Τελευταία νέα
Which side are you on? Το μήνυμα με πολλούς αποδέκτες του Χάρη Δούκα στη μνήμη της Φώφης Γεννηματά: «Κανένας μόνος του δεν μπορεί» (στην προοδευτική παράταξη) Σκάνδαλο μπάσκετ: Απολογούνται σήμερα Λιόλιος και Μαυραγάνης – «Φύλλο και φτερό» τα οικονομικά στοιχεία των «έξι» Τετ α τετ Σαμαρά – Χατζηθεοδοσίου (και) για την Αττική (φωτο) Καρυοφυλλιά Καραμπέτη στην «Εφ.Συν.»: «Οι βασανισμένες γυναίκες αξίζουν περισσότερο απ’ όλες» Το πέτρινο χωριό της Αρκαδίας στα 1.130 μέτρα που μαγεύει κάθε επισκέπτη και βρίσκεται στην καρδιά του Πάρνωνα ΕΛΑΣ: Οι περιοδείες Τσίπρα, το πρόγραμμα και τα ψηφοδέλτια στον δρόμο προς το Συνέδριο Γαλλία και Ευρώπη σε νέα κρίση: Το «μνημόνιο» των αγορών και ο λογαριασμός τρισεκατομμυρίων ΠΑΣΟΚ: Μεταφέρει την αντιπαράθεση στις εναλλακτικές προτάσεις-Ακίνητο ΕΦΚΑ και GenRent στο επίκεντρο Σ. Ζαχαράκη για τη Μονή Σινά: Στρατηγική Απόφαση για τη νομική της Θέση στην Αίγυπτο «Τρέχοντας» πίσω από το τουρκολιβυκό: Οι επόμενες κινήσεις της Αθήνας – ΑΟΖ, 12 ναυτικά μίλια και ΗΠΑ ΠΑΣΟΚ: Σε τροχιά εκλογικής ετοιμότητας – Ποιοι εντάσσονται στο κόμμα και ποια ονόματα βρίσκονται στο τραπέζι
Efsyn.gr

Καρυοφυλλιά Καραμπέτη στην «Εφ.Συν.»: «Οι βασανισμένες γυναίκες αξίζουν περισσότερο απ’ όλες»

Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη είναι πυλώνας του ελληνικού θεάτρου. Κάθε ρόλος της ισοδυναμεί με ολική μεταμόρφωση που συνεπάγεται μια καθηλωτική ερμηνεία. Η απόλυτη πρωταγωνίστρια. Ταλαντούχα, ακάματη, αφοσιωμένη στην τέχνη της, έχει διανύσει αξιοζήλευτη πορεία. Εχει κατακτήσει την κορυφή.
Η στιβαρότητα και η ομορφιά της είναι υπαρξιακή κατάσταση διαμορφωμένη από τα πρωτογενή υλικά που πήρε από την οικογενειακή ανατροφή και τον τόπο καταγωγής της. Διατηρεί ατόφιο το μεγαλύτερο ταλέντο που, κατά τον Νίκο Καββαδία, είναι να παραμένει κάποιος άνθρωπος.
Βελούδινη, δωρική, μιλάει με πάθος, εκφραστικότητα. Κουνάει τα χέρια της σαν μαέστρος, σε κοιτάει στα μάτια και εκφράζει την αλήθεια της.
Τον χειμώνα θα τη δούμε σε μια από τις πολυαναμενόμενες παραστάσεις, στον σεξπιρικό «Μακμπέθ» σε σκηνοθεσία της Κατερίνας Ευαγγελάτου, με τον Γιώργο Γάλλο στον ομώνυμο ρόλο, στο «Θεάτρου Κατερίνα Βασιλάκου – Μαριάννα Τόλη» (από 13/11). Συναντηθήκαμε μετά την 7ωρη πρόβα και μιλήσαμε για πολλά με αφετηρία τη «Φόνισσα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη που ανεβαίνει σε μορφή μελοδράματος, με τη μουσική του Γιώργου Κουμεντάκη, σε δραματουργική επιμέλεια και μουσική του Μάρκελλου Χρυσικόπουλου. Συμπαραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής με το Εθνικό Θέατρο, η παράσταση έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στη Σκιάθο και αυτό το Σαββατοκύριακο ανεβαίνει στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου.
Στην παράσταση η αφήγηση γίνεται στην αυθεντική γλώσσα του Παπαδιαμάντη. Σας δυσκόλεψε; Ποια στοιχεία ανασύρατε για την ερμηνεία σας;
Ακόμα και προσωπικές μνήμες μου, με δεδομένο ότι μεγάλωσα στην επαρχία τη δεκαετία του ’60. Ο διάλογος της μουσικής με το κείμενο είναι συναρπαστικός. Οι ρόλοι μου είναι πολλαπλοί: της αφηγήτριας, εκείνης που αποδίδει τους διαλόγους, εκείνης που ερμηνεύει τους χαρακτήρες. Ακολουθώ την παρτιτούρα. Το πιο δύσκολο ήταν ο συγχρονισμός λόγου και μουσικής. Είναι άσκηση ετοιμότητας με τους μουσικούς και τον μαέστρο.
