Τελευταία νέα
Καμπανάκι για τον ιό του Δυτικού Νείλου: Δεύτερη στην Ευρώπη η Ελλάδα μετά την Ιταλία – Οι συστάσεις του ΕΟΔΥ Άγιος Δημήτριος: Τι υποστηρίζει ο 23χρονος για το μαχαίρωμα στον 18χρονο – «Δεν θυμάμαι τίποτα» Άνδρος: Βρήκαν πάνω από 2 κιλά κοκαΐνης σε παραλίες Wall Street Journal: Πώς κατέρρευσε στη Σαουδική Αραβία το «όνειρο» της φαραωνικής πόλης του μέλλοντος [βίντεο] ΚΚΕ: Ζητεί άμεσα μέτρα για τη φοιτητική στέγη και τις ευάλωτες οικογένειες Τραγωδία στα Τζουμέρκα: Νεκρός 86χρονος που έπεσε από τη στέγη του σπιτιού του Οι 1000mods στην efsyn: Το πρώτο φεστιβάλ στο Χιλιομόδι και ένα παιδικό όνειρο που γίνεται πραγματικότητα Επιστρέφει στην αγωνιστική δράση ο 46χρονος Ροναλντίνιο: Κυνηγά το 300ό γκολ της καριέρας του FIFA: «Καμπάνα» δέκα αγωνιστικών στον Παρέδες για την «έκρηξή» του στον τελικό του Μουντιάλ Ήττα για πρίγκιπα Χάρι, Έλτον Τζον και άλλοι διάσημοι: Πρέπει να πληρώσουν αποζημίωση ύψους 11 εκατ. ευρώ στη Daily Mail Politico: Γιατί η Ευρώπη θα επηρεαστεί από την άνοδο του αμερικανικού χρέους στα 40 τρισ. δολάρια Συγκρατημένοι στις δαπάνες φέτος οι τουρίστες: Η αύξηση των αφίξεων δεν μεταφράζεται και σε αύξηση εσόδων
Efsyn.gr

Politico: Γιατί η Ευρώπη θα επηρεαστεί από την άνοδο του αμερικανικού χρέους στα 40 τρισ. δολάρια

Το χρέος των 40 τρισ. δολαρίων της αμερικανικής κυβέρνησης μετατρέπεται αλυσιδωτά με ταχύτατους ρυθμούς, σε πρόβλημα για όλες τις χώρες του πλανήτη και βέβαια της Ευρώπης.
Το θέμα έθιξε με αναλυτικό του δημοσίευμα το Politico, επισημαίνοντας ότι το κόστος κρατικού δανεισμού σε όλο τον κόσμο έχει εκτιναχθεί τις τελευταίες ημέρες στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων ετών, αντανακλώντας τους φόβους ότι ο πόλεμος, η δημογραφική συρρίκνωση και οι απρόβλεπτες συνέπειες των τεχνολογικών αλλαγών, φέρνουν τα δημόσια οικονομικά της Ουάσιγκτον στα όριά τους.
Αυτό έχει επιπτώσεις και στις χρηματοπιστωτικές αγορές της Ευρώπης, καθώς οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις πρέπει να ανταγωνίζονται την Ουάσιγκτον για την παγκόσμια δεξαμενή αποταμιεύσεων. Και ο ανταγωνισμός αυτός έχει γίνει πολύ εντονότερος φέτος, δεδομένου ότι οι αμερικανικοί τεχνολογικοί κολοσσοί έχουν δανειστεί εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια, επιδιώκοντας κέρδη από την τεχνητή νοημοσύνη.
Η απόδοση των 10ετών γερμανικών κρατικών ομολόγων, η οποία λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για την υπόλοιπη Ευρώπη, έφτασε νωρίτερα αυτή την εβδομάδα στο υψηλότερο από όλα τα επίπεδα που έχει αγγίξει από το 2011, αφού οι φόβοι για τον πληθωρισμό και τη διεύρυνση του αμερικανικού δημοσιονομικού ελλείμματος οδήγησαν την απόδοση του 30ετούς αμερικανικού κρατικού ομολόγου —δηλαδή του ποσού το οποίο αποκομίζουν οι επενδυτές όταν δανείζουν χρήματα στην κυβέρνηση— στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 19 ετών. Το πρόβλημα επιδεινώθηκε από την είδηση, ότι το χρέος της αμερικανικής κυβέρνησης έχει πλέον ξεπεράσει τα 40 τρισ. δολάρια.
