάλου-μαθητή που εδώ στην Αναργύρειο Κοργιαλένειο Σχολή Σπετσών πρέπει να ήταν πολύ έντονη, μέσα από έργα και προσεγγίσεις καλλιτεχνικές.
Και τι πρότεινες για φέτος;
Τους νησιωτικούς ανιμισμούς.
Πώς σου ήρθε αυτή η θεματική;
Γενικά ιδέες με βρίσκουν σε διάφορα μέρη. Αποφεύγω πάρα πολύ το να διαβάζω ένα βιβλίο και να παίρνω κάτι από εκεί, κάποια θεωρία. Μου ήρθε κατά τη διαδικασία που σκεφτόμουνα την αίτηση που έκανα την προηγούμενη χρονιά για το residency. Είχα δει online μια πολύ ωραία έκθεση που λεγόταν animism, του επιμελητή Anselm Franke. Μου άρεσαν πάρα πολύ τα κείμενα που είχα διαβάσει και τα έργα που έβλεπα εκεί, αλλά κυρίως η προσέγγιση. Προσέγγισε πώς ο ανιμισμός εμφανίζεται μαζί και με τον διαφωτισμό που ουσιαστικά κάνει τον διαχωρισμό σώματος-ψυχής, culture-nature και πώς όταν γίνεται αυτό, ενώ πριν ήταν όλα μαζί και ήταν πολύ αυτονόητο, αρχίζουν και μπαίνουν αυτές οι ιδέες ότι μπορεί να υπάρχει ψυχή σε ένα δέντρο για παράδειγμα. Με ενδιαφέρουν έντονα επίσης η μεταφυσική, η μαγεία και γενικότερα τέτοιου είδους θεματικές, με τις οποίες ασχολούμαι εδώ και αρκετό καιρό.
Οι χώροι της σχολής είναι μεγάλοι σε σημεία κενοί που φέρουν ακόμα πέρα από τα έπιπλα και τις υλικοτεχνικές υποδομές και μια δυνατή ενέργεια άλλων εποχών, σχεδόν «μαγική». Παρατηρούσα τα μαρμάρινα σκαλοπάτια που έχουν το βαθούλωμα από τα περπατήματα των μαθητών του τότε. Άρα πας να ζωντανέψεις στο «τώρα» λίγο και αυτή τη συνθήκη;
Ναι. Βέβαια επειδή πέρυσι επικεντρωθήκαμε πιο πολύ στη Σχολή φέτος δεν ήταν αυτός ο στόχος. Γι’ αυτό υπάρχει και η έννοια «νησιωτικός», δηλαδή τι ιστορίες, τι μύθοι, τι περίεργα πράγματα μπορούμε να μάθουμε για το νησί, με το οποίο σχετιζόμαστε. Αναζητούσαμε στη λαϊκή κουλτούρα στοιχεία τέτοια των Σπετσών και έχουμε εντοπίσει διάφορα.
Τι είναι ο ανιμισμός, animism στ’ αγγλικά, με απλά λόγια;
Η προσέγγιση του μη ανθρώπινου και ο συσχετισμός μας με αυτό. Σε πολλές μη δυτικές κουλτούρες — κάτι που μαθαίνουμε από την εθνογραφία — υπάρχει η αντίληψη ότι άνθρωπος και φύση δεν λειτουργούν ως δύο ξεχωριστές οντότητες, αλλά συνυπάρχουν οργανικά ως ένα ενιαίο σύνολο. Αλλά κάτι πολύ ενδιαφέρον που ακούσαμε εδώ στις Σπέτσες είναι ότι πολλοί ντόπιοι ψαράδες είχαν παλιότερα παρατσούκλια βασισμένα σε ονόματα ψαριών — ήταν, ας πούμε, ο Συναγρίδας, ο Μπαρμπούνης. Οπότε σε ένα νησί η συνύπαρξη με το τοπίο και τη θάλασσα είναι τόσο έντονη, ώστε με έναν τρόπο οι άνθρωποι καταλήγουν να συγχωνεύονται συμβολικά με το περιβάλλον τους.
AAR x OnassisAiR
Πέρυσι πόσοι καλλιτέχνες είχαν συμμετάσχει;
Πέρσι ήταν τέσσερις οι: Rowena Hughes, Κωνστάντζα Καψάλη, Ναταλία Μαντά και Ιωάννα Παρασκευοπούλου. Φέτος είναι έξι.
