Τελευταία νέα
Πυρκαγιά σε δασική έκταση στο Πήλιο – Επιχειρούν ισχυρές δυνάμεις κατάσβεσης Ιράν: Νέο κύμα αμερικανικών επιθέσεων – «Στόχος να μη χτυπά η Τεχεράνη τα εμπορικά πλοία στο Ορμούζ» Ουκρανικό: Φονικές επιθέσεις απο Μόσχα και Κίεβο – Τουλάχιστον 14 νεκροί Μουντιάλ 2026: Ξέφρενο πάρτι στην Μαδρίτη για την κατάκτηση του τροπαίου από την Ισπανία [εικόνες-βίντεο] ΕΛ.Α.Σ.: 5+1 παρεμβάσεις για την Παιδεία, κάνουμε τη γνώση αξία και την παιδεία δικαίωμα για όλους Συντάξεις χηρείας: Κατατέθηκε στη Βουλή η τροπολογία που καταργεί τις περικοπές Prorata: Τα δέκα ζητήματα που θα κρίνουν τις εκλογές ΠΑΣΟΚ κατά Μητσοτάκη: «Μετεξεταστέος στα οικονομικά, άριστος στις αλχημείες» Μητσοτάκης: Βάζει στο συρτάρι την πρόταση για το ασυμβίβαστο βουλευτή και υπουργού ΗΠΑ: Δικαστική απόφαση «φρενάρει» την εξαγορά της WBD από την Paramount Skydance Motor Oil: Εξαγοράζει το 50% της Nova ICT έναντι 60,5 εκατ. ευρώ ΚΚΕ κατά Μητσοτάκη: «Ζητά λευκή επιταγή για τη συνέχιση της αντιλαϊκής πολιτικής»
Efsyn.gr

Η λιτότητα ως εργαλείο κυριαρχίας

Η Ιταλίδα Κλάρα Ματέι είναι σήμερα καθηγήτρια Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο της Tulsa στην Οκλαχόμα. Τη γνωρίσαμε διαβάζοντας το σημαντικό βιβλίο της «Η τάξη πραγμάτων του κεφαλαίου» (μετάφραση: Βασίλης Τομανάς, Νησίδες, 2024). Σε αυτό η Ματέι μελετούσε τις παράλληλες και αλληλένδετες ιστορίες της επικράτησης της πολιτικής της λιτότητας στο λίκνο του κλασικού φιλελευθερισμού, τη Βρετανία, και στη γενέτειρα του φασισμού, την Ιταλία, μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η Ιταλίδα οικονομολόγος ερμήνευε τη λιτότητα, όχι ως απάντηση σε συγκυριακές κρίσεις, αλλά ως μια σταθερά του σύγχρονου καπιταλισμού, ικανή να εγγυάται την επιβίωσή του στη διάρκεια περιόδων έντονης αμφισβήτησης της κυριαρχίας του. Στις 28 Μαΐου 2026, η Κλάρα Ματέι μίλησε για τις πολιτικές της λιτότητας στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του Festival per la Costituzione, που οργάνωσε ο δήμος της ιταλικής πόλης Σαν Ντανιέλε του Φριούλι.
Σύμφωνα με τη Ματέι, οι πολιτικές λιτότητας, που υιοθετήθηκαν στις τελευταίες δεκαετίες, δεν σχεδιάστηκαν για να επιλύσουν τις κρίσεις, αλλά για να τις διαχειριστούν προς όφελος του κεφαλαίου, πειθαρχώντας τον κόσμο της εργασίας και αποδυναμώνοντας τη δημοκρατική παρέμβαση στην οικονομική σφαίρα. Η οικονομία, εξηγεί η Ματέι, δεν είναι ποτέ ουδέτερη. Πίσω από κάθε φορολογική, νομισματική ή βιομηχανική επιλογή υπάρχουν κοινωνικοί συσχετισμοί δύναμης, ταξικά συμφέροντα και συγκεκριμένες πολιτικές αποφάσεις. Στην Ιταλία, για παράδειγμα, ένα ελάχιστο ποσοστό του πληθυσμού συγκεντρώνει ήδη πελώριες περιουσίες, ενώ εκατομμύρια άνθρωποι ζουν σε συνθήκες απόλυτης φτώχειας, εργασιακής επισφάλειας και απώλειας της αγοραστικής τους δύναμης. Και αυτό που είναι αποκαλυπτικό είναι ο ταυτόχρονος χαρακτήρας και ο δεσμός αυτών των φαινομένων: ενώ μεγαλώνει ο αριθμός των φτωχών εργαζομένων, μεγαλώνει και ο αριθμός των πάμπλουτων.
Σύμφωνα με τη Ματέι, αυτή η εξέλιξη δεν αποτελεί μιαν αντίφαση του συστήματος, αλλά τη λογική του έκβαση. Τα κέρδη μεγαλώνουν ακριβώς επειδή μειώνεται το ποσοστό του εθνικού πλούτου που αντιστοιχεί στην εργασία. Η συμπίεση των μισθών, η αποδυνάμωση των συνδικάτων και η προσωρινότητα της απασχόλησης δεν αποτελούν επομένως πρόσκαιρες ανωμαλίες, αλλά αναγκαίες προϋποθέσεις για να διατηρούνται υψηλά τα επίπεδα συσσώρευσης και η κερδοφορία του κεφαλαίου. Για να κατανοήσουμε αυτόν τον μηχανισμό, υποστηρίζει η Ματέι, χρειάζεται να χρησιμοποιήσουμε ξανά μια λέξη, η οποία εξαφανίστηκε βαθμιαία από το δημόσιο λεξιλόγιο: τη λέξη καπιταλισμός.
Ένα από τα κεντρικά σημεία της παρέμβασης της αναφέρεται πράγματι στην κριτική που ασκεί στη σύγχρονη οικονομική γλώσσα, η οποία έχει αντικαταστήσει έννοιες όπως η εκμετάλλευση, η κοινωνική σύγκρουση, οι κοινωνικές τάξεις, με όρους φαινομενικά ουδέτερους όπως ανταγωνιστικότητα, αποτελεσματικότητα, ελεύθερη αγορά κ.ά. Αυτή η αλλαγή ορολογίας δεν είναι βέβαια τυχαία. Με την εξάλειψη της έννοιας του καπιταλισμού, συγκαλύπτεται ο πολιτικός χαρακτήρας του οικονομικού συστήματος και παρουσιάζονται οι κανόνες λειτουργίας του σαν να είναι φυσικοί ή απλώς τεχνικοί και αναπόφευκτοι. Με αυτόν τον τρόπο, η αναδιανεμητική σύγκρουση εξοβελίζεται από τη δημόσια συζήτηση και οι οικονομικές αποφάσεις εμφανίζονται σαν απλές διαχειριστικές αναγκαιότητες.
Ένα μέρος της ομιλίας της Ματέι αναφέρεται στην ιστορία της οικονομικής σκέψης και ιδιαίτερα στη μετάβαση από την κλασική πολιτική οικονομία στη νεότερη νεοκλασική οικονομική θεωρία. Οι κλασικοί οικονομολόγοι, από τον Άνταμ Σμιθ ώς τον Ντέιβιντ Ρικάρντο, ερμήνευαν την καπιταλιστική οικονομία ως ένα σύστημα που διαπερνιέται από αποκλίνοντα συμφέροντα, όπως εκείνα των εργαζομένων, των γαιοκτημόνων και των βιομηχάνων. Η εργασία θεωρούνταν η πηγή της αξίας και η κοινωνική σύγκρουση ένα δομικό στοιχείο της οικονομίας. Με την επιστημολογική στροφή του τέλους του 19ου αιώνα προς τη λεγόμενη «οριακή θεωρία», η σύγκρουση χάνεται από τον ορίζοντα της οικονομικής σκέψης. Γεννιέται εκείνη που η Ματέι ορίζει ως «καθαρή οικονομία», μια επιστήμη που αξιώνει να διαχωριστεί από την πολιτική και να περιγράφει την αγορά σαν έναν χώρο αρμονικό, που κυβερνιέται από επιστημονικούς νόμους. Το κέρδος δεν ερμηνεύεται πλέον ως αποτέλεσμα συσχετισμών δύναμης, αλλά ως επιβράβευση για το επιχειρηματικό ρίσκο, την αποταμίευση και την επένδυση.
