Ο θάνατος του Κωνσταντίνου Τσουκαλά (18-8-2026) μας αφήνει πολύ φτωχότερους. Είχα την τύχη να κάνω αρκετές συνεντεύξεις μαζί του. Είχαμε μιλήσει για πολλά. Και πάντα, ακόμα κι όταν ήταν εμφανή τα σημάδια της σωματικής ταλαιπωρίας, ο Κωνσταντίνος είχε την ορμή του αιώνιου νέου με το φορτίο της σοφίας που του χάρισε η ζωή, οι πνευματικές αναζητήσεις του, η συνθετική ικανότητά του, η ευρυμάθειά του, οι φίλοι του και οι σταθμοί της διαδρομής του βίου του. Ενός πλήρους και στοχαστικού βίου.
Αντιμετώπιζε πολλά με την ωριμότητα που δικαιούται να νοσταλγεί. Πάντα μνημόνευε τον Νίκο Πουλαντζά. Και πάντα έσταζε το τσιγάρο του όπου τον βόλευε – και χάμω, μέσα στο σπίτι. Ο Τσουκαλάς ήταν νησίδα της πιο γόνιμης ελληνικής αυτογνωσίας. Μια τάση που είχε αρχίσει να διαμορφώνεται στην κοινωνικο-επιστημονική ελληνική πραγματικότητα από τα μέσα της δεκαετίας του ’50 και ιδίως από το 1960 μέχρι το 1967. Πρόκειται για μία φάση ιδιαζόντως «κριτική».
Τότε ακριβώς ήταν που ενεργοποιήθηκαν ιδέες, έρευνες, εκδόσεις, μαθήματα, περιοδικά, δημόσιες συζητήσεις στους χώρους των κοινωνικών επιστημών (της κοινωνιολογίας, της κοινωνικής ανθρωπολογίας, της κοινωνικής γεωγραφίας, της πολιτικής επιστήμης) και όχι μόνο. Σ’ αυτήν ακριβώς την περίοδο πρωτοπορίας των κοινωνικών επιστημών άρχισε να συσσωρεύεται το πολιτισμικό κεφάλαιο σ’ ένα μοναδικό ελληνικό «ιερό»: στο Κέντρο Κοινωνικών Επιστημών Αθηνών της οδού Κουμπάρη 5 στο Κολωνάκι, που αποτέλεσε και την κληρονομιά του σημερινού Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών – πολύτιμο τμήμα της ιστορίας και της παράδοσης του ίδιου, αλλά και όλων των Ελλήνων και Ελληνίδων κοινωνικών επιστημόνων.
Η δικτατορία το 1967 διέλυσε το ΚΚΕΑ με το σκεπτικό ότι «ήταν Κέντρο μαρξιστικών ερευνών». Και αφιερώθηκε, μεταξύ των άλλων, στη σύλληψη «γυνής τινός, ονόματι Ρόζας εκ του Λουξεμβούργου» και στο ανθρωποκυνηγητό των στελεχών του Κέντρου. Αν οι πρωτοποριακές αυτές τάσεις είχαν αφεθεί να εξελιχθούν, η ελληνική κοινωνία θα είχε ίσως μπει σε τροχιά εξέλιξης που θα της επέτρεπε να αυξήσει τις πιθανότητες κατάκτησης του εκσυγχρονισμού της πριν από το τέλος του 20ού αιώνα. Δυστυχώς, αυτό δεν έγινε. Και ο Τσουκαλάς δεν σταμάτησε ποτέ να το λέει, όπου βρισκόταν κι όπου στεκόταν. Ωστόσο έκανε κάτι πολύ πολύ σημαντικό: συνέβαλε με την παρουσία του, τα μαθήματά του, τη σκέψη του, τα βιβλία του ώστε να δεθεί ο ελληνικός κοινωνικός στοχασμός με τον διεθνή ομόλογό του και τις αντίστοιχες κατακτήσεις και κυρίως να μπει ένα υπολογίσιμο μέρος της Ελλάδας σε μια τροχιά ερευνητικής αλλά και εθνικής αυτογνωσίας. Κοινωνικό και πολιτισμικό κεφάλαιο το λέμε αυτό. Και χάσαμε μια κεφαλή. Καλό σου ταξίδι, Κωνσταντίνε.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
