Τελευταία νέα
Σκληραίνει ο Μητσοτάκης απέναντι στην Τουρκία: «Δεν φοβόμαστε» – Το ακούει η Άγκυρα; Κατάρρευση κτηρίου στο Νέο Δελχί: Στους 7 οι νεκροί – Φοιτητής σώθηκε με… ένα βίντεο 11 δευτερολέπτων Το μαύρο που μοιάζει γκρίζο Συστημικά φασιστικά μορφώματα Ο φερετζές ενός φόνου Ο Νυφούδης της ΕΛΑΣ για την «πατριωτική εισφορά»: «Δεν κινδυνεύουν τα βραχιόλια του καθενός» ΚΚΕ: Εξαγγελίες κυβέρνησης και προτάσεις ΠΑΣΟΚ, ΕΛΑΣ αποτελούν ένα κοινής κατεύθυνσης αντιλαϊκό πρόγραμμα ΠΑΣΟΚ: PISA 2025: Μία ακόμη υποχώρηση στην Παιδεία. Η κυβερνητική βιτρίνα καταρρέει Παύλος Πολάκης και ΣΥΡΙΖΑ στην Οικονομική εισαγγελία για ανάσυρση δικογραφίας για τη Novartis Συντριβή αεροσκάφους της Amazon στο Μαϊάμι: Η συγκλονιστική στιγμή που αστυνομικός εντόπισε επιζώντα [βίντεο] Φωτιά στην Κάρυστο: Συνελήφθη άνδρας – Του επιβλήθηκε πρόστιμο άνω των 3.000 ευρώ Μπήκαν οι υπογραφές για τις δύο ιταλικές φρεγάτες Bergamini
Efsyn.gr

Πώς ο Λουί Αλτουσέρ δολοφόνησε τη σύζυγό του – Η γυναικοκτονία της Ελέν Ρίτμαν Λεγκοτιέν

Μια ιστορία τόσο συνηθισμένη όσο και ανατριχιαστική, η οποία μοιάζει με εκείνες αμέτρητων γυναικών που δολοφονήθηκαν από τον σύντροφό τους. Η κοινωνιολόγος Ελέν Ριτμάν-Λεγκοτιέν ήθελε να χωρίσει από τον σύζυγό της, αλλά εκείνος ήταν βίαιος και χειριστικός μέχρι που στο τέλος τη δολοφόνησε. Δράστης ήταν ο Λουί Αλτουσέρ, διάσημος και ευρέως αναγνωρισμένος μαρξιστής φιλόσοφος του 20ού αιώνα, ο οποίος χρησιμοποίησε τον όρο «μασκουλινισμός» πολλές δεκαετίες προτού αυτός καθιερωθεί ως ένα επικίνδυνο ιδεολογικό κίνημα.
Η γυναικοκτονία της Ελέν Ριτμάν-Λεγκοτιέν
Η Ελέν Ριτμάν-Λεγκοτιέν δολοφονήθηκε διά στραγγαλισμού από τον σύζυγό της, τον φιλόσοφο Λουί Αλτουσέρ (1918-1990), στο διαμέρισμά τους στο Παρίσι εντός της Ecole Νormale Supérieure (ENS) όπου ο Αλτουσέρ είχε αναλάβει καθήκοντα γραμματέα. Ηταν 7.55 το πρωί της 16ης Νοεμβρίου 1980. Ο Αλτουσέρ, ο οποίος υπέφερε επί μήνες από σοβαρή κατάθλιψη και είχε διαγνωστεί ήδη από το 1947 με μανιοκαταθλιπτική διαταραχή, ομολόγησε αμέσως το έγκλημα και εισήχθη στο ψυχιατρικό νοσοκομείο Σαντ Αν στο Παρίσι.
Την εποχή εκείνη ο Αλτουσέρ αποτελούσε σημαντική προσωπικότητα στη Γαλλία, ενώ η ENS συγκαταλέγεται στα πιο διάσημα και επιλεκτικά πανεπιστημιακά ιδρύματα της χώρας.
