Παρότι η Ελλάδα έχει θετική αύξηση του ΑΕΠ τα τελευταία χρόνια -το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,1% το 2025, έναντι 1,5% στην Ε.Ε.- η εικόνα αλλάζει όταν εξετάζουμε δείκτες που μετρούν το βιοτικό επίπεδο, την παραγωγικότητα και την κοινωνική ευημερία.
Η χώρα, σε σχέση με μέσους όρους της Ε.Ε., υστερεί σε σημαντικούς συμπληρωματικούς δείκτες. Οι δείκτες αυτοί είναι: το κατά κεφαλήν ΑΕΠ (το 2025, βρισκόταν περίπου στο 68,4% του μέσου όρου της Ε.Ε.)· η παραγωγικότητα της εργασίας (σημαντικά χαμηλότερη από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ)· το ποσοστό ανεργίας (το 2025 η ανεργία ήταν 8,9%, η δεύτερη υψηλότερη στην Ε.Ε. μετά την Ισπανία, έναντι 6,0% στην Ε.Ε.)· τα εισοδήματα και το βιοτικό επίπεδο (το 2025 το βιοτικό επίπεδο ήταν ακόμη περίπου 14% χαμηλότερο από την κορυφή του 2008).
Για να μην τα ξαναλέμε, η χώρα υστερεί σε τεχνολογία και καινοτομία, στο εξωτερικό ισοζύγιο (υπάρχει υψηλό έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών, γεγονός που δείχνει ότι η οικονομία εξακολουθεί να εξαρτάται σημαντικά από εισαγωγές), στις δυσμενείς δημογραφικές τάσεις (που προοικονομούν υψηλό αφανές δημόσιο χρέος) κ.λπ.
Το βασικό συμπέρασμα, σε αντίθεση με το κυβερνητικό success story, είναι ότι ένας θετικός ρυθμός μεταβολής του ΑΕΠ δεν είναι ανάλογος της βελτίωσης της ευημερίας. Ο ΟΟΣΑ συνιστά βελτίωση του βιοτικού επιπέδου με υψηλότερη παραγωγικότητα και μεγαλύτερη απασχόληση. Αλλά το βιοτικό επίπεδο εξαρτάται και από πολλά άλλα. Θα ήταν μεροληπτικό να μιλάμε για τάσεις των οικονομικών και κοινωνικών δεικτών και να αγνοούμε παγκόσμια γεγονότα, όπως οι πόλεμοι, η κλιματική αλλαγή, η παγκόσμια ανισότητα κ.λπ.
Προφανώς, η εικόνα δεν είναι αμιγώς ελληνική. Η παγκοσμιοποίηση έχει οδηγήσει σε μια ενοποίηση των προτεραιοτήτων, των ιδεών και των αυτονοήτων. Σε παγκόσμια κλίμακα είναι εξαιρετικά δύσκολο να διατυπώσει κανείς μια άποψη -και ακόμα περισσότερο να την επιβάλει- που θα έρχεται σε αντίθεση με αξιωματικές παραδοχές. Κρατάμε την ελευθερία (εμπορευμάτων και κεφαλαίου κατά προτίμηση) και τα υπόλοιπα (π.χ. αδελφότητα, ισότητα και κοινωνική δικαιοσύνη) τα ξεχνάμε. Οι εθνικές ανεξαρτησίες φτάνουν μέχρις του σημείου να μπορούν να διευθετούν τα εσωτερικά θέματα.
Το κλειδί, εδώ, όπως το έθεσε στον προβληματισμό του «Αόρατου Λεβιάθαν» ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, είναι ότι ο νεοφιλελευθερισμός δεν καταπίνει μόνο τους νεοφιλελεύθερους. Καθυποτάσσει επίσης και τους αντιπάλους του, που δεν βλέπουν τρόπο να οργανώσουν ένα σύστημα που θα μπορούσε να αντιταχθεί στο συστημικό γίγνεσθαι. Κάτι τέτοιο είναι εξαιρετικά δύσκολο.
Τούτων δεδομένων, μέχρι πού φτάνουμε; Σε εσωτερικές συναλλαγές και σ’ επιμέρους πολιτικές αρένες όπου συγκρούονται πολλές απόψεις. Το ίδιο γίνεται και στο πλαίσιο των διεθνών σχέσεων. Ανάμεσα στην πολυμέρεια, τους διεθνείς οργανισμούς, τις συμμαχίες και τις διμερείς σχέσεις, βλέπουμε διαφοροποιήσεις, εθνικά συμφέρονται χωρών κ.λπ. Αλλά δεν βλέπουμε καμία χώρα να προτάσσει την πιθανότητα ή τη δυνατότητα να αλλάξει το σύστημα. Καμία πολιτική εξουσία δεν είναι σε θέση ή να μπορεί να επιλέγει ή να αμφισβητεί τη δομή του συστήματος.
Είναι αισιόδοξο αυτό; Μάλλον όχι. Γιατί, όμως, ισχύει; Η πολιτική αντιπαράθεση, όπως γίνεται στη χώρα μας, δίνει ένα μέτρο της γενικότερης απάντησης. Στην Ελλάδα, με κυβερνητική κυρίως ευθύνη, γίνεται ο διάλογος για τα προβλήματα με όρους παρελθόντος, με εργαλείο τη διαχρονικότητα που δείχνει να μην τελειώνει ποτέ. Αλλά, θυμηθείτε τον Χέγκελ: «Το μόνο πράγμα που μπορεί να μας διδάξει η Ιστορία είναι ότι η Ιστορία δεν μπορεί να μας διδάξει τίποτα». Ακόμα και οι πολέμιοι του Χέγκελ θα του αναγνώριζαν κάποια ορθότητα. Αλλά η παρελθοντολογία αποτελεί το πιο σκοτεινό κεφάλαιο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Δύσκολα θα έδινε κάποια λύση στα δικά μας, σύγχρονα θέματα. Σε κάθε περίπτωση, μπορούμε να ελπίζουμε; Πάντα. Μπορούμε ακόμη και να φανταστούμε ότι ο Σίσυφος μπορεί και να είναι ευτυχισμένος. Αλλά δεν σημαίνει ότι θα είναι κιόλας. Οχι, όταν ευημερούν οι αντιπαραθέσεις, αλλά δυστυχεί η κοινωνία.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
