Τελευταία νέα
Ξεκάθαρο «όχι» σε απειλές και κυρώσεις από τις ΗΠΑ Και τα «παπαγαλάκια» τον… σκοπό τους Χαλαρές ποινές στους σύντεκνους για τον ΟΠΕΚΕΠΕ: Ένοχοι οι 19 από τους 22 για τις παράνομες επιδοτήσεις ΚΟΡΥΦΑΙΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ «ΜΑΓΕΙΡΕΥΟΥΝ» ΚΑΤΑΘΕΣΕΙΣ; Ελεύθερος με περιοριστικούς όρους ο ιδιοκτήτης της «Βιολάντα» – Αντιδρούν οι συγγενείς των θυμάτων Ξέσπασε εμφύλιος στη «δεξιά πολυκατοικία» για τη woke ατζέντα: Το κόμμα Σαμαρά και η μάχη για τους ψηφοφόρους Φρίκη στην Κυψέλη: «Κλειδί» οι καταθέσεις των παιδιών – Το DNA θα αποκαλύψει τις συγγενικές σχέσεις Φλέγεται η Μέση Ανατολή: Νέα χτυπήματα των ΗΠΑ στο Ιράν – Με επιθέσεις σε αμερικανικούς στόχους απαντά η Τεχεράνη Η Ιθάκη πέραν του Νόλαν Κωνσταντίνος Τσουκαλάς: Σαν να είναι ακόμα ανάμεσά μας Εορτολόγιο: Ποιοι γιορτάζουν σήμερα 2 Σεπτεμβρίου Κυψέλη: Τι ισχυρίζεται ο 43χρονος πατέρας για τις μαχαιριές στο σώμα του βρέφους που βρέθηκε σε βαλίτσα
Efsyn.gr

Κωνσταντίνος Τσουκαλάς: Σαν να είναι ακόμα ανάμεσά μας

Ενας διανοούμενος προϋποτίθεται ότι διαθέτει κάποιας μορφής μόρφωση ή καλλιέργεια, ότι είναι ένας άνθρωπος των γραμμάτων, ένας επιστήμων, ένας φιλόσοφος, ένας καλλιτέχνης, ένας δημοσιογράφος, ένας κάτοχος μιας τεχνικής εκπαίδευσης. Το να έχει κανείς, ωστόσο, απλώς γνώσεις, να είναι καλλιεργημένος, να κατέχει μια ειδικότητα στην επιστήμη ή κάποια δεξιότητα στην τέχνη δεν φτάνει για να καταστεί διανοούμενος. Χρειάζεται κάτι ακόμη, πέρα από αυτό που είναι, πέρα από το να είναι επιστήμων, φιλόσοφος, καλλιτέχνης και άλλα τινά. (…)
Προκειμένου, λοιπόν, να θεωρηθεί κανείς διανοούμενος δεν αρκεί να είναι επιστήμων, φιλόσοφος, καλλιτέχνης – ένας, γενικώς, μορφωμένος ή καλλιεργημένος άνθρωπος. Χρειάζεται, πέρα από αυτό που είναι, να κάνει κάτι ακόμη – εκείνο που τελικά θα του προσδώσει και τον χαρακτήρα του διανοούμενου: να κρίνει, να υποβάλλει σε αδιάλειπτο έλεγχο όσα υποπίπτουν στην αντίληψή του. Ο Σωκράτης, ορισμένως, ήταν διανοούμενος, καθόσον τίποτε από όσα προβάλλονταν σαν αληθή από την πλειονότητα ή ακόμη και από το σύνολο της κοινωνίας δεν το υιοθετούσε αδιαμαρτύρητα, δεν συναινούσε σε αυτό, αν δεν το είχε εν τω μεταξύ επεξεργαστεί στη δική του διάνοια και αν δεν είχε πειστεί ο ίδιος για την ορθότητά του.
Η κριτική στάση του διανοούμενου -είναι σαφές- συνδέεται άρρηκτα με τη διαμαρτυρία, η οποία, μοιραία, μπορεί να τον καταστήσει στόχο επιθέσεων των πολλών. Ο Σωκράτης εκτελέστηκε, επειδή ήταν μια μόνιμη φωνή διαμαρτυρίας μέσα στην κοινωνία του, μια αλογόμυγα, όπως έλεγε ο ίδιος, που δεν άφηνε σε ησυχία οποιονδήποτε έκρινε ότι δεν είχε ελέγξει την ορθότητα των απόψεών του.