Αυξήθηκε ο αριθμός καλλιτέχνες, γιατί είδες ότι έχεις πολλά τετραγωνικά να γεμίσεις;
Νομίζω ότι αυτό το art residency θα μπορούσε να φιλοξενεί πολύ κόσμο. Όποιος έχει πάει στη Cité Internationale des Arts στο Παρίσι — όπου φιλοξενούνται περίπου 300 καλλιτέχνες — μπορεί να φανταστέι ένα αντίστοιχο μοντέλο εδώ. Αν ψάξεις ή αν γνωρίζεις ήδη residencies στην Ελλάδα, το μεγάλο πρόβλημα που έρχεται συνήθως δεν είναι μόνο το οικονομικό, αλλά είναι και το πού θα μείνουν οι καλλιτέχνες. Συνήθως οι καλλιτέχνες φιλοξενούνται σε διάσπαρτους χώρους, εδώ όμως η συνθήκη προσφέρεται σε τέτοιο βαθμό που δύσκολα συναντά κανείς κάτι αντίστοιχο. Το να ζεις στον ίδιο χώρο όπου δημιουργείς αλλάζει ουσιαστικά την εμπειρία· δεν έχει να κάνει μόνο με τις μετακινήσεις και την πρακτική διευκόλυνση αυτού του residency. Περισσότερο, αυτό που ξεχωρίζω είναι η συνύπαρξη: οι καλλιτέχνες ζουν μαζί, μοιράζονται τον ίδιο τόπο και έτσι αναπτύσσουν κοινές αναφορές, παρατηρούν το περιβάλλον συλλογικά και αισθάνονται την ενέργεια και τον ρυθμό της περιοχής.
Τη νιώθω και ’γώ ως επισκέπτης θέλοντας και μη. Έχουν μορφωθεί πολλές ψυχές παιδικές, εδώ που έμεναν οικόσιτοι από τα 8 τους ίσαμε τα 18 τους χρόνια.
Μεταξύ των μαθητών ήτανε και ο Ιάννης Ξενάκης. Έχουν περάσει πολλές προσωπικότητες από αυτή τη Σχολή πρότυπο για την εποχή της.
Τους καλλιτέχνες με ποια κριτήρια τους επέλεξες;
Η πρώτη χρονιά ήταν πιλοτική και είπαμε να γίνει με πρόσκληση. Κάλεσα τέσσερις καλλιτέχνιδες που κάποιες γνώριζα περισσότερο, κάποιες λιγότερο. Ο στόχος ήταν να υπάρχει και ο κινηματογράφος και ο χορός. Παρότι είμαι από το εικαστικό κομμάτι, έχω εμπειρία από residencies στο εξωτερικό και θεωρώ ότι είναι πιο ωραία η διάδραση μεταξύ διαφορετικών τομέων. Μπορεί κάποιος που είναι μουσικός να βοηθήσει αυτόν που είναι κινηματογραφιστής για να φτιάξει τον ήχο. Αυτός που είναι χορευτής να παίξει την ταινία του film maker και αντίστοιχα ο κινηματογραφιστής να βοηθήσει κάποιον να γυρίσει κάτι. Γίνονται ανταλλαγές που ίσως μόνο με εικαστικούς να μην γινόντουσαν τόσο πολύ. Φέτος προστέθηκε και ο ήχος, σαν επιπλέον τομέας, του χρόνου. Η επιλογή έγινε έπειτα από ανοιχτό κάλεσμα, στο οποίο λάβαμε 500 αιτήσεις, και η τελική επιλογή από πενταμελή επιτροπή.
Mariangela Ciccarello -Workshop
Πέτυχε πολύ πέρσι το Anargyros Art Residency για να λάβεις 500 αιτήσεις φέτος.
Είναι ένα residency που παλέψαμε πολύ όταν στήθηκε πέρυσι για να είναι οι καλύτερες δυνατές συνθήκες για τους καλλιτέχνες. Όπως σου είπα τα περισσότερα δεν καλύπτουν διαμονή και διατροφή ή πολλά σου ζητάνε να πληρώσεις κιόλας. Είμαστε ένας χώρος ο οποίος μπορεί να σου παρέχει ύπνο, φαγητό, fee και ό,τι χρειάζεται ως προς την παραγωγή για να κάνεις το έργο σου, με κάποιους περιορισμούς στο ποσό φυσικά.
Αυτό από μόνο του είναι πολύ ελκυστικό. Το γεγονός ότι κατατέθηκαν 500 αιτήσεις δείχνει πως έχει ήδη διαδοθεί ότι εδώ γίνεται σοβαρή δουλειά.
Ναι, μαθεύτηκε πολύ μέσα στην καλλιτεχνική κοινότητα της Αθήνας, αλλά και έξω από την Ελλάδα με καλλιτέχνες που έχουν επαφή με τη χώρα.
Περίμενες 500 προτάσεις;
Όχι, δεν περίμενα 500 προτάσεις, αλλά υπήρχε τρομερό feedback από τους καλλιτέχνες. Ακόμα και μήνες μετά, επειδή είμαι σε επαφή με κάποια άτομα, μου στέλνουν ότι είναι από τις πιο ωραίες εμπειρίες που είχαν στη ζωή τους. Που έχει να κάνει με το πρόγραμμα και εμάς σίγουρα, αλλά έχει να κάνει και με το μέρος, τον τόπο. Πιστεύω ότι για τις 4 καλλιτέχνιδες που συμμετείχαν πέρσι σίγουρα ήταν πολύ μεταμορφωτικό -για άλλους λόγους φυσικά για την καθεμία- αλλά ήταν μεταμορφωτική εμπειρία πολύ σημαντική.