Τον Φεβρουάριο του 1981 η υπόθεση τέθηκε στο αρχείο, καθώς ο Αλτουσέρ κρίθηκε ποινικά ακαταλόγιστος σύμφωνα με το άρθρο 64 του Γαλλικού Ποινικού Κώδικα. Το 1983 εγκαταστάθηκε σε διαμέρισμα στο 20ό διαμέρισμα (arrondissement) του Παρισιού, το οποίο ανήκε στην Ελέν Ριτμάν-Λεγκοτιέν και είχε περιέλθει στην κατοχή του ως κληρονόμου της. Πέθανε το 1990 έχοντας τιμηθεί ευρέως για τη συμβολή του στον πολιτισμό. Το 2024 το γαλλικό κοινοβούλιο ψήφισε νόμο για την περιουσιακή δικαιοσύνη, σύμφωνα με τον οποίο σε περιπτώσεις γυναικοκτονίας ο δράστης-σύζυγος στερείται του δικαιώματος να κληρονομήσει την περιουσία του θύματος.
Η κοινοτοπία του αρσενικού
Χρειάστηκαν περισσότερα από 40 χρόνια για να αναγνωριστεί (και) αυτή η δολοφονία ως γυναικοκτονία χάρη στις έρευνες, τους αγώνες και τις κινητοποιήσεις φεμινιστριών, ερευνητριών και ακτιβιστριών, οι οποίες κράτησαν ζωντανή τη μνήμη αυτής της υπόθεσης.
Το 2023 κυκλοφόρησε ένα βιβλίο που είχε ιδιαίτερη απήχηση στα ΜΜΕ, το «Althusser assassin, La banalité du mâle» («Ο δολοφόνος Αλτουσέρ, η κοινοτοπία του αρσενικού», εκδ. Remue-Ménage), του Καναδού πολιτικού επιστήμονα Φράνσις Ντιπουί-Ντερί, ειδικού στα κοινωνικά κινήματα, τον αντιφεμινισμό και τα αντρικά ζητήματα. Το λογοπαίγνιο στα γαλλικά μεταξύ του «αρσενικού» («mâle») και του «κακού» («mal»), που προφέρονται με τον ίδιο τρόπο, είναι εξαιρετικά επιτυχημένο και χρησιμοποιείται συχνά από φεμινιστικούς κύκλους.
O Γαλλοκαναδός ερευνητής και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Κεμπέκ στο Μόντρεαλ, Francis Dupuis-Deri, συγγραφέας του βιβλίου «Ο δολοφόνος Αλτουσέρ, η κοινοτοπία του αρσενικού», είναι ήδη γνωστός στη χώρα μας από τις εκδόσεις άλλων μελετών του
Το κείμενο μεταφράστηκε στα αγγλικά και στα ινδονησιακά το 2025 και στα γερμανικά το 2026. Σε εξέλιξη βρίσκονται και άλλες μεταφράσεις του, μεταξύ των οποίων και η ελληνική.
Ποια ήταν η Ελέν Λεγκοτιέν
«Οταν ξεκίνησα να κάνω έρευνα για αυτή τη δολοφονία», μου λέει ο Ντιπουί-Ντερί, «πίστευα ότι επρόκειτο για μια ιστορία του παρελθόντος, ενός άλλου αιώνα». Ωστόσο, όπως σημειώνει στους επιλόγους της αγγλικής και της γερμανικής έκδοσης του βιβλίου του, έλαβε δεκάδες επιστολές από ανθρώπους, γεγονός που μαρτυρά ότι η μνήμη της υπόθεσης παρέμενε ζωντανή.
«Εχω την εντύπωση ότι το πρώτο πράγμα που έμαθα ποτέ για τον Αλτουσέρ ήταν ότι είχε σκοτώσει τη γυναίκα του και ότι το είχε κάνει στην ENS» μου λέει η Λουσί Ροντό ντου Νουαγέ, την οποία συνάντησα σε ένα διαμέρισμα σε στιλ Haussmann στο βόρειο Παρίσι. Υποψήφια διδάκτωρ στην ιστορία της οικονομικής σκέψης, ιστορικός και απόφοιτος της ENS, η Ροντό ντου Νουαγέ εργάστηκε σχολαστικά για να ανασυνθέσει τη ζωή και το έργο της Λεγκοτιέν.