Ο διανοούμενος, ως μονίμως κρίνων και διαμαρτυρόμενος, είναι ένας μοναχικός οδοιπόρος στην κοινωνία όπου διαβιοί. Διανοούμενος δεν μπορεί να είναι κάποιος, όσο σοφός και καλλιεργημένος κι αν είναι, εάν είναι ενταγμένος σε ένα σύστημα, εάν υπηρετεί κάποια ιδεολογία, αν ανήκει στην εξουσία, μια και τότε θα είναι υποχρεωμένος να μην κρίνει, αλλά να υιοθετεί αδιακρίτως όσα υπαγορεύει ο χώρος όπου έχει φωλιάσει. Ο Χάιντεγκερ, ένας από τους πιο σημαντικούς χωρίς αμφιβολία φιλοσόφους στην ιστορία του πολιτισμού, δεν είναι διανοούμενος, καθόσον υπηρέτησε απροκάλυπτα, από κορυφαία μάλιστα ακαδημαϊκή θέση, το ναζιστικό καθεστώς της Γερμανίας. Το ίδιο κι ο Εζρα Πάουντ: όσο υπέροχος ποιητής κι αν είναι, δεν μπορεί, όντας προπαγανδιστής του φασισμού, να θεωρηθεί διανοούμενος. Αντίθετα, ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς ήταν διανοούμενος, έστω κι αν δεν ήταν του φιλοσοφικού διαμετρήματος του Χάιντεγκερ ή δεν διέθετε την ποιητική οξυδέρκεια του Πάουντ.
Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς μετά τη βασική φοίτησή του στη Νομική των Αθηνών πήγε για μεταπτυχιακές σπουδές Φιλοσοφίας του Δικαίου και Κοινωνιολογίας στα Πανεπιστήμια της Χαϊδελβέργης, του Μονάχου, των Παρισίων και του Γέιλ. Ανακηρύχτηκε διδάκτωρ των Γραμμάτων και των Ανθρωπιστικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο των Παρισίων και αργότερα δίδαξε ως καθηγητής της Κοινωνιολογίας στα Πανεπιστήμια των Παρισίων και των Αθηνών. Στο επιστημονικό ενεργητικό του περιλαμβάνονται πολλές δημοσιεύσεις και βιβλία καθώς και η ερευνητική του δράση ή συμβολή σε κέντρα, επιτροπές, ενώσεις, αντιπροσωπείες. Παράλληλα, όμως, ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς δεν έπαψε στη μακρά επιστημονική πορεία του να διακατέχεται από έντονο ενδιαφέρον για όσα συμβαίνουν στην κοινωνία μας και να προσπαθεί να τα αντιμετωπίσει με κριτική διάθεση, έτσι ώστε δικαίως να μπορεί να θεωρηθεί ένας από τους κορυφαίους σύγχρονους διανοούμενους του τόπου μας.
Σκύβοντας, ορισμένως, πάνω από την κατάσταση της σημερινής κοινωνίας για να δει πώς μπορεί αυτή να ξεφύγει από τη βαθιά κρίση στην οποία έχει περιέλθει, ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς επισημαίνει ότι είμαστε μπλεγμένοι σε ένα παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, όπου οι αποφάσεις διαμορφώνονται και λαμβάνονται ερήμην ημών από εκείνους που ελέγχουν την τεχνολογία, την επιστήμη, τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα. Τα μέλη της σύγχρονης κοινωνίας, οι άνθρωποί της, δεν έχουν τη δυνατότητα να αποφασίζουν για τη ζωή τους. Θέλουν να ξεφύγουν από το σύστημα αυτό -από την υποτέλειά τους και την εξάρτησή τους–, αλλά, όπως έχουν τα πράγματα, δεν μπορούν. Οι δρόμοι -και είναι δύο- που παίρνουν για να ανατρέψουν το σύστημα, τους οδηγούν στην αντίθετη κατεύθυνση από εκεί που θέλουν να πάνε.
Ο ένας τρόπος, λοιπόν, με τον οποίο αντιδρούν οι άνθρωποι στο σύστημα όπου είναι εγκλωβισμένοι, είναι να του γυρίσουν την πλάτη, να πάψουν να ανταποκρίνονται στα αιτήματά του, στους όρους που τους επιβάλλει να ζήσουν. Το να πιστεύει κανείς, ωστόσο, παρατηρεί ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, ότι είναι δυνατόν να φύγουμε από το παγκόσμιο σύστημα αποφασίζοντας, παραδείγματος χάριν, να μην πληρώνουμε φόρους και χρέη, να μην κάνουμε εισαγωγές και εξαγωγές, να αδιαφορούμε για τις διεθνείς οικονομικές σχέσεις και συμφωνίες και να τραβάμε τον δρόμο μόνοι μας είναι καθαρή ουτοπία, ματαιοπονία. Η κοινωνία, στην περίπτωση αυτή, θα οδηγείτο σε περαιτέρω συρρίκνωση και εξαθλίωση από αυτές τις οποίες υφίσταται υπό την παρούσα κατάσταση. Ο άλλος τρόπος αντίδρασης στο σύστημα είναι ο δρόμος της τυφλής βίας – ακραίες πράξεις ανατροπής, ανεξέλεγκτες κοινωνικές συγκρούσεις, όπου σπρώχνει τους ανθρώπους η απελπισία, στην οποία βυθίζονται εξαιτίας των συνθηκών που τους επιβάλλονται να ζήσουν.
Ετσι, όμως, το μόνο που μπορούν οι απελπισμένοι άνθρωποι να πετύχουν είναι η εξέγερση, η οποία θα ήταν δυνατόν να οδηγήσει την κοινωνία σε πλήρη αποσάθρωση. Το ζητούμενο, ωστόσο, είναι μια άλλη κοινωνία, απεξαρτημένη από το υπερεθνικό σύστημα, η οποία θα μπορούσε να προκύψει από μια επανάσταση. Τις επαναστάσεις, όμως, η εμπειρία μάς λέει, δεν τις κάνουν απλά απελπισμένοι άνθρωποι, αλλά τις ξεκινούν άνθρωποι που και όραμα έχουν και πιστεύουν ότι με συλλογική δράση θα ήταν δυνατόν να ανατραπεί ένα καθεστώς. Τα πράγματα, εν τοιαύτη περιπτώσει, κατά τον Κωνσταντίνο Τσουκαλά, είναι αδιέξοδα. Αρα δεν μπορούμε να ελπίζουμε.
Παρ’ όλα αυτά, ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς δεν παραλείπει να επισημάνει ότι η απεξάρτηση της κοινωνίας σε εθνικό επίπεδο από το υπερεθνικό καπιταλιστικό σύστημα θα μπορούσε να επιτευχθεί αν -στον τόπο μας ειδικώς, στην Ευρώπη γενικότερα, στον κόσμο ευρύτερα- υπήρχαν οργανωμένες δυνάμεις από τις οποίες θα ήταν δυνατόν να προκύψει μια γενικευμένη αμφισβήτηση και, κατ’ επέκταση, μια συντονισμένη αντίδραση στο σύστημα όπως λειτουργεί. (…)
Η στάση του διανοούμενου απέναντι στα πράγματα κάθε άλλο παρά ανώδυνη είναι. Αναλαμβάνοντας την ευθύνη να κρίνει το σύστημα, χωρίς παράλληλα να χαϊδεύει τις ομάδες που αποκλειστικό μέλημά των έχουν την τυφλή εξέγερση και όχι την επανάσταση, γίνεται μοιραία στόχος επιθέσεων, απέναντι στις οποίες, για να τις αντιμετωπίσει, θα πρέπει να είναι οπλισμένος με θάρρος και αποφασιστικότητα. Δεν έχει, όντας ο ίδιος μια αυτόνομη αισθητή παρουσία στην κοινωνία, άλλο από τις αρετές του αυτές τρόπο να αντιπαρατεθεί στις επιθέσεις που στόχο έχουν να τον υποχρεώσουν να σιωπήσει. Παράλληλα, όμως, στην προσπάθειά του να κατανοήσει πώς είναι διαμορφωμένα τα πράγματα προκειμένου, κρίνοντάς τα, να παρέμβει, βιώνει συχνά μέσα του τη δοκιμασία της αντίφασης, η οποία μπορεί να μην είναι ηχηρή όπως οι επιθέσεις που δέχεται απέξω, δεν παύει όμως να είναι εξίσου, αν όχι ακόμη περισσότερο, επώδυνη. Η πραγματικότητα είναι τόσο σύνθετη, ώστε επιχειρώντας να τη συλλάβει δεν είναι σπάνιες οι φορές που βρίσκει τον εαυτό του να οδηγείται σε αντιφατικά συμπεράσματα. Η αντίφαση είναι το μόνο πράγμα που δεν χωράει στον ανθρώπινο νου.
Μπορούμε να σκεφτούμε τα πλέον απίθανα πράγματα -ότι σε κάποιο αστέρι κατοικούν πλάσματα όπως εμείς, ότι υπάρχει μετά θάνατον ζωή κ.ά.τ.–, αλλά είναι αδύνατον να σκεφτούμε ποτέ ένα ολόλευκο λουλούδι που δεν είναι λευκό. Ακόμη κι ο Θεός, έλεγε ο Θωμάς Ακινάτης, δεν μπορεί να ξεπεράσει την αντίφαση. Μπορεί να έφτιαξε εκ του μηδενός το άπειρο σύμπαν, αλλά του είναι αδύνατον να κάνει μια κοπέλα που έχασε την παρθενιά της να μην την έχει χάσει. Είναι σε θέση ασφαλώς με την παντοδυναμία του να φροντίσει ώστε η κοπέλα να ανακτήσει τη χαμένη παρθενιά της, αλλά να κάνει την κοπέλα, έχοντας χάσει την παρθενιά της, να μην την έχει χάσει, του είναι αδύνατον, επειδή ακριβώς είναι αντιφατικό. Ο Θεός, εξ ορισμού, δεν είναι παράλογος για να αντιφάσκει.
Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, στην προσπάθειά του να κατανοήσει την κοινωνία προκειμένου να εντοπίσει κάποια διέξοδο από την κρίση στην οποία έχει περιπέσει, οδηγείται στην αντίφαση: από τη μια πλευρά διακατέχεται από την απελπισία ότι «τα πράγματα είναι αδιέξοδα», άρα μην ελπίζουμε, κι από την άλλη πλευρά έχει την πεποίθηση ότι, παρ’ όλα αυτά, μπορεί τα πράγματα κάποτε να εξελιχθούν καλύτερα, οπότε «δεν μπορούμε παρά να περιμένουμε ελπίζοντας».
Οσο κι αν η αντίφαση, ωστόσο, στην οποία καταλήγει ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς -το να ελπίζεις, δηλαδή, και, συγχρόνως, να μην ελπίζεις ότι τα πράγματα στην κοινωνία μας θα πάνε καλύτερα- είναι μια οδυνηρή δοκιμασία, δεν παύει να είναι, παράλληλα, για τον διανοούμενο δείγμα πνευματικής επάρκειας. Κατά τον Μπρεχτ, ο άνθρωπος που δεν διακατέχεται από αντιφάσεις είναι λειψός.
Πιο οδυνηρό θα ήταν να επιλέξει κανείς το ένα από τα δύο σκέλη της αντίφασης ακρωτηριάζοντας έτσι τη σκέψη του, ή ακόμη χειρότερα να περιμένει παραμένοντας αδρανής -όπως ο Βλαντιμίρ κι ο Εστραγκόν, οι δύο ήρωες του Μπέκετ στο έργο του «Περιμένοντας τον Γκοντό», που περιμένουν κάθε μέρα τον Γκοντό δίχως αυτός να εμφανίζεται ποτέ, αφήνοντάς τους να ζουν το μαρτύριο της ατέλειωτης, απόλυτα κενής αναμονής.
*Ομότιμος καθηγητής Φιλοσοφίας στο ΕΚΠΑ όπου έχει διατελέσει και πρύτανης (2010-14)

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...