Σύμφωνα με την Κλάρα Ματέι, η λιτότητα χρησιμεύει κυρίως για να συμπιεστούν οι μισθοί, να αποδυναμωθεί η συνδικαλιστική δράση και η διαπραγματευτική δύναμη των εργαζομένων και να προστατευτεί η κερδοφορία του κεφαλαίου.
Με την επικράτηση του νεοκλασικού παραδείγματος, η οικονομική θεωρία παύει να αναρωτιέται για τις σχέσεις εξουσίας και παρουσιάζεται ως τεχνική επιστήμη ικανή να παράγει ουδέτερες λύσεις. Από δω προκύπτει μια από τις πιο σημαντικές διαδικασίες της δυτικής νεωτερικότητας: η βαθμιαία απόσπαση της οικονομίας από τον δημοκρατικό έλεγχο. Οι θεμελιώδεις αποφάσεις εναποτίθενται σε ανεξάρτητες τεχνοκρατίες, που λειτουργούν χωρίς να συνυπολογίζουν ούτε την πολιτική σύγκρουση ούτε και τη λαϊκή ψήφο. Η πολιτική υποβαθμίζεται σε διαχείριση των καταναγκασμών που επιβάλλουν οι χρηματοπιστωτικές αγορές και οι ανεξάρτητες νομισματικές αρχές. Ο πλούτος και οι πόροι μεταφέρονται προς τα πάνω, προς την επιχειρηματική τάξη, που θεωρείται ότι είναι η κύρια παραγωγική δύναμη, επειδή αποταμιεύει και επενδύει. Σε αυτό το πλαίσιο η Ματέι εξηγεί τις πολιτικές της λιτότητας. Θα ήταν λάθος να πιστέψουμε ότι ο κύριος σκοπός τους είναι η οικονομική ανάπτυξη ή η συλλογική ευημερία. Η λιτότητα χρησιμεύει κυρίως για να συμπιεστούν οι μισθοί, να αποδυναμωθεί η συνδικαλιστική δράση και η διαπραγματευτική δύναμη των εργαζομένων και να προστατευτεί η κερδοφορία του κεφαλαίου. Και γι’ αυτό η Ματέι την ορίζει ως «ταξική πάλη από τα πάνω», ως μια μόνιμη στρατηγική διαμόρφωσης των συσχετισμών δύναμης προς όφελος των οικονομικών ελίτ.
Οι πολιτικές της λιτότητας παίρνουν τρεις μορφές, οι οποίες συνδέονται μεταξύ τους. Η πρώτη είναι η δημοσιονομική: περικοπές των δημόσιων δαπανών, ιδιωτικοποιήσεις, μείωση της προοδευτικής φορολογίας και αύξηση των έμμεσων φόρων. Η δεύτερη μορφή είναι η νομισματική. Η αύξηση των επιτοκίων από τις κεντρικές τράπεζες ερμηνεύεται ως εργαλείο επιβράδυνσης της οικονομίας και συγκράτησης των μισθών. Σε αυτήν την προοπτική, η ανεργία δεν είναι μόνο μια παράπλευρη απώλεια, αλλά και ένας μηχανισμός πειθάρχησης της εργατικής δύναμης. Όσο περισσότεροι εργαζόμενοι ανταγωνίζονται μεταξύ τους για μια θέση εργασίας τόσο μειώνεται η ικανότητά τους να διεκδικήσουν υψηλότερους μισθούς ή καλύτερες συνθήκες εργασίας.
Η τρίτη μορφή της λιτότητας είναι η βιομηχανική: απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, προσωρινότητα της απασχόλησης, αποδυνάμωση των συνδικάτων και ιδιωτικοποιήσεις. Ο στόχος είναι να δημιουργηθεί μια εργατική δύναμη εξασθενημένη, λιγότερο σταθερή, πιο ευέλικτη και επομένως πιο εύκολα προσαρμόσιμη στις απαιτήσεις του παγκόσμιου ανταγωνισμού. Ένα σημαντικό μέρος της ομιλίας της Ματέι αναφέρεται στην ιταλική ιστορία της περιόδου μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο μεταπολεμικός κόσμος κινούνταν προς μιαν ανατροπή της οικονομικής και πολιτικής τάξης πραγμάτων. Στην Ιταλία, η περίφημη «κόκκινη διετία» (1919-1920) ήταν μια περίοδος που σημαδεύτηκε από καταλήψεις εργοστασίων, εργατικά συμβούλια, συνεταιρισμούς και αγροτικές κινητοποιήσεις. Αντιπροσωπευτική μορφή εκείνης της περιόδου ήταν ο Αντόνιο Γκράμσι, με την εμπειρία της Ordine Nuovo στο Τορίνο και τη συγκρότηση εργατικών συμβουλίων. Η Ιταλία γνώρισε μιαν έκρηξη εργατικών αγώνων, που δεν απέβλεπαν μόνο σε μιαν αναδιανομή εισοδήματος, αλλά αμφισβητούσαν την καπιταλιστική ιδιοκτησία των επιχειρήσεων. Αυτή η δυνατότητα κοινωνικού μετασχηματισμού προς μια σοσιαλιστική κατεύθυνση ώθησε τις οικονομικές ελίτ να υποστηρίξουν όλο και πιο σκληρές μορφές αναστήλωσης και εδραίωσης της καπιταλιστικής τάξης πραγμάτων. Η αντίδραση στο αντικαπιταλιστικό κίνημα διευκόλυνε την άνοδο και την επικράτηση του φασισμού.
Όπως έδειξε η Ματέι και στο βιβλίο της «Η τάξη πραγμάτων του κεφαλαίου», ο φασισμός υπήρξε μεταξύ άλλων και ένα από τα μεγαλύτερα ιστορικά εργαστήρια στα οποία δοκιμάστηκε η πολιτική της λιτότητας. Στη φασιστική Ιταλία, λιτότητα και πολιτική καταπίεση συμβάδιζαν, καθώς από κοινού απέβλεπαν στην εξουδετέρωση της πολιτικής σύγκρουσης. Η λιτότητα, υποστηρίζει συμπερασματικά η Ματέι, είναι από τη φύση της αντιδημοκρατική, επειδή αποσπά τις θεμελιώδεις οικονομικές αποφάσεις από τον συλλογικό έλεγχο της πολιτικής κοινότητας. Αν ο καπιταλισμός οικοδομήθηκε με συγκεκριμένες πολιτικές αποφάσεις, ισχυρίζεται η Ιταλίδα οικονομολόγος, τότε μπορεί και να μετασχηματιστεί με πολιτικούς και κοινωνικούς αγώνες.
Το τελικό της μήνυμα είναι σαφές και ριζοσπαστικό: η κοινωνική, κλιματική και δημοκρατική κρίση του παρόντος δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με οριακές ή τμηματικές τεχνικές βελτιώσεις. Έχει καταστεί αναγκαία μια ριζική αμφισβήτηση ολόκληρου του κυρίαρχου οικονομικού παραδείγματος και της ίδιας της σχέσης εργασίας και κεφαλαίου.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...