Ως αποτέλεσμα, πολλές κυβερνήσεις της ΕΕ είναι πιθανό να αντιμετωπίσουν πρόσθετες πιέσεις για αυξήσεις φόρων ή για περικοπές δαπανών —ενώ την ίδια στιγμή προσπαθούν να αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες— όταν επιστρέψουν από τις θερινές διακοπές τους, για να καταρτίσουν τους προϋπολογισμούς του επόμενου έτους. Και σε χώρες όπως η Γαλλία, η Ισπανία και η Ιταλία, αυτό θα μπορούσε εύκολα να επηρεάσει τις ούτως ή άλλως πιθανότατα εκρηκτικές, βουλευτικές εκλογές του επόμενου έτους.
Η ηγέτις της γαλλικής ακροδεξιάς Μαρίν Λεπέν εκμεταλλεύτηκε ήδη την κατάσταση την Τετάρτη, για να προωθήσει αυτό που αναμένεται να είναι ένα από τα βασικά μηνύματά της στις προεδρικές εκλογές την ερχόμενη άνοιξη: τον χαρακτηρισμό της ανόδου των αποδόσεων των ομολόγων ως «αμείλικτο απολογισμό ενός μακρονισμού διάρκειας 10 ετών».
«Ήρθε η ώρα να καθαρίσουμε τους στάβλους του Αυγείου, στους οποίους έχουν μετατρέψει τα δημόσια οικονομικά!» δήλωσε η Λεπέν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Ωστόσο, δεν έδωσε καμία λεπτομέρεια για το πώς σκοπεύει να το πράξει. Ο Μπρούνο Λε Μερ, ο οποίος διετέλεσε υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας επί επτά χρόνια, της απάντησε ότι το κόμμα της ανέκαθεν εμπόδιζε τις προσπάθειες των κυβερνήσεων του προέδρου Εμανουέλ Μακρόν να θέσουν εκ νέου υπό έλεγχο το δημοσιονομικό έλλειμμα — ιδίως όταν τις υποχρέωσε το 2025 να εγκαταλείψουν την προτεινόμενη, μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού.
Η αργή συμπίεση
Η αδυναμία της Γαλλίας να αλλάξει πορεία όλα αυτά τα χρόνια έχει μειώσει σταδιακά την εμπιστοσύνη των επενδυτών, οι οποίοι πλέον απαιτούν υψηλότερες αποδόσεις για να αγοράσουν γαλλικά ομόλογα, σε σχέση με τα αντίστοιχα ιταλικά.
Ως αποτέλεσμα, το Παρίσι είναι ιδιαίτερα ευάλωτο σε, ένα φαινόμενο που επηρεάζει σχεδόν όλες τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και είναι γνωστό ως, κίνδυνος αναχρηματοδότησης.
Οι περισσότερες χώρες της Ευρώπης έχουν συσσωρεύσει τεράστια χρέη τα τελευταία 20 χρόνια, ενώ περιοδικές κρίσεις όπως η πανδημία και η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, επιδείνωσαν περαιτέρω μια σταθερή, μακροπρόθεσμη επιδείνωση των δημόσιων οικονομικών, λόγω της αύξησης των δαπανών για την υγεία και gia τις συντάξεις.
Ένας δείκτης που μετρά το χρέος του δημόσιου τομέα στο σύνολο της ευρωζώνης, αυξήθηκε από το 66% του ΑΕΠ το 2007, σε λίγο κάτω από το 88% πέρυσι. Και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναμένει ότι θα συνεχίσει να αυξάνεται βραχυπρόθεσμα, όσο τα δημοσιονομικά ελλείμματα διευρύνονται και πάλι, υπό την πίεση των πολέμων στο Ιράν και στην Ουκρανία.
Όσο η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα διατηρούσε τα επιτόκια κοντά στο μηδέν, όπως έκανε από το 2009 έως το 2022, το κόστος εξυπηρέτησης αυτού του χρέους παρέμενε διαχειρίσιμο.
Από τη στιγμή όμως που ο πληθωρισμός κάνει και πάλι την εμφάνισή του, η εξίσωση έχει αλλάξει. Η ΕΚΤ έχει ήδη αυξήσει τα επιτόκια μία φορά φέτος, καθώς ο πόλεμος ΗΠΑ και Ισραήλ στο Ιράν οδήγησε σε άνοδο των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου. Ο Ντέιβιντ Ρις, επιτελής παγκόσμιας οικονομίας στη Schroders, αναμένει ακόμη δύο αυξήσεις, ύψους 0,25 της ποσοστιαίας μονάδας, έως το τέλος του έτους.
Κατά συνέπεια, ομόλογα που πριν από 10 χρόνια εκδίδονταν με σχεδόν μηδενικό κόστος —οι επενδυτές μάλιστα πλήρωναν τη Γερμανία για να δανειστεί από αυτούς, ακόμη και το 2022— πρέπει πλέον να αναχρηματοδοτούνται, με επιτόκια πολύ πιο κοντά στα ιστορικά φυσιολογικά επίπεδα.