«Αν ο στόχος είναι να αποκαταστήσουμε τη φωνή ενός ανθρώπου, το ελάχιστο που μπορούμε να κάνουμε είναι να χρησιμοποιήσουμε το όνομα που έχει επιλέξει ο ίδιος για τον εαυτό του» συνεχίζει η Ροντό ντου Νουαγέ, αναφερόμενη στο γεγονός ότι συχνά συναντάμε τη Λεγκοτιέν με το όνομα Ελέν Ριτμάν, Ελέν Λεγκοτιέν ή ακόμη και Ελέν Ριτμάν-Λεγκοτιέν.
Η Ελέν Λεγκοτιέν γεννήθηκε το 1910 στο Παρίσι σε μια οικογένειά εβραϊκής καταγωγής που είχε διαφύγει από τα πογκρόμ της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Οπως εξηγεί η Ροντό ντου Νουαγέ, από το 1944 άρχισε να χρησιμοποιεί το επώνυμο Λεγκοτιέν, χωρίς ωστόσο να το αλλάξει επίσημα στο ληξιαρχείο. Η επιλογή αυτή πιθανότητα να συνδέεται με το παρελθόν της στη Γαλλική Αντίσταση, αν και δεν υπάρχουν επαρκείς πηγές για να το επιβεβαιώσουμε.
Η Λεγκοτιέν γνώρισε τον Αλτουσέρ το 1945 και παντρεύτηκαν το 1976. Ηταν οκτώ χρόνια μεγαλύτερή του. Από το 1951 έως το 1954 εργάστηκε ως ερευνήτρια στον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) και ως κοινωνιολόγος για τη Société d’études pour le développement économique et social (Sédés). Ασχολήθηκε κυρίως με τη γεωργία και τα μοντέλα αγροτικής ανάπτυξης. Σύμφωνα με τη Ροντό ντου Νουαγέ, συγκαταλέγεται στα ονόματα που κατά τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 συνέβαλαν στη διαμόρφωση «μιας κριτικής και μαρξιστικής προσέγγισης της ανάπτυξης».
Τους τελευταίους μήνες της ζωής της περιγράφει η δημοσιογράφος Ζοανά Λισέν σε άρθρο της που δημοσιεύτηκε στη Libération τα Χριστούγεννα του 2023 φέρνοντας ξανά στο προσκήνιο αυτή την υπόθεση. Το άρθρο περιλαμβάνει τη μαρτυρία της Ζο Ρος, η οποία συνεργάστηκε με τη Λεγκοτιέν το 1980, λίγους μήνες πριν από τη δολοφονία της, στο Πορτ ντε Μπουκ, μια μικρή πόλη της νότιας Γαλλίας, στο πλαίσιο ενός έργου για την ανάδειξη της τοπικής εργατικής μνήμης.
Τον Φεβρουάριο του 1980 η Λεγκοτιέν, συνταξιούχος πλέον, μπήκε στο γραφείο της Ρος ζητώντας να συμμετάσχει εθελοντικά στο έργο. Συστήθηκε ως Ελέν Λεγκοτιέν. Αργότερα θα αποκαλύψει ότι είναι η σύζυγος του Αλτουσέρ, ζητώντας να παραμείνει αυτό μεταξύ τους. Αν και 70 ετών είχε όλη τη θέληση και την ενέργεια να ασχοληθεί με ένα άγνωστο για αυτήν εγχείρημα, απλώς και μόνο επειδή είχε ακούσει να μιλάνε στο ραδιόφωνο για ένα έργο στο οποίο ήθελε να συμβάλει.
Αυτό που ενδιέφερε τη Λεγκοτιέν, εξηγεί η Ροντό ντου Νουαγέ, ήταν «οι αιτίες της επίμονης δυσφορίας των εργατικών τάξεων και της εκμετάλλευσης που εξακολουθούσαν να υφίστανται, παρά τις τρεις δεκαετίες ισχυρής ανάπτυξης που γνώρισε η Γαλλία μετά το 1945».
Η είδηση της δολοφονίας της συγκλόνισε βαθιά τους ανθρώπους με τους οποίους είχε συνεργαστεί το 1980. Η έρευνα που δημοσιεύτηκε το 1984 αφιερώθηκε «στη μνήμη της Ελέν Λεγκοτιέν» και έφερε τον τίτλο «Du chantier naval à la ville: la mémoire ouvrière de Port-de-Bouc» («Από το ναυπηγείο στην πόλη: η εργατική μνήμη του Πορτ ντε Μπουκ»).
«Η Ελέν Λεγκοτιέν ήταν μια γυναίκα που με τα μέσα που διέθετε και παρά τους περιορισμούς της εποχής της κατάφερε να χτίσει μια λαμπρή καριέρα ως ερευνήτρια. Και ενέπνευσε πολλούς ακόμη ανθρώπους που βρίσκονται σήμερα εν ζωή και μιλούν για τα όσα τους δίδαξε, καθώς και για τον τρόπο με τον οποίο διαμόρφωσε τη ζωή τους» προσθέτει η Ροντό ντου Νουαγέ.
Ο Λουί Αλτουσέρ
Ο δολοφόνος, πρωταγωνιστής της ιστορίας
Παρά την καριέρα της η Ελέν Λεγκοτιέν παρέμεινε επί χρόνια η «σύζυγος του…», η «γυναίκα του…», η «στραγγαλισμένη της οδού ντ’ Ουλμ». Το όνομά της, αν αναφερόταν, εμφανιζόταν πάντα στο κάτω μέρος των άρθρων, εξηγεί η έρευνα της Libération.
Ομοίως η γυναικοκτονία της αναφέρθηκε για πρώτη φορά από τον ίδιο τον Λουί Αλτουσέρ στην αυτοβιογραφία του, «L’Avenir dure longtemps» («Το μέλλον διαρκεί πολύ»), που εκδόθηκε μετά τον θάνατό του το 1992, πούλησε αρχικά 35.000 αντίτυπα και μεταφράστηκε σε δώδεκα γλώσσες.
Στο κείμενο αυτό ο Αλτουσέρ περιγράφει τη δική του ιστορία, την κατάθλιψη και τα προσωπικά του αδιέξοδα, οικοδομώντας μια αυτοδικαιωτική αφήγηση που δίνει στην ιστορία το νόημα που ήθελε ο ίδιος να της αποδώσει. Το έργο παρουσιάστηκε ως ένα «ειλικρινές κείμενο» και «χαιρετίστηκε από διανοούμενους ως “αριστούργημα της αυτοβιογραφικής λογοτεχνίας”» γράφει ο Ντιπουί-Ντερί, ο οποίος το θεωρεί «συχνά ασήμαντο και συνολικά κακόγουστο».
Στην αυτοβιογραφία του ο Αλτουσέρ αφηγείται ότι τα τελευταία χρόνια της ζωής της η Λεγκοτιέν είχε αυτοκτονικές τάσεις, αφήνοντας έτσι να εννοηθεί ότι είχε πιθανότατα πραγματοποιήσει ο ίδιος το όνειρό της.
Το 1985 η δημοσιογράφος Κλοντ Σαρότ γράφοντας στη Le Monde για έναν άλλο δολοφόνο, τον Ιάπωνα Ισέι Σαγκάουα, ανέφερε: «Εμείς, στα μέσα ενημέρωσης, μόλις δούμε ένα διάσημο όνομα να εμπλέκεται σε μια συγκλονιστική υπόθεση, όπως ο Αλτουσέρ, […] το κάνουμε ολόκληρο θέμα συζήτησης. Το θύμα; Δεν αξίζει ούτε δύο γραμμές. Ο απόλυτος πρωταγωνιστής είναι ο ένοχος».
Σε άρθρο του 1992 για την αυτοβιογραφία του Αλτουσέρ σχετικά με το έγκλημά του το Der Spiegel έγραψε: «Με σαφήνεια και άψογη πρόζα ο Αλτουσέρ σκιαγραφεί ένα εσωτερικό δράμα». Για το θύμα, ούτε λέξη.
«Οι εκδηλώσεις συμπάθειας προς τον Αλτουσέρ θυμίζουν τα όσα ακούστηκαν το 2003 μετά τη δολοφονία της ηθοποιού Μαρί Τρεντινιάν από τον σύντροφό της, τον τραγουδιστή Μπερτράν Καντά των Noir Désir. Και στις δύο περιπτώσεις οι δράστες ήταν άντρες που ανήκαν στην πνευματική ή καλλιτεχνική ελίτ» παρατηρεί ο Ντιπουί-Ντερί παραθέτοντας την Καναδή μελετήτρια Λουσίλ Σιπριάνι:
«Ο λόγος του θύτη μπορεί να καταλάβει ολόκληρο τον δημόσιο χώρο μετατοπίζοντας πλήρως την προσοχή από τον πόνο του θύματος στον πόνο του θύτη. […] Οι δυστυχίες της παιδικής του ηλικίας, τα βασανιστήρια της ζήλιας και των χωρισμών, τα τραύματα του εγώ, η υπαρξιακή του αγωνία και η ανάγκη του για έλεγχο προβάλλονται διαρκώς στα μέσα ενημέρωσης. […] Ο κόσμος του πολιτισμού παραχωρεί το βήμα στον λόγο των δραστών, έναν λόγο που όχι μόνο επισκιάζει τον πόνο των θυμάτων, αλλά συμβάλλει και στη διαιώνιση της βίας».
Ως εξήγηση προβλήθηκε η «τρέλα» του δολοφόνου, μια θέση που υιοθέτησε και ο ίδιος ο Αλτουσέρ στην αυτοβιογραφία του. Μια προσωπική τραγωδία, δηλαδή, που δεν εντάσσεται σε κανένα ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο.
«Τόση φαντασία για να διατυπωθούν φαινομενικά περίπλοκες υποθέσεις και τόσος κόπος για να αγνοηθεί ένα σχετικά απλό γεγονός: φιλόσοφος ή όχι, μαρξιστής ή όχι, τρελός ή όχι, ο Αλτουσέρ δεν ήταν παρά ένας από τους αμέτρητους άντρες που κάθε χρόνο δολοφονούν την πρώην ή νυν σύντροφό τους. Αυτή η παραβίαση των κοινωνικών κανόνων γίνεται ακόμα πιο παράδοξη, αν αναλογιστεί κανείς ότι ο δράστης ήταν ο σημαντικότερος μαρξιστής θεωρητικός της εποχής του» γράφει ο Ντιπουί-Ντερί.
Ο Αλτουσέρ και ο μασκουλινισμός: ο φεμινισμός ως ιδεολογικός αντίπαλος;
Σύμφωνα με τον δημοσιογράφο της «Libération», Ρομπέρ Ματζιόρι, «για να κατανοήσει κανείς αυτή την υπόθεση πρέπει πρώτα να αντιληφθεί την τεράστια επιρροή που ασκούσε ο Αλτουσέρ στον γαλλικό πνευματικό κόσμο. […] Ηταν ένας γκουρού. […] Στη Γαλλία πριν από το ’68 η επιρροή του ήταν τεράστια. Ο Ρεζί Ντεμπρέ, ο Μπερνάρ-Ανρί Λεβί, ο Αλέν Μπαντιού, ο Αντρέ Κοντ-Σπονβίλ […] υπήρξαν όλοι μαθητές του, οι οποίοι πολλές φορές έκοβαν τις σχέσεις τους μαζί του με θεαματικό τρόπο. Το να είσαι αλτουσεριανός ήταν σχεδόν σαν να ανήκες σε μια θρησκεία. Ο Αλτουσέρ κυριάρχησε στην εποχή των πνευματικών γκουρού, όπως ο Ντελέζ, ο Ντεριντά, ο Φουκό».
«Στη δεκαετία του ’70 σε όλο τον κόσμο, και ιδιαίτερα στη Βρετανία, η επιρροή του Αλτουσέρ υπήρξε καθοριστική τόσο στον ακαδημαϊκό χώρο όσο και στις πολιτικές οργανώσεις της κομμουνιστικής αριστεράς» μου εξηγεί ο Μισέλ Λακρουά, καθηγητής στο Τμήμα Λογοτεχνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Κεμπέκ στο Μόντρεαλ του Καναδά.
«Ο Αλτουσέρ συνέβαλε όσο λίγοι στην ακαδημαϊκή νομιμότητα του μαρξισμού, κυρίως με τα έργα “Lire Le Capital” (“Να διαβάσουμε το Κεφάλαιο”, 1965) και “Pour Marx” (“Για τον Μαρξ”, 1965)» σημειώνει. «Υπήρξε ένας από τους πλέον πολυδιαβασμένους και πολυσυζητημένους στοχαστές της εποχής του», αν και σήμερα δεν ισχύει πλέον αυτό.
Μελετώντας το αρχείο του Αλτουσέρ στο Institut Mémoires de l’édition contemporaine (Imec) ο Μισέλ Λακρουά εντόπισε δύο αδημοσίευτα κείμενα του μαρξιστή φιλόσοφου. Χάρη στη βοήθειά του αλλά και σε εκείνη του Φράνσις Ντιπουί-Ντερί είχα την ευκαιρία να τα διαβάσω.
Σε αυτά τα κείμενα ο Αλτουσέρ περιγράφει τον φεμινισμό ως ένα «ιδεολογικό κίνημα» που παρουσιάζει τον άντρα ως τον κύριο υπεύθυνο για την εκμετάλλευση της γυναίκας. Κατά την άποψή του, το κίνημα αυτό επιδιώκει μια «ιστορική εκδίκηση» και φτάνει μέχρι στο σημείο να «προκαλέσει τη φυσική και κοινωνική απομόνωση ορισμένων ομάδων γυναικών».
Ο μαρξιστής θεωρητικός συνεχίζει υποστηρίζοντας ότι θα μπορούσε «να διαμορφωθεί μια μασκουλινιστική ιδεολογία», η οποία θα κατήγγελλε «την εκμετάλλευση και τη διαχρονική καταπίεση που ασκεί η Γυναίκα στον Αντρα».
Ο Φράνσις Ντιπουί-Ντερί, ο οποίος παραθέτει αποσπάσματα αυτών των κειμένων στον επίλογο της αγγλικής και της γερμανικής έκδοσης του βιβλίου του, εκτιμά ότι πρέπει να ερμηνευτούν ως αντίδραση στον ριζοσπαστικό φεμινισμό και ειδικότερα στο δοκίμιο της Κριστίν Ντελφί «L’ennemi principal» («Ο κύριος εχθρός»), που δημοσιεύτηκε το 1970 στο περιοδικό Partisans και αργότερα κυκλοφόρησε σε βιβλίο.
Το κείμενο αυτό αποτελεί ένα κλασικό αντιφεμινιστικό μανιφέστο, το οποίο απεικονίζει τους άντρες ως θύματα των γυναικών, ο συγγραφέας του ωστόσο είναι ένας άντρας που δολοφόνησε τη σύντροφό του. Οπως γράφει ο Ντιπουί-Ντερί, «σήμερα γνωρίζουμε πολύ καλά σε ποιες πράξεις δολοφονικής βίας μπορεί να οδηγήσει μια τέτοια θυματοποίηση».
