Από τη στιγμή που περνάς το κατώφλι της Scuola Grande di San Rocco στη Βενετία, νιώθεις να εισέρχεσαι σε έναν κατανυκτικό χώρο «σμιλεμένο» από τη μεγαλοφυία της ανθρώπινης δημιουργίας και δεξιοτεχνίας. Τα επιβλητικά έργα του Τιντορέττο, οι σκούρες αποχρώσεις του ξύλου, η εντυπωσιακή σκάλα και η βαριά σιωπή των αιώνων, που μοιάζουν να ίπτανται πάνω από τα κεφάλια των επισκεπτών, δημιουργούν την αίσθηση ενός τόπου μοναδικού, επιβλητικού και συγκινησιακά φορτισμένου. Πολλοί είναι εκείνοι που θεωρούν τη Scuola Grande di San Rocco την Cappella Sistina της Βενετίας.
Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της πόλης, άρρηκτα συνδεδεμένο με το έργο του Τιντορέττο, ο οποίος δημιούργησε εκεί έναν από τους πιο εντυπωσιακούς ζωγραφικούς κύκλους της Αναγέννησης. Από το 1564 έως το 1588, ο Τιντορέττο και το εργαστήριό του φιλοτέχνησαν περισσότερα από εξήντα έργα για τη Scuola, μετατρέποντας το κτίριο σε ένα ολοκληρωτικό εικαστικό σύμπαν αφιερωμένο στη βιβλική αφήγηση, το φως και το δράμα του ανθρώπινου σώματος. Όταν η αδελφότητα κάλεσε καλλιτέχνες να παρουσιάσουν σχέδια για τη διακόσμηση της Sala dell’Albergo, ο Τιντορέττο, αντί να παρουσιάσει ένα προσχέδιο του έργου του, θα παρουσιάσει ένα έργο ολοκληρωμένο, τοποθετώντάς το κατευθείαν στην οροφή του χώρου, κάτι που αν θεωρήθηκε αρχικά προκλητικό, τελικά του εξασφάλισε την ανάθεση που θα καθόριζε την ιστορία του κτηρίου.
Μέσα σε αυτό το εντυπωσιακό περιβάλλον, που κυριολεκτικά σε αφήνει άφωνο, ο Jan Fabre παρουσιάζει τη νέα του έκθεση με τίτλο “The Quiet Source”, μια εγκατάσταση που μοιάζει περισσότερο με εξομολόγηση παρά με επίδειξη δημιουργικής δύναμης. Τρεις γλυπτικές συνθέσεις που λειτουργούν τελικά σαν μια ενιαία ποιητική τριλογία γύρω από τη μνήμη, την οικογένεια και τη φροντίδα απέναντι στην απώλεια. Και στα τρία έργα εμφανίζεται το σώμα του ίδιου του Fabre, όμως στο The Man Who Holds the Sword (Oath of My Father) φέρει στοιχεία από το πρόσωπο του πατέρα του Edmond, ενώ στο The Man Who Cuts the Grass το πρόσωπο του πρόωρα χαμένου αδελφού του Emiel. Η έκθεση αποτελεί ανάθεση της αδελφότητας της Scuola Grande di San Rocco προς τον Fabre, κίνηση που προσθέτει ακόμη μεγαλύτερο βάρος στη συνάντηση του σύγχρονου καλλιτέχνη με έναν χώρο που κουβαλά αιώνες θρησκευτικής, κοινωνικής και καλλιτεχνικής ιστορίας.
Μέσα στις ιστορικές αίθουσες όπου ο Τιντορέττο εργάστηκε για περισσότερο από είκοσι χρόνια, ο Fabre εισέρχεται σε έναν διάλογο με την ιστορία των εμβληματικών αυτών έργων του σπουδαίου καλλιτέχνη με αξιοσημείωτη ταπεινότητα. Οι τρεις νέες γλυπτικές συνθέσεις του, όλες ολοκληρωμένες μέσα στο 2026, έχουν δημιουργηθεί για να υπάρξουν μέσα σε αυτόν τον χώρο.
«Ο Jan Fabre είναι ένας καλλιτέχνης που κουβαλά μέσα του το θέατρο, τη λογοτεχνία, την performance, τη γλυπτική. Γι’ αυτό και η σχέση του με τους μεγάλους δασκάλους της Αναγέννησης είναι τόσο οργανική», θα μου πει μια εκ των δύο επιμελητών, η Ελληνίδα Κατερίνα Κοσκινά ξεναγώντας με στον χώρο. «Ο χώρος στη δουλειά του Jan Fabre παίζει τεράστιο ρόλο», συνεχίζει καθώς περιηγούμαστε στις αίθουσες της Scuola. «Η αρχιτεκτονική, ο χώρος ως εικόνα, σημασία, τα μόνιμα έργα τέχνης, το φως, η εγγραφή της μνήμης στο χώρο, λειτουργούν οργανικά μέσα στο έργο του. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με έναν εκθεσιακό χώρο αλλά με ένα μνημείο, με ένα από τα μεγαλύτερα έργα της Αναγέννησης».
Μια σιωπηλή προσωπική εξομολόγηση
Η πρώτη εικόνα που αντικρίζει κανείς στο ισόγειο, στη Sala Terrena, είναι το γλυπτό The Man Who Holds the Sword (Oath of My Father). Μια φιγούρα όρθια, ένας φρουρός. Αν και με το σπαθί υψωμένο προς τον ουρανό, δεν θυμίζει σε τίποτα φιγούρα θριάμβου. Περισσότερο θυμίζει κάποιον ανυποχώρητο, κάποιον με αξιοπρέπεια και ψυχικό σθένος που δεν «παραδίδει τα όπλα» παραμένοντας όρθιος παρά τις ήττες. Κάποιον που μέσα του φυλάει μια υπόσχεση, έναν όρκο, μια προσωπική μάχη. Είναι μια χειρονομία πίστης, ένας όρκος προς τον πατέρα, τον βιολογικό, αλλά και τον πνευματικό: τον καλλιτέχνη του παρελθόντος, τον Tintoretto στη συγκεκριμένη περίπτωση και τελικά προς την ίδια την Τέχνη. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Fabre αυτοπροσδιορίζεται συχνά ως «ιππότης της απόγνωσης», παραπέμποντας στους περιπλανώμενους ιππότες των μεσαιωνικών αφηγήσεων που υπερασπίζονταν τους αδύναμους, μια αποστολή που υπήρξε και στον πυρήνα της ίδιας της Scuola Grande di San Rocco.
Είναι μια δυναμική αφετηρία μας σε μια βαθύτερη αφήγηση που μας περιμένει σύντομα. Η έκθεση επιφυλάσσει και άλλες αποκαλύψεις στον δεύτερο όροφο της Scuola Grande di San Rocco. Στον δεύτερο όροφο, στη Sala Capitolare, το έργο The Artist as a Stray Dog in His Basket αποτελεί ίσως την πιο συγκινητική σκηνή της έκθεσης. Ο ίδιος ο Fabre κουλουριασμένος μέσα στο ψάθινο καλάθι ενός σκύλου, σαν ένα αδέσποτο πλάσμα που αναζητά προστασία και φροντίδα. Μια στάση που θυμίζει έμβρυο. Μια εικόνα σπαρακτική. Το σώμα αναζητά καταφύγιο, επιστροφή, προστασία. Ταυτόχρονα όμως παραμένει ανοιχτό προς τον ουρανό, προς μια ανώτερη πνευματική διάσταση.
Ο Fabre μιλά για την ανάγκη του ανθρώπου να βρει ξανά έναν τόπο ασφάλειας, έπειτα από την πτώση. Έργο που κουβαλά έντονα το στοιχείο της εγκατάλειψης αλλά και της επιβίωσης. Ο ίδιος ο καλλιτέχνης έχει μιλήσει επανειλημμένα για τη φιγούρα του «αδέσποτου σκύλου» ως μια αλληγορία του καλλιτέχνη που περιπλανιέται μέσα σε ένα σύστημα το οποίο άλλοτε τον εξυψώνει και άλλοτε τον εγκαταλείπει. Η επιλογή του καλαθιού δεν είναι καθόλου τυχαία. Ο San Rocco, στον οποίο είναι αφιερωμένη η Scuola, θεωρείται προστάτης των σκύλων, γεγονός που δημιουργεί έναν ακόμη συμβολικό δεσμό ανάμεσα στο έργο και τον ίδιο τον χώρο.
Στην πλάτη του ένα μικρό ζώο, μια μαρμότα. «Μαρμότα» είναι το τρυφερό παρατσούκλι με το οποίο αποκαλεί τη σύζυγό του Joanna De Vos, μετατρέποντας έτσι το έργο σε μια αλληγορία αγάπης, προστασίας και συντροφικότητας. Το καλάθι σύμβολο ενός πρωταρχικού καταφυγίου, ενώ η παρουσία της μαρμότας σύμβολο της αγάπης και τη σωτηρίας που έρχεται μέσα από τον άλλον.
Στην ίδια αίθουσα, κάτω από τη σκιά της μνημειακής «Σταύρωσης» του Tintoretto, στο έργο The Man Who Cuts the Grass, ο Fabre επιστρέφει συμβολικά στα παιδικά του χρόνια. Όπως αφηγείται η Κατερίνα Κοσκινά, η μορφή φέρει το πρόσωπο του εκλιπόντος αδελφού του Fabre, Emiel και συνδέεται με τις παιδικές αναμνήσεις του καλλιτέχνη από τους κήπους των σπιτιών στις βόρειες χώρες, όταν η μητέρα του τον έβαζε να κουρεύει το γκαζόν. Μια καθημερινή εικόνα που εδώ μετατρέπεται σε μια συμβολική χειρονομία μνήμης, φροντίδας και μετάβασης, καθώς η μορφή του θυμίζει προσκύνημα ενώ το άνοιγμα του ψαλιδιού παραπέμπει διακριτικά και στο σχήμα του σταυρού.
Η Κατερίνα Κοσκινά, περιγράφει το “The Quiet Source” ως ένα «ψυχαναλυτικό αυτοπορτρέτο». Ίσως είναι η πρώτη φορά που ο Jan Fabre στρέφει τόσο ανοιχτά το βλέμμα προς τον εαυτό του. Όχι προς τον δημόσιο εαυτό του, τον προκλητικό δημιουργό που συνδέθηκε επί δεκαετίες με το σώμα, τη θεατρικότητα και την πρόκληση, αλλά προς έναν πιο εύθραυστο, ανθρώπινο και τρυφερό εαυτό του.
Στα έργα της έκθεσης εμφανίζονται συμβολικά οι γονείς του, ο αδελφός του, η σύντροφός του και το παιδί του. Η μητέρα και η σύζυγός του συμβολικά και υπαινικτικά. Οι μορφές μοιάζουν να μεταμορφώνονται η μία μέσα στην άλλη. Τα χαρακτηριστικά μοιάζουν να μεταφέρονται από μορφή σε μορφή, να εγγράφονται στο σώμα και στην κίνηση, συνθέτοντας αποτυπώματα μνήμης και συνέχειας παρά πεδίο βιολογικής καταγραφής. «Για πρώτη φορά ο Fabre κοιτάζει ανοιχτά προς την οικογένεια, τον πατέρα, τη μητέρα, το παιδί, τον ίδιο του τον εαυτό», θα μοιραστεί η Κατερίνα Κοσκινά.
Η πατρότητα, κάτι που βιώνει και ο ίδιος τα τελευταία χρόνια, είναι ο συνδετικός κρίκος που διαπερνά ολόκληρη την εγκατάσταση. Για τον Jan Fabre, οι μεγάλοι καλλιτέχνες της Αναγέννησης και των Κάτω Χωρών λειτουργούν σαν πνευματικοί πρόγονοι. Ο Michelangelo, ο Caravaggio, ο Hieronymus Bosch, ο Peter Paul Rubens και ο Rogier van der Weyden δεν αποτελούν μόνο σημαντικές καλλιτεχνικές επιρροές, αλλά τους ίδιους τους «πατέρες» της καλλιτεχνικής του ζωής.
Από πολύ νεαρή ηλικία, ο Fabre υπήρξε αυτοδίδακτος. Επέλεξε μόνος του τους δασκάλους του και έχτισε μια προσωπική σχολή μέσα από τη μελέτη της μυθολογίας, της μεταμόρφωσης, της θρησκευτικής εικόνας και της αναγεννησιακής ζωγραφικής. Η σχέση του με την αρχαία ελληνική γραμματεία, ιδιαίτερα με τους μύθους και τις μεταμορφώσεις, υπήρξε καθοριστική. Και αυτή η ιδέα της διαρκούς μεταμόρφωσης εξακολουθεί να διαπερνά το έργο του μέχρι σήμερα.«Για τον Fabre υπάρχουν δύο ζωές: η βιολογική και η καλλιτεχνική. Οι “πατέρες” του είναι και οι μεγάλοι καλλιτέχνες που του έδειξαν τον δρόμο της τέχνης», θα πει η Κατερίνα Κοσκινά.
Την ίδια στιγμή, έχουμε να κάνουμε με έναν καλλιτέχνη που μεταμορφώνεται και ο ίδιος μέσα στο πέρασμα του χρόνου. Τα τελευταία χρόνια η ζωή του Fabre άλλαξε ριζικά. Η δικαστική περιπέτεια, η κοινωνική και η ακούσια απομόνωση στα χρόνια της πανδημίας αλλά και η δημιουργία οικογένειας φαίνεται πως τον οδήγησαν σε μια βαθιά εσωτερική αναθεώρηση. Όπως αφηγείται η Κοσκινά, η γέννηση του γιου του υπήρξε ένα σημείο τομής. Ένας άνθρωπος που για δεκαετίες είχε τοποθετήσει την τέχνη στο απόλυτο κέντρο της ύπαρξής του, βρέθηκε ξαφνικά αντιμέτωπος με μια νέα μορφή αγάπης, ευθύνης και ευαλωτότητας. Το στοιχείο της ευαλωτότητας, ως μέρος μιας βαθύτερης ανθρώπινης εμπειρίας είναι που προσδίδει και μια συγκινητική διάσταση στην έκθεση.
Η σχέση της έκθεσης με τη θρησκευτική τελετουργία είναι παντού παρούσα. Η Κοσκινά αναφέρεται στη σχετικότητα της αδυναμίας και της δύναμης, της εξομολόγησης, ως προϋπόθεσης σε χώρους τέτοιους, όπου η αλληλεγγύη για το συνάνθρωπο είναι σκοπός. Η ταπεινότητα και η σιωπή, που επιβάλλεται αυτόματα όταν κάποιος συνειδητοποιήσει το μέγεθος του μνημείου Scuola Grande di San Rocco, αυθυποβάλλει το θεατή σε συνειδητοποίηση του δικού του μεγέθους, προξενεί σεβασμό και προκαλεί σε εξομολόγηση, αν όχι θρησκευτική, τουλάχιστον ατομική. Αυτή την αίσθηση ο Jan μετέφερε στον Giacinto di Pietrantonio, τον συνεπιμελητή της έκθεσης και σε εμένα, από την αρχή.
Μέσα στον ιστορικό αυτό χώρο, όπου η αρχιτεκτονική, η σιωπή και η πίστη συνυπάρχουν εδώ και αιώνες, τα έργα του Fabre γίνονται μέρος ενός ολόκληρου συστήματος εικόνων, και συναισθημάτων. Αυτή η γαλήνια ενσωμάτωση είναι που κάνει την έκθεση τόσο συγκινητική.
Ο Jan Fabre δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει με την κλίμακα ή την υπερβολή. Παρότι τα γλυπτά του διαθέτουν μια σχεδόν χρυσή, λαμπερή επιφάνεια από γυαλισμένο silicon bronze, παραμένουν με έναν παράδοξο τρόπο ήσυχα. Δεν κυριαρχούν στον χώρο. Αντίθετα, μοιάζουν να τον ακούνε, να του υποκλίνονται, να του αποτίουν φόρο τιμής.
Ο Fabre, ένας καλλιτέχνης που έχτισε το έργο του πάνω στη θεατρικότητα, το πάθος και την πρόκληση, επιστρέφει σήμερα στη Βενετία για να μιλήσει για κάτι πολύ πιο εύθραυστο: τον πατέρα, τη μητέρα, το παιδί, τη μνήμη, την ανάγκη καταφυγίου και την επιθυμία συμφιλίωσης με τον εαυτό.
Φεύγοντας από τη Scuola Grande di San Rocco, ένιωσα έντονα πως είχα βυθιστεί σε έναν εσωτερικό, συναισθηματικά φορτισμένο κόσμο, όπου ο άνθρωπος, εδώ ο ίδιος ο Fabre, παρά τη φθορά, συνεχίζει πεισματικά να αναζητά το φως και την ελπίδα, εξυψώνοντας τη συντροφικότητα, τους οικογενειακούς δεσμούς και τη συνύπαρξη. Άλλωστε, όπως γράφει και η Margaret Mazzantini, την οποία επικαλείται ο Fabre, “No one saves themselves”.
The post Jan Fabre στη Βενετία: Μια σιωπηλή εξομολόγηση μέσα στη Scuola Grande di San Rocco appeared first on ελculture – Θέατρο, Μουσική, Τέχνη & Πολιτισμός.
Διαβάστε περισσότερα