Είχα μεγάλη βοήθεια. Κατ’ αρχάς την υπέροχη μουσική του Γιώργου Κουμεντάκη και την πολύτιμη συνεργασία του Μάρκελλου Χρυσικόπουλου, με τον οποίο έχουμε κάνει μαζί πολλά έργα. Δουλειά μου είναι σε συνεργασία με τον μαέστρο να χωρέσω στον ρυθμό της μουσικής, στην αφηγηματική ροή που είναι καταιγιστική, να αποδώσω τα σκοτάδια της ηρωίδας, την ένταση των αποτρόπαιων φόνων, τα λυρικά μέρη, να αλλάξω ακαριαία το ηχόχρωμα της φωνής, την εκφορά του λόγου.
Οταν δουλεύαμε με τον Μπομπ Γουίλσον στις «Τρεις ψηλές γυναίκες», μας έλεγε «να ακούτε τη μουσική». Πρέπει να συνομιλείς μαζί της, να εμπνέεσαι. Η λόγια γλώσσα του Παπαδιαμάντη μού είναι οικεία λόγω γενιάς. Γεννήθηκα το 1958. Κάναμε αρχαία από το Γυμνάσιο και γράφαμε εκθέσεις στην καθαρεύουσα. Εχω διαβάσει πολύ στη ζωή μου και είμαι εξοικειωμένη με τη γλώσσα του. Η έγνοια μου είναι, και το λέω στον Μάρκελλο, μήπως οι νεότεροι δεν μπορούν να τη συλλάβουν απόλυτα.
Ποιο αποτύπωμα σας άφησε η «Φόνισσα»; Καταπιάνεστε για δεύτερη φορά, τώρα με τη μορφή του μελοδράματος.
Είναι δύο μορφές τέχνης εντελώς διαφορετικές. Στην ταινία δεν υπήρχε η αυθεντική γλώσσα του Παπαδιαμάντη. Η αφηγηματική γλώσσα ήταν η κάμερα. Κρατήθηκαν οι αυθεντικοί διάλογοι με την εντοπιότητα της Σκιάθου. Ερμήνευσα τον ρόλο της Φραγκογιαννούς μέσα από τη συγκεκριμένη ματιά και την αισθητική της Εύας Νάθενα: πάντα αναφέρω τους σκηνοθέτες μου γιατί θεωρώ ότι ο ρόλος δεν είναι δικό μου δημιούργημα. Είναι συνδημιουργία με τον σκηνοθέτη που έχει την ευθύνη για το στήσιμο. Ο ηθοποιός είναι το εκτελεστικό όργανο που, με μεγάλη αλήθεια και βάθος, καλείται να δώσει ψυχή σε ό,τι φαντάστηκε κάποιος άλλος.
Αποδώσατε τη Φραγκογιαννού με ανθρωπιά. Αγαπήσατε την ηρωίδα;
Την υπερασπίστηκα. Μπήκα στη θέση της. Η περιγραφή στο κείμενο του Παπαδιαμάντη είναι πολύ πιο σκληρή. Στην ταινία ήταν πολύ συγκεκριμένη η ματιά της Εύας για τη θέση της γυναίκας, την κακοποίηση τότε και σήμερα. Πώς μια γυναίκα που είναι μητέρα και γιαγιά φτάνει στο σημείο να σκοτώνει μωρά παιδιά, ακόμα και την εγγονή της; Η γυναίκα είναι συνυφασμένη με τη μητρότητα και την αγάπη. Για να θεωρεί ότι σκοτώνοντας τα κοριτσάκια κάνει καλό, αντιλαμβανόμαστε πόσο σκληρή, κακοποιημένη είναι η ζωή της. Θεωρεί ότι προβαίνοντας στους φόνους κάνει καλό, το λέει και ο Παπαδιαμάντης. Θεωρεί ότι απελευθερώνει τα κορίτσια και βοηθάει τις φτωχές οικογένειες από το σκληρό καθήκον της προίκας, ένα βάρβαρο έθιμο που ήταν μάστιγα και καταργήθηκε το 1980.
Σήμερα, 123 χρόνια από την εποχή που γράφτηκε η «Φόνισσα», οι γυναίκες έχουμε βρει τη θέση που μας αρμόζει στην κοινωνία; Τι δείχνουν οι πολλαπλές γυναικοκτονίες στη χώρα μας;
Δυστυχώς όχι. Σαφώς υπάρχουν πολλές κατακτήσεις του γυναικείου κινήματος, δεν είμαστε οι γυναίκες του 1903, αλλά πλήρης ισοτιμία δεν έχει επιτευχθεί. Το βλέπουμε παντού. Πολλοί άντρες, δυστυχώς, από όλα τα κοινωνικά, μορφωτικά, οικονομικά στρώματα, φτάνουν να σκοτώνουν τη σύντροφό τους όταν εκείνη αποφασίσει να ανεξαρτητοποιηθεί, να ακολουθήσει τον δρόμο της. Γιατί έχουν τη βεβαιότητα της εξουσίας στο σώμα και στη ζωή της. Με ποιο δικαίωμα ένας άνθρωπος θεωρεί ότι μπορεί να αποφασίζει ότι ένα άλλο ανθρώπινο ον θα ζήσει ή θα πεθάνει; Είναι αδιανόητο. