Τελευταία νέα
Τζέικοπ Νίστρουπ: «Δεν έχω όνειρα, έχω στόχους» Νέο μάθημα σε Γυμνάσια και Λύκεια από τον Σεπτέμβριο – Πώς θα διδάσκεται Και επίσημα στην ΕΛ.Α.Σ. ο Συμεών Κεδίκογλου Κασσελάκης προς Κέντρο: «Οι πόρτες είναι ανοιχτές» – Μένει να βρεθεί ποιος θα μπει… Χαλκιδική: Κάηκε το σύμπαν, αλλά μετράνε τα ακίνητα που σώθηκαν Μύκονος: Δύο συλλήψεις για διακίνηση ναρκωτικών – Χρησιμοποιούσαν αυτοκίνητο για «καβάτζα» Κολυδάς για την ομίχλη στις Κυκλάδες: «Δεν πρόκειται για sea smoke» – Η εξήγηση που έδωσε Κρήτη: Διάσωση 50 προσφύγων και μεταναστών ανοιχτά των Καλών Λιμένων Ακρίτα: «Ξέρεις πόσα πλήρωσες από την τσέπη σου για τη χλιδάτη δεξίωση του Τασούλα;» Τα χαμηλά περιθώρια κέρδους δεν σημαίνουν χαμηλή κερδοφορία Πληρώνουμε ακριβότερα για να αποδεικνύεται ότι «η οικονομία πάει καλά» Θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός: η νομική δύναμη της Ελλάδας στο Αιγαίο
Efsyn.gr

Τα χαμηλά περιθώρια κέρδους δεν σημαίνουν χαμηλή κερδοφορία

Η συζήτηση που άνοιξε στις Ηνωμένες Πολιτείες, με αφορμή την πρόταση του Ζόραν Μαμντάνι για δημόσια καταστήματα τροφίμων, έφερε ξανά στην επιφάνεια ένα επιχείρημα που ακούμε συχνά και στην Ελλάδα: ότι τα σουπερμάρκετ έχουν μικρά περιθώρια κέρδους και, επομένως, δεν είναι ιδιαίτερα κερδοφόρα.
Το επιχείρημα αυτό, όμως, δεν λέει όλη την αλήθεια.
Πράγματι, τα σουπερμάρκετ εμφανίζουν συνήθως μικρό κέρδος ως ποσοστό του συνολικού τους τζίρου. Αυτό συμβαίνει επειδή μεγάλο μέρος των εσόδων τους αφορά την αξία των προϊόντων που αγοράζουν και μεταπωλούν.
Ενα σουπερμάρκετ δεν παράγει το γάλα, τα ζυμαρικά ή τα απορρυπαντικά που βρίσκονται στα ράφια του. Τα αγοράζει από παραγωγούς και προμηθευτές και στη συνέχεια τα πουλά στους καταναλωτές. Η πραγματική υπηρεσία που προσφέρει είναι η λιανική πώληση: συγκεντρώνει χιλιάδες προϊόντα σε ένα σημείο, τα μεταφέρει, τα αποθηκεύει, τα συντηρεί και τα διαθέτει εύκολα στον καταναλωτή.
Η αξία των προϊόντων, επομένως, περνά ουσιαστικά μέσα από την επιχείρηση. Καταγράφεται ως κόστος όταν τα αγοράζει και ως έσοδο όταν τα πουλά. Επειδή ο τζίρος περιλαμβάνει ολόκληρη την αξία των προϊόντων, το ποσοστό κέρδους φαίνεται χαμηλό.
Ας πάρουμε ένα απλό παράδειγμα. Ενα σουπερμάρκετ αγοράζει προϊόντα αξίας 100 ευρώ και τα πουλά 103 ευρώ. Το περιθώριο κέρδους φαίνεται να είναι μόλις 3%. Αυτό, όμως, δεν δείχνει αν η επιχείρηση είναι πραγματικά λίγο ή πολύ κερδοφόρα. Για να το καταλάβουμε, πρέπει να εξετάσουμε πόσα χρήματα έχει επενδύσει και πόσο κέρδος παράγει πάνω σε αυτά.
Τα πραγματικά επενδυμένα κεφάλαια αφορούν τα καταστήματα, τις αποθήκες, τα ψυγεία, τους εργαζόμενους, τα συστήματα διανομής. Αφορούν, δηλαδή, τις υποδομές που είναι απαραίτητες για την παροχή της υπηρεσίας της λιανικής πώλησης.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο πόσα λεπτά κερδίζει μια αλυσίδα από κάθε προϊόν. Είναι πόσο κέρδος παράγει σε σχέση με τα κεφάλαια που έχει πραγματικά επενδύσει. Τα σουπερμάρκετ στην Ελλάδα έχουν μία από τις υψηλότερες κερδοφορίες επί του επενδυμένου κεφαλαίου, ήτοι 13,55%. Διεθνώς η αντίστοιχη απόδοση των βιομηχανιών Χάλυβα είναι 1%, της ανανεώσιμης ενέργειας 4%, των κατασκευών 8,6%, των εταιρειών software 9,4%, των ξενοδοχείων 10,8%, με τις υπηρεσίες ιδιωτικής υγείας να τα πλησιάζουν χωρίς να τα ξεπερνούν στο 13,4%.
Μια επιχείρηση μπορεί να κερδίζει λίγο από κάθε πώληση, αλλά να πουλά τεράστιες ποσότητες. Τα προϊόντα φεύγουν γρήγορα από τα ράφια, τα χρήματα επιστρέφουν στο ταμείο και χρησιμοποιούνται ξανά για νέες πωλήσεις. Ετσι, ένα μικρό κέρδος επαναλαμβάνεται πολλές φορές μέσα στον ίδιο μήνα, την ίδια εβδομάδα, την ίδια μέρα και οδηγεί σε υψηλή συνολική κερδοφορία.
Υπάρχει και κάτι ακόμη. Ο καταναλωτής πληρώνει αμέσως, ενώ ο προμηθευτής συχνά εξοφλείται αρκετές εβδομάδες ή μήνες αργότερα. Σε αρκετές περιπτώσεις, δηλαδή, το σουπερμάρκετ έχει ήδη πουλήσει το προϊόν και έχει εισπράξει τα χρήματα πριν πληρώσει εκείνον που το παρήγαγε. Με αυτόν τον τρόπο, δεν χρειάζεται να δεσμεύει πολλά δικά του κεφάλαια. Μέρος της λειτουργίας του χρηματοδοτείται προσωρινά από τους ίδιους τους προμηθευτές.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τη συζήτηση γύρω από την ακρίβεια στην Ελλάδα. Οταν οι μεγάλες αλυσίδες επικαλούνται τα μικρά περιθώρια κέρδους, η συζήτηση δεν πρέπει να σταματά εκεί.
Πρέπει να εξετάζουμε τα συνολικά τους κέρδη, την απόδοση των επενδύσεών τους και τους όρους με τους οποίους πληρώνουν τους προμηθευτές. Πρέπει επίσης να εξετάζουμε τη δύναμη που έχουν απέναντι στους παραγωγούς και στις μικρότερες επιχειρήσεις.
Η κυβέρνηση, επομένως, δεν μπορεί να ελέγχει μόνο το περιθώριο κέρδους σε κάθε προϊόν. Χρειάζονται έλεγχοι στην πραγματική κερδοφορία, στις συμφωνίες με τους προμηθευτές και στις ενδοομιλικές συναλλαγές, καθώς και μια ισχυρή Επιτροπή Ανταγωνισμού.
Μια επιχείρηση μπορεί να φαίνεται ότι κερδίζει λίγο από κάθε προϊόν, αλλά να συγκεντρώνει τεράστια οικονομική ισχύ μέσα από τον όγκο των πωλήσεων, την ταχύτητα και τον έλεγχο της αγοράς.
Γι’ αυτό η συζήτηση για την ακρίβεια πρέπει να αφορά την κερδοφορία επί του επενδυμένου κεφαλαίου και όχι μόνο τα περιθώρια κέρδους. Είναι ζήτημα ανταγωνισμού, ισορροπίας δύναμης και, τελικά, πολιτικής επιλογής για το ποιος προστατεύεται σε μια οικονομία όπου τα βασικά αγαθά περνούν από όλο και λιγότερα χέρια.
* Λέκτορας Ευρωπαϊκής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο του Leiden και Συντονιστής της Ομάδας Προγράμματος του ΠΑΣΟΚ

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...