Γενικά στους μαρξιστικούς κύκλους ο φεμινισμός αντιμετωπιζόταν ως δευτερεύον ζήτημα (μία αντίληψη που επιβιώνει ακόμη και σήμερα σε ορισμένους πολιτικούς χώρους), καθώς προτεραιότητα είχε πάντα η ταξική πάλη. «Αν οι φεμινίστριες δημιούργησαν το δικό τους κίνημα, αυτό συνέβη επειδή στα μαρξιστικά κινήματα ο αγώνας των γυναικών κατέληγε πάντα σε δεύτερη μοίρα» παρατηρεί χαμογελώντας ο Λακρουά. Από αυτή την άποψη ο «αντιφεμινισμός» του Αλτουσέρ εντάσσεται στον κλασικό πατερναλισμό, στην ιεράρχηση των αγώνων, όπως συνέβαινε και με τη «συντριπτική πλειονότητα των μαρξιστών της εποχής».
Ωστόσο, προσθέτει ο Λακρουά, «ο Αλτουσέρ προχωρά ακόμη παραπέρα». Δημιουργείται «η εντύπωση ότι η ιδέα του πρωτόγονου αντιφεμινισμού που συνδέουμε σήμερα με τον μασκουλινισμό θα μπορούσε να είχε εκφραστεί από έναν διανοούμενο διεθνούς κύρους και εμβέλειας όπως ο Αλτουσέρ. Αυτό αποκαλύπτει όχι μόνο ένα ισχυρό πατριαρχικό υπόβαθρο, αλλά ίσως και κάτι καινούργιο: ότι ο Αλτουσέρ επινόησε τον μασκουλινισμό». Αυτό μαρτυρά «ένα είδος τρόμου, μιας μνησικακίας, που τον κάνουν να ξεπερνά τα συνηθισμένα ιδεολογικά σχήματα». Ο φεμινισμός δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως «δευτερεύων σύμμαχος», αλλά γίνεται «ιδεολογικός αντίπαλος, σε μια παρέκκλιση που πρέπει να καταπολεμηθεί με κάθε κόστος».
Ο «μασκουλινισμός», σύμφωνα με τον ορισμό του Φράνσις Ντιπουί-Ντερί, είναι ένα «αντιφεμινιστικό ρεύμα που βασίζεται στην εσφαλμένη πεποίθηση ότι οι άντρες υποφέρουν εξαιτίας των γυναικών, των φεμινιστριών και της θηλυκοποίησης της κοινωνίας», δημιουργώντας έτσι τον μύθο (από τον τίτλο του ομώνυμου βιβλίου του συγγραφέα) ότι υπάρχει «κρίση της αρρενωπότητας».
Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι κάθε άτομο που υιοθετεί στοιχεία του μασκουλινιστικού λόγου είναι εν δυνάμει δολοφόνος. Αυτό που είναι σημαντικό να θυμόμαστε, προσθέτει ο Ντιπουί-Ντερί, είναι ότι η «συνολική λογική του μασκουλινιστικού λόγου και της ιδεολογίας του» περιέχει επιχειρήματα που μπορούν να επιστρατευτούν για να δικαιολογήσουν τις γυναικοκτονίες».
Στον απόηχο των ερευνών της Λουσί Ροντό ντου Νουαγέ, η διευθύντρια του Imec, Ναταλί Λεζέ, ανέλαβε την πρωτοβουλία να δημιουργήσει εντός του ερευνητικού κέντρου ένα αρχείο αφιερωμένο στη Λεγκοτιέν.
Τον Μάρτιο του 2023 ομάδα φοιτητών μετονόμασε την αίθουσα Aron σε «αίθουσα Ελέν Λεγκοτιέν-Ριτμάν, αντιστασιακή και κοινωνιολόγος, θύμα γυναικοκτονίας στην ENS το 1980». Εναν χρόνο αργότερα, στις 25 Νοεμβρίου 2024, η διεύθυνση της σχολής ανακοίνωσε ότι θα αφιερώσει μια νέα αίθουσα στη μνήμη της Ελέν Λεγκοτιέν-Ριτμάν. Οι εργασίες βρίσκονται σε εξέλιξη. Η αίθουσα αναμένεται να παραδοθεί τους φοιτητές της ENS κατά τη διάρκεια του ακαδημαϊκού έτους 2026-2027.