Η γαλλική εθνική στατιστική αρχή INSEE εκτιμά ότι οι δαπάνες του Παρισιού για τόκους του χρέους θα υπερτετραπλασιαστούν κατά την τρέχουσα δεκαετία, δηλαδή θα αυξηθούν από 30 δισ. ευρώ το 2020, σε 124 δισ. ευρώ το 2030.
Πρόκειται για χρήματα που, υπό διαφορετικές συνθήκες, θα μπορούσαν να είχαν διατεθεί για τη χρηματοδότηση των νέων νοσοκομείων, της πράσινης μετάβασης, του επανεξοπλισμού της χώρας, — ή ακόμη και για της προσπάθειας μείωσης των φόρων.
Η Γαλλία δεν είναι η μόνη χώρα που καλείται να αντιμετωπίσει υψηλότερο κόστος δανεισμού σε μια δύσκολη χρονική συγκυρία της πολιτικής της ιστορίας. Η Τζόρτζα Μελόνι στην Ιταλία και ο Πέδρο Σάντσεθ στην Ισπανία είναι και οι δύο, υποψήφιοι για επανεκλογή του χρόνου, ενώ στις κάλπες θα προσέλθουν επίσης η Φινλανδία, η Ελλάδα, η Εσθονία και η Σλοβακία, μαζί με την Πολωνία, η οποία δεν ανήκει στην ευρωζώνη.
Τόσο η Μελόνι όσο και ο Σάντσεθ μπορούν τουλάχιστον να αντλήσουν κάποια ανακούφιση, από ορισμένους μετριαστικούς παράγοντες.
Το βάρος εξυπηρέτησης του ιταλικού χρέους είναι πολύ πιο αμβλύ, καθώς τα νέα ομόλογα δεν είναι αισθητά ακριβότερα σε σχέση με αυτά που εξέδιδε η χώρα πριν από μία δεκαετία, όταν εξακολουθούσε να φέρει το στίγμα, της κρίσης δημόσιου χρέους.
Και παρά το γεγονός ότι ο Σάντσεθ δεν έχει καταφέρει να ψηφίσει κανέναν προϋπολογισμό από το 2022, η ταχεία αύξηση του πληθυσμού, την οποία έχει καταστήσει δυνατή η πιο χαλαρή μεταναστευτική πολιτική του, έχει ενισχύσει το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν της Ισπανίας, και έχει διασφαλίσει ότι στο μέλλον θα υπάρχουν περισσότεροι άνθρωποι, για να επωμιστούν το βάρος του χρέους. Σύμφωνα με την Επιτροπή, το ισπανικό χρέος αναμένεται να υποχωρήσει και πάλι, κάτω από το 100% του ΑΕΠ φέτος.
Προς το παρόν παραμένει η γενική εκτίμηση, ότι η Ευρώπη απέχει αρκετά από μια νέα κρίση χρέους. Το συνδυασμένο δημοσιονομικό έλλειμμα της ευρωζώνης ανέρχεται μόλις στο ήμισυ του αντίστοιχου αμερικανικού, ενώ η ΕΕ και η ΕΚΤ έχουν καλύψει τα σοβαρότερα θεσμικά και κανονιστικά κενά, που συνέβαλαν στην εκδήλωση της κρίσης δημόσιου χρέους το 2010.
Εξίσου σημαντικό είναι το ότι οι πρόσφατες μεταρρυθμίσεις που προώθησε η κυβέρνηση του Φρίντριχ Μερτς στη Γερμανία, αναμένεται να στηρίξουν την ανάπτυξη, τόσο εκεί, όσο και στην ΕΕ συνολικά, σύμφωνα με τον επικεφαλής οικονομολόγο της Berenberg Bank, Χόλγκερ Σμίντινγκ.
Ωστόσο, η ανησυχία αυξάνεται — ιδιαίτερα υπό το πρίσμα της κατάστασης στη Γαλλία.
«Υπάρχει μια δυνητικά μεγάλη ζώνη κινδύνου, στην οποία η κρίση μπορεί είτε να ξεσπάσει είτε όχι, ανάλογα με τις διαθέσεις των επενδυτών», δήλωσε την περασμένη εβδομάδα ο Ολιβιέ Μπλανσάρ, πρώην επικεφαλής οικονομολόγος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. «Δεδομένου του χρέους και του ελλείμματός μας, πιθανότατα έχουμε ήδη εισέλθει στη ζώνη κινδύνου», προσέθεσε.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...