Διαλέγεις από αυτές τις 500 προτάσεις, 6 άτομα που θα μείνουν εδώ από τις 27 Απριλίου έως τις 7 Ιουνίου. Με ποια κριτήρια επέλεξες τους 6 φετινούς καλλιτέχνες;
Μαζί με την επιτροπή διαλέξαμε τους καλλιτέχνες αλλά γενικά όταν κάνω και εκθέσεις (γιατί εγώ αυτό το νιώθω λίγο σαν μια έκθεση) κάνω μια διαδικασία σαν να συνθέτω ένα παζλ, ξεκινώντας από ένα σταθερό κομμάτι και συμπληρώνοντας στη συνέχεια τα υπόλοιπα. Νιώθω ότι σε μια θεματική έκθεση είναι πάντα σημαντικό να υπάρχουν ορισμένα έργα που στηρίζουν πιο καθαρά το κεντρικό θέμα. Αυτά ουσιαστικά δημιουργούν το «πάτημα» πάνω στο οποίο μπορεί να αναπτυχθεί η υπόλοιπη έκθεση και να κινηθούν οι καλλιτέχνες πιο ελεύθερα, ακόμη και περιφερειακά ως προς τη θεματική. Έτσι δίνεται χώρος για πιο απρόβλεπτες προσεγγίσεις – ακόμα και για έργα που μπορεί να μοιάζουν κάπως «εκτός», αλλά τελικά, μέσα από τη συνολική σύνθεση, αποκτούν τη θέση και τη λογική τους.
Μυρτώ Βρατσάνου
Μυρτώ Βρατσάνου – Workshop
Θα ήθελα να μας συστήσεις λίγο αυτούς τους έξι καλλιτέχνες που συμμετέχουν στο Anargyros Art Residency 2026 και ποιο θα είναι το έργο τους.
Ξεκινώ από τους εικαστικούς, καθώς στο σύνολο της ομάδας είναι τρεις και είναι κι ένας χορογράφος, μια κινηματογραφίστρια και ένας sound artist. Μία από τις εικαστικούς που επιλέξαμε — και για έναν επιπλέον, πολύ ουσιαστικό λόγο — είναι η Μυρτώ Βρατσάνου. Η πρακτική της κινείται γύρω από δύο βασικούς άξονες. Ο πρώτος αφορά τους ναυτικούς χάρτες, όχι με τη συμβατική αντίληψη της κάτοψης, αλλά μέσα από μια οπτική που προκύπτει από τη θάλασσα – σαν να κοιτά κανείς από το επίπεδο του νερού προς την ακτή. Αυτό μετατοπίζει ριζικά τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον χάρτη, άρα και τον ίδιο τον προσανατολισμό και την εμπειρία του χώρου. Ο δεύτερος άξονας συνδέεται με την περίοδο του εκμοντερνισμού του νησιού, ειδικά γύρω από το εργοστάσιο Δασκαλάκη, το οποίο υπήρξε από τα πρώτα που έφεραν τον ηλεκτρισμό στις Σπέτσες. Μέσα από αυτό το πρίσμα, η δουλειά της εξετάζει πώς τα δίκτυα του εκσυγχρονισμού -ηλεκτρισμός, καλώδια, υποθαλάσσιες υποδομές — επανασχηματίζουν τόσο το φυσικό όσο και το οικολογικό τοπίο. Υλικά όπως ο χαλκός και άλλα αγώγιμα στοιχεία παίζουν κεντρικό ρόλο στην πρακτική της, καθώς θα δημιουργήσει μια εγκατάσταση που βασίζεται στο σχέδιο: ξεκινά από το χαρτί και μεταφέρεται πάνω στο μέταλλο.
Nona Inescu
Nona Inescu
Η Nona Inescu, από τη Ρουμανία, προέρχεται από οικογένεια γεωλόγων και έχει μεγαλώσει μέσα σε περιβάλλοντα όπου η πέτρα, τα ορυκτά και η έρευνα ήταν μέρος της καθημερινότητας. Κατά την παραμονή της εδώ, εντυπωσιάστηκε ιδιαίτερα από μια επιγραφή στην αίθουσα Φυσικής — έναν από τους εκθεσιακούς χώρους και ταυτόχρονα τον χώρο όπου πραγματοποιείται το δημόσιο πρόγραμμα και οι επισκέψεις των μεντόρων — που αναφέρει ότι το 1966 οι James Watson και Francis Crick παρουσίασαν εκεί τη μορφή του DNA. Με αφορμή αυτό το στοιχείο, η Nona αναπτύσσει ένα έργο που λειτουργεί σαν μια μορφή «DNA του νησιού». Πάνω σε αυτή τη δομή θα ενσωματώσει υλικά και ευρήματα από τις Σπέτσες, δίνοντας έμφαση ιδιαίτερα στο πεύκο και στο πευκοδάσος του Ανάργυρου -ένα χαρακτηριστικό τοπίο όπου τα δέντρα έχουν συγκεκριμένη, μη ευθύγραμμη ανάπτυξη, αποτέλεσμα ιστορικής φύτευσης με σκοπό να μην μπορούν να κοπούν για να κατασκευαστούν καράβια.
Ο τρίτος εικαστικός μας είναι ο Nabil Aniss, video artist που στη δουλειά του εστιάζει έντονα στην πόλη καταγωγής του, το Μεκνές στο Μαρόκο. Στο πλαίσιο της δουλειάς του εδώ, ο Nabil εστιάζει παράλληλα σε δύο άξονες. Ο πρώτος αφορά μια χαμένη πειρατική lingua franca της Μεσογείου, μια υβριδική γλώσσα με ελληνικά, αραβικά, τουρκικά και ιταλικά στοιχεία, την οποία μελετά μέσα από αρχειακές αναφορές. Ο δεύτερος σχετίζεται με ένα μαροκινό τελετουργικό όπου τα παιδιά «καθορίζονται» συμβολικά ως συγκεκριμένα ζώα και, σε διάφορες φάσεις της ζωής τους, καλούνται να τα ενσαρκώσουν μέσα από performance. Η δική του έρευνα στρέφεται επίσης στην παιδικότητα ως κατάσταση ρευστότητας, όπου η γλώσσα και οι ταυτότητες δεν έχουν ακόμη σταθεροποιηθεί. Σε αυτό το πλαίσιο δουλεύει στις Σπέτσες με ένα παιδί από την τοπική κοινότητα, με το οποίο αναπτύσσουν από κοινού χορογραφίες και πειραματικές πρακτικές γύρω από τη γλώσσα, τον ρυθμό και την έκφραση.
Nabil Aniss
Nabil Aniss – Workshop
Μετά έχουμε τη Mariangela Ciccarello, Ιταλίδα filmmaker που δουλεύει με 16mm και Super8, το έργο έχει ήδη γυριστεί και έχει σταλεί για εμφάνιση, καθώς η διαδικασία ακολουθεί διαφορετικούς χρόνους λόγω των εγκαινίων στις 5 Ιουνίου. Τα γυρίσματα ολοκληρώθηκαν την προηγούμενη εβδομάδα και τώρα βρίσκεται κυρίως στη φάση του editing, ενώ ήδη από τις πρώτες εβδομάδες είχε γραφτεί αναλυτικά κάθε σκηνή. Η πλοκή ακολουθεί μια Ιταλίδα δημοσιογράφο που φτάνει στον χώρο για έρευνα γύρω από τις σχολές. Παρότι αρχικά της λέγεται ότι δεν έχει πρόσβαση σε μουσεία και αρχειακούς χώρους, εκείνη αποφασίζει να εισχωρήσει και ανακαλύπτει ένα κουτί που παραπέμπει στο “secret society of the sea” — μια κοινότητα γυναικών που μιλούσαν μια γλώσσα συνδεδεμένη με τη θάλασσα. Σε αυτό το επίπεδο εντάσσεται και η Μπουμπουλίνα, αλλά σε μια μυθοποιημένη εκδοχή της, μαζί με τα ερωτικά γράμματα της προς τον πειρατή εραστή της. Η αφήγηση επεκτείνεται και στην Ελένη Μπούκουρα-Αλταμούρα, μια πολύ σημαντική περσόνα για το νησί με τραγική ζωή: γεννημένη γύρω στο 1850, έφυγε στην Ιταλία μεταμφιεσμένη σε άντρα για να σπουδάσει ζωγραφική, γιατί δεν μπορούσες τότε ως γυναίκα, με τη στήριξη του πατέρα της, που ήταν κι αυτός μια τρομερή περσόνα. Τα γυρίσματα πραγματοποιούνται στους χώρους της σχολής και η ταινία κινείται ανάμεσα σε ιστορία, μύθο και προσωπική εμπλοκή. Στο έργο συμμετέχουν επίσης εγώ, ο Κωνσταντίνος Παπανικολάου και η Nona Inescu, μέσα σε μια λογική «συγκοινωνούντων δοχείων» μεταξύ καλλιτεχνών.
Mariangela Ciccarello
Mariangela Ciccarello
Αυτό είναι που αποδεικνύει και αυτό που είπες πιο πριν ότι το να συνδιαλέγονται μεταξύ τους οι καλλιτέχνες είναι ωφέλιμο και ζητούμενο. Δεν είναι ο κάθε ένας καλλιτέχνης ξέχωρα στον μικρόκοσμό του επικεντρωμένος στο έργο του αλλά συνδιαλέγεται με τους υπόλοιπους και με το νησί.
Όχι και προκύπτει φυσικά, δεν επιβάλλεται από εμάς σε καμία των περιπτώσεων. Ο Κωνσταντίνος Παπανικολάου αναπτύσσει μια πρακτική έντονα αυτοαναφορική και κριτική απέναντι στο ίδιο του το επάγγελμα. Το έργο του κινείται στη μορφή του lecture performance, ένα είδος που συνδυάζει θεωρητικό λόγο και σκηνική πράξη, και το οποίο ο ίδιος χρησιμοποιεί για να θέτει συνεχώς υπό ερώτηση την ίδια τη φύση της χορογραφίας, της έκθεσης και του έργου τέχνης. Κατά τη συζήτηση για το Anargyros Art Residency 2026, εξέφρασε την επιθυμία να εστιάσει στο ζήτημα της ελληνικής ταυτότητας, αλλά μέσα από ένα πιο διευρυμένο και σύνθετο πλαίσιο. Στη δική του προσέγγιση, ο ανιμισμός λειτουργεί ως αντίστιξη σε αυτό που αντιλαμβάνεται ως κυρίαρχη, “καθαρή” εικόνα της ελληνικότητας -ένα φαντασιακό που συνδέεται με την αρχαιότητα, την Επίδαυρο, το άγαλμα και μια συγκεκριμένη αισθητική φόρμα που θεωρεί στατική και κανονιστική. Απέναντι σε αυτό, προτείνει μια πιο “μπασταρδεμένη” και υβριδική προσέγγιση, που ενσωματώνει το λαϊκό, το γκροτέσκο και ακόμη και το vampiric στοιχείο. Καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου του, ο λόγος και η performance συνυπάρχουν, καθώς ο ίδιος δεν διαχωρίζει τη σκέψη από την πράξη.
Εμείς τώρα συζητάμε ουσιαστικά την πρόταση που έκαναν οι καλλιτέχνες και το ποιοι είναι, αλλά όλα αυτά διαφοροποιούνται στην πράξη γιατί και η Mariangella δεν ήρθε νομίζω στις Σπέτσες για να κάνει ταινία με εσένα πρωταγωνίστρια αλλά αφέθηκε να προκύψουν τα πράγματα, όπως πιστεύω έχουν αφεθεί όλοι οι συμμετέχοντες καλλιτέχνες. Η τέχνη έτσι κι αλλιώς είναι ρευστή, οπότε κι εσείς αφήνεστε…
Ναι σίγουρα η σχολή της το έβγαλε αυτό και εμείς με τη Σιμώνη κατά συνέπεια. Το τελευταίο έργο είναι της Matilde Meireles από την Πορτογαλία που ζει χρόνια στην Αγγλία, η οποία προσπαθεί να κάνει μια ηχητική χαρτογράφηση του νησιού. Δηλαδή, το ερώτημα είναι τι θα “έλεγε” το ίδιο το νησί αν μπορούσε να μιλήσει. Δουλεύει με υδρόφωνα που καταγράφουν ήχους κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, μεταφέροντας έτσι μια ακουστική εικόνα του τοπίου που συνήθως δεν είναι προσβάσιμη. Παράλληλα, έχει συλλέξει το δρομολόγιο των πλοίων, κάτι που τον ενδιαφέρει ιδιαίτερα ως μορφή ρυθμού και κίνησης μέσα στον χώρο. Αυτό που την απασχολεί δεν είναι μόνο η πρακτική διάσταση της θαλάσσιας κυκλοφορίας, αλλά το συνολικό αποτύπωμα που αφήνει αυτή η διαρκής κινητικότητα στο περιβάλλον, ως μέρος πλέον του ίδιου του οικοσυστήματος. Στα εγκαίνια θα παρουσιάσει μια performance που συνοψίζει αυτή την έρευνα, επιχειρώντας ουσιαστικά να “ακούσει” και να μεταδώσει το νησί ως οντότητα σε συνεχή κίνηση και μεταβολή.
Κωνσταντίνος Παπανικολάου
Κωνσταντίνος Παπανικολάου – Workshop
Εσείς έχετε ξεκινήσει ουσιαστικά από τις 27 Απριλίου έναν ευχάριστο και δημιουργικό αγώνα δρόμου για να κοπεί η κορδέλα στις 5 Ιουνίου, όπου εκεί θα αρχίσει να παρουσιάζεται όλο το Anargyros Art Residency. Για πόσο καιρό μετά τα εγκαίνια το κοινό θα μπορεί να επισκέπτεται τα έργα των καλλιτεχνών;
Η έκθεση θα διαρκέσει έως και τις 30 Αυγούστου, τρεις μήνες. Αλλά είναι σημαντική ερώτηση που κάνεις για δύο λόγους. Ο ένας είναι ότι δεν είναι ένα ερευνητικό residency αμιγώς. Δηλαδή είναι ένα residency στο οποίο πρέπει να υπάρχει και δυνατό ερευνητικό στοιχείο αλλά είναι και residency παραγωγής που μπαίνεις πολύ γρήγορα στην ιδέα της έκθεσης. Υπάρχουν residencies όπου δεν απαιτείται παραγωγή έργου· λειτουργούν περισσότερο ως χρόνος έρευνας, σκέψης και προετοιμασίας για την επόμενη δουλειά. Εδώ, όμως, ζητείται και η υλοποίηση μιας έκθεσης, κάτι που θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό. Αυτό συνδέεται και με τη σχέση του προγράμματος με την τοπική κοινότητα, καθώς υπήρχε εξαρχής η πρόθεση από την Αναργύρειο και Κοργιαλένειο Σχολή Σπετσών να πραγματοποιούνται εκθέσεις. Προσωπικά, μου αρέσει πολύ αυτό το μοντέλο που συνδυάζει έρευνα και παραγωγή. Αν και εκτιμώ ιδιαίτερα τον χρόνο της θεωρητικής επεξεργασίας, πιστεύω επίσης στη δύναμη του έργου και της υλοποίησης και στην κινητοποίηση που φέρνει. Νομίζω ότι πέρυσι είδαμε πραγματικά εντυπωσιακά αποτελέσματα, ακριβώς επειδή υπήρχε έντονη συγκέντρωση και μια συνθήκη που έμοιαζε με επιτάχυνση — σαν έναν δημιουργικό “αγώνα δρόμου”. Παρόλα αυτά, αυτό δεν μεταφράστηκε σε πίεση προς τους καλλιτέχνες να παράξουν κάτι ξένο προς την πρακτική τους, αλλά περισσότερο σε ένα πλαίσιο που ενθάρρυνε την εστίαση και τη συνέπεια στην ίδια τη διαδικασία τους.
Δεν πάμε για ρεκόρ, πάμε για να τελειώσει η κούρσα κάποια στιγμή για να δούμε τον ιδρώτα.
Ναι και το θέλουν να το δουν αυτό από την Σχολή και από το νησί. Και νομίζω ότι τελικά, καλώς ή κακώς, ένα έργο ίσως είναι αυτόνομο με έναν τρόπο αλλά το να παρουσιάσεις μια έρευνα δεν είναι ακριβώς, οπότε θέλουμε να υπάρχει αυτή η αυτονομία μετά την έκθεση.
Matilde Meireles
Επειδή μου ανέφερες πολλές φορές τη λέξη τοπική κοινωνία, έχουν καταλάβει οι Σπετσιώτες τι γίνεται εδώ πέρα;
Όχι πολύ. Πέρυσι είχε πάει καλύτερα, γιατί μία από τις μεντόρισσες ήταν Λήδα Παπακωνσταντίνου, η οποία ζει εδώ από το 1970. Της έχουν όλοι στις Σπέτσες έναν τεράστιο σεβασμό. Τον έχει κερδίσει αυτό τον σεβασμό, παρότι αυτό που κάνει μπορεί για κάποιους να μην είναι κατανοητό. Έκανε πέρσι μια προβολή ενός φιλμ που είχε να κάνει με τις Σπέτσες και το εργοστάσιο Δασκαλάκη. Εκεί ουσιαστικά μας βοήθησε πάρα πολύ, γιατί πριν ξεκινήσει η προβολή τους έκανε ένα μάθημα του τι είναι contemporary art και γιατί πρέπει να έρχεστε, οπότε είχες από κάτω την ντόπια κοινωνία που την ακούγανε επειδή είναι η Λήδα Παπακωνσταντίνου που την λατρεύουν και τους έλεγε μην κλείνετε την πόρτα σε αυτά τα πράγματα όσο κι αν νιώθετε ότι δεν ανήκετε. Και μετά από αυτό όντως ήρθε πολύς κόσμος. Εμείς το προσπαθούμε εδώ πολύ με όσους ξέρουμε. Γενικά, όπως λένε και πολλοί που γνωρίζουν τα εγχειρήματα στο νησί, τέτοιες πρωτοβουλίες δεν μπορούν να χτιστούν από τη μία μέρα στην άλλη· χρειάζονται διάρκεια για να ριζώσουν πραγματικά.
Το κέρδος που εντοπίζω είναι ότι από τις 5 Ιουνίου θα μείνουν τρεις μήνες τα αποτελέσματα. Άρα ο τουρίστας και ο ντόπιος μπορεί να έρθει να το επισκεφθεί. Όπως αυτό ήταν σχολείο και ερχόντουσαν παιδάκια να μάθουν έτσι τώρα και εσύ με τους νέους καλλιτέχνες μαθαίνουν και τους μαθαίνουμε και εμείς. Ουσιαστικά συνεχίζεις την παράδοση του χώρου.
Και για μένα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γιατί μου αρέσει να δουλεύω με νέες παραγωγές. Στις εκθέσεις που επιμελούμαι, θεωρώ πιο γόνιμη τη συνεργασία με νέους καλλιτέχνες πάνω σε νέα έργα, καθώς έτσι γίνεσαι περισσότερο μέρος της διαδικασίας τους· βρίσκονται ακόμη σε φάση αναζήτησης του τρόπου και της μεθόδου τους, οπότε το τελικό αποτέλεσμα αποκτά μια μεγαλύτερη ζωντάνια και αμεσότητα. Παράλληλα, δεν πρόκειται για έναν απλό εκθεσιακό χώρο της Σχολής, αλλά για έναν θεσμοθετημένο χώρο με ιστορία και συγκεκριμένο ρόλο στην εκπαίδευση και σε άλλες μορφές πολιτιστικής δραστηριότητας. Αυτό που κάναμε πέρυσι και συνεχίζεται και φέτος είναι μια διαφορετική μορφή ζύμωσης γύρω από το τι σημαίνει εικαστική πρακτική, νέα παραγωγή και καλλιτεχνική έρευνα. Πρόκειται για έννοιες που δεν είναι πάντα εύκολα αναγνώσιμες ή άμεσα κατανοητές από την τοπική κοινότητα, καθώς απαιτούν χρόνο και εξοικείωση με τον τρόπο που λειτουργεί η σύγχρονη καλλιτεχνική διαδικασία. Ένα σημαντικό στοιχείο είναι ότι η σχολή — όπως μας έχει μεταφερθεί από αρκετούς ανθρώπους — για πολλά χρόνια λειτουργούσε ως ένας αρκετά κλειστός χώρος. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, υπάρχει μια συνειδητή απόφαση της ίδιας της σχολής και του διοικητικού της συμβουλίου να ανοίξει περισσότερο προς το κοινό.
Nona Inescu – Workshop
Mariangela Ciccarello – Workshop
Εύα είσαι χαρούμενη που συμμετέχεις σε όλο αυτό το πόνημα του Anargyros Art Residency και φέτος;
Είμαι πολύ χαρούμενη που συμμετέχω σε αυτό και κάτι που θέλω να πω είναι ότι είναι πολύ σημαντικό και νομίζω διαφορετικό από πολλά άλλα residencies γιατί είναι ένα curated residency.
Το residency τι σημαίνει για σένα, ποιο είναι το ιδανικό residency;
Εδώ αισθάνομαι ότι έχω κάνει ακριβώς αυτό που θα θεωρούσα ιδανικό. Ακριβώς επειδή δεν ήταν κάτι προσχεδιασμένο -δεν υπήρχε ήδη έτοιμη φόρμα με την ανάθεση να το επιμεληθώ -αλλά μου ζητήθηκε να το σχεδιάσω από την αρχή, μπόρεσα να το διαμορφώσω ακριβώς όπως το φανταζόμουν και όπως θα ήθελα να γίνει.
Και ποια είναι ακριβώς η έννοια του residency που συναντάμε, σε αυτό το σκεπτικό… το δικό σου.
Υπάρχουν πολλά residencies στα οποία μπορεί τελικά να δημιουργήσεις ένα έργο χωρίς να υπάρχει πραγματική ανταλλαγή ή ουσιαστικό feedback γύρω από αυτό. Συνήθως, σε ένα πιο κλασικό πλαίσιο έκθεσης, οι συναντήσεις είναι περιορισμένες: πας στο στούντιο δύο ή τρεις φορές μέχρι να ολοκληρωθεί ένα έργο. Εδώ όμως η συνθήκη είναι διαφορετική, γιατί υπάρχει συνεχής συνύπαρξη. Οι συζητήσεις δεν προκύπτουν μόνο σε προγραμματισμένα ραντεβού, αλλά μέσα στην καθημερινότητα – στο καφέ το πρωί, σε μια τυχαία συνάντηση, σε μια στιγμή χαλαρής κουβέντας. Συχνά, οι πιο ουσιαστικές ιδέες δεν εμφανίζονται σε ένα επίσημο πλαίσιο, αλλά σε πολύ πιο καθημερινές στιγμές, σε μια ροή σκέψης που δεν είναι οργανωμένη. Αυτό που γίνεται είναι πραγματικά συλλογικό, κάτι που διαφοροποιεί έντονα τη συνθήκη από πιο παραδοσιακές εκθεσιακές δομές, όπου οι καλλιτέχνες δουλεύουν σε μεγάλο βαθμό με μεγαλύτερη απομόνωση και συναντιούνται μόνο σε συγκεκριμένα σημεία. Σε αυτό το πλαίσιο, οι στιγμές συνάντησης δεν είναι σπάνιες και προγραμματισμένες, αλλά συνεχείς -και αυτό αλλάζει ουσιαστικά τον τρόπο που παράγονται και εξελίσσονται οι ιδέες.
Ζηλεύεις τους καλλιτέχνες που κάνουν το residency εδώ;
Το λέω συνέχεια στους καλλιτέχνες ότι θα ήθελα να κάνω κι εγώ το residency. Νομίζω τα residencies είναι πολύ σημαντικά. Πολλοί καλλιτέχνες δεν έχουν στούντιο, άλλοι για να επιβιώνουν κάνουν 10 μήνες το χρόνο residencies και έτσι δεν πληρώνουν ενοίκιο, ούτε έχουν ιδιαίτερα έξοδα. Ως τρόπο ζωής είναι κουραστικός, δεν ξέρω πόσο καιρό μπορείς να το κάνεις, αλλά κάποιοι καλλιτέχνες επιβιώνουν προσωρινά από τα residency.
Μετά τη συζήτησή μας αφέθηκα στον χώρο. Μου προκαλούσε διάφορα συναισθήματα. Τα έπιπλα, οι χώροι όλα είναι σαν ένα ταξίδι στον χρόνο. Μια χρονοκάψουλα που σε περιμένει να την ανακαλύψεις. Παρατήρησα και τους καλλιτέχνες. Τη Μυρτώ Βρατσάνου που τα χαρακτικά της πάνω στον χαλκό λαμπύριζαν και χάλκινα συρμάτινα κεντίδια της ήθελα να κοσμούν ακόμα και ρούχα μου. Την Mariangela Ciccarello που εύχομαι η μικρού μήκους ταινία της να ταξιδέψει σε φεστιβάλ. Τη Nona Inescu με τα κόκκινα μαλλιά της να δουλεύει στο εργαστήριο της και τον Nabil Aniss να φορά τ’ ακουστικά του μπροστά από τον υπολογιστή του. Την Matilde Meireles που σκεφτόταν τρόπους πώς θα μπορούσε το έργο της να παρουσιαστεί στην ταράτσα της σχολής και τον Kωνσταντίνο Παπανικολάου που όταν δεν τον έβλεπα να μελετά με το λάπτοπ του ανά χείρας είχε στον ώμο του μια εξάδα νερά σαν άλλος νερουλάς που τα πήγαινε στο δωμάτιό του.
Naya Yiakoumaki – Talk
Φιλοξενήθηκα στην ΑΣΚΚ και βίωσα την ολοκληρωτική εμπειρία και ευγένεια από την Εύα Βασλαματζή και τη Σιμώνη Νιάρου και από τη Σούλα που μας σέρβιρε το πρωινό, το μεσημεριανό και το βραδινό. Με τα γατάκια γύρω μας και τα παιδάκια που επισκέπτονταν τον χώρο. Υπήρχαν και φοιτητές από ένα συνέδριο που λάβαινε παράλληλα χώρα κι όπως έπεφτε ο ήλιος κι είχε αυτό το χρώμα, τους παρατηρούσα απ’ το παράθυρο του δεύτερου ορόφου στο δωμάτιο που άλλοτε έμεναν οι καλοί μαθητές να βγάζουν ομαδικές φωτογραφίες και σέλφι.
Κοίταξα μέσα στο δωμάτιο που υπήρχε η παλιά ντουλάπα με τον καθρέπτη, τα κρεβάτια, τα κομοδίνα, ο λαβομάνος και αναρωτήθηκα. Θα μπορούσα άραγε να είχα αντέξει να είμαι οικότροφος εδώ; Να με αφήσουν οι γονείς μου εδώ από τα 8 μου χρόνια και να βγω ενηλικιωμένος μορφωμένος στα 18 μου; Δεν είμαι σίγουρος αλλά γι’ αυτό που μπορώ να σας πω με σιγουριά είναι πως ναι όπως και η Εύα θα ήθελα πάρα πολύ να είμαι ένας καλλιτέχνης που συμμετέχει στο Anargyros Art Residency.
Αν σας βγάλει ο δρόμος προς τις Σπέτσες επισκεφθείτε τις Σχολές και την έκθεση που θα παραμείνει εκεί για τρεις μήνες κι αν είστε εκεί στις 5 του Ιούνη παρευρεθείτε στα εγκαίνια. Αν πάλι είστε καλλιτέχνες σκεφθείτε μια ιδέα out of the box και ευχηθείτε η Εύα με την επιτροπή να σας επιλέξουν. Εδώ μιλάμε για εμπειρία ζωής και τέχνη όλα σε ένα.
Μυρτώ Βρατσάνου – Workshop
The post Anargyros Art Residency 2026 στις Σπέτσες: Η Εύα Βασλαματζή μας ξεναγεί στην Αναργύρειο και Κοργιαλένειο Σχολή Σπετσών σε ένα ξεχωριστά συλλογικό residency appeared first on ελculture – Θέατρο, Μουσική, Τέχνη & Πολιτισμός.
Διαβάστε περισσότερα