Πάσχα του 1980, η Ελέν Ριτμάν-Λεγκοτιέν και ο Λουί Αλτουσέρ στη Θεσσαλονίκη, καλεσμένοι του καθηγητή Φιλοσοφίας στο ΑΠΘ, Γεράσιμου Βώκου, 7 μήνες πριν από τη δολοφονία της
Ο Αλτουσέρ στην Ελλάδα
Στην Ελλάδα η υποδοχή του έργου του Αλτουσέρ υπήρξε ιδιαίτερα θερμή. Υπάρχει ολόκληρη βιβλιογραφική και ακαδημαϊκή παράδοση γύρω από το πρόσωπό του. Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά, έχουν γραφτεί μονογραφίες και διδακτορικές διατριβές και το έργο του κατέχει σημαντική θέση στις θεωρητικές εκδόσεις. Αντίθετα, στη χώρα μας δεν έχει καταγραφεί καμία δημόσια φεμινιστική εκστρατεία που να αφορά την Ελέν Λεγκοτιέν, ούτε είναι γνωστή κάποια ελληνική παρέμβαση που να αντιμετώπισε τη δολοφονία της συζύγου του ως γυναικοκτονία.
Στα περισσότερα ελληνικά κείμενα για τον Αλτουσέρ (παρουσιάσεις βιβλίων, ιστορικές αναδρομές διανοουμένων, ακαδημαϊκές αναφορές) η δολοφονία της συζύγου του αναφέρεται σε μόνο μία πρόταση και αποδίδεται στην ψυχική του κατάσταση. Στη συνέχεια η συζήτηση επιστρέφει πάντα στο φιλοσοφικό του έργο.
Ωστόσο τα τελευταία δύο με τρία χρόνια διανοούμενοι και δημοσιογράφοι που εκτιμούν το έργο του έχουν αρχίσει να χρησιμοποιούν σταδιακά τον όρο «γυναικοκτονία». Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Παναγιώτη Σωτήρη, καθηγητή και διδάκτορα Πολιτικής Φιλοσοφίας και συγγραφέα διατριβών για τον Αλτουσέρ, ο οποίος αναφέροντας σε άρθρο του τη Λεγκοτιέν έγραψε: «Η Λεγκοτιέν πρέπει να μνημονεύεται όχι μόνο ως θύμα γυναικοκτονίας (γιατί αυτό ακριβώς συνέβη, ανεξάρτητα από την ποινική μεταχείριση του Αλτουσέρ), αλλά και επειδή, στη συντριπτική πλειονότητα των μελετών για τον Αλτουσέρ, η σημασία της έρευνας και της συμβολής της στην κοινωνιολογία, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο αποτέλεσε αναντικατάστατο σημείο αναφοράς και πηγή έμπνευσης για τον ίδιο, έχουν υποτιμηθεί και εξακολουθούν να υποτιμώνται».
⇒ Διαβάστε όλα τα ρεπορτάζ του προγράμματος Pulse ΕΔΩ.
⇒ Έχετε κάποια ερώτηση, σχόλιο ή πρόταση; Μοιραστείτε τα μαζί μας μέσω της φόρμας του PULSE READER — διαβάζουμε και απαντάμε σε όλα μηνύματα.
⇒ Γίνε μέρος του διαλόγου της Ευρώπης. Οι εμπειρίες και οι ιδέες σου μπορούν να εμπνεύσουν τις επόμενες ιστορίες που θα αφηγηθούμε. Γίνε μέλος της κοινότητας των αναγνωστών του PULSE συμπληρώνοντας αυτή τη σύντομη φόρμα.
*Το άρθρο αυτό αποτελεί μέρος του συνεργατικού δημοσιογραφικού έργου PULSE Europe, στο οποίο συμμετέχει κατ’ αποκλειστικότητα η «Εφ.Συν.». Στην έρευνα συνέβαλαν η Φλόρα Μόρι (Der Standard, Αυστρία) και ο Κώστας Ζαφειρόπουλος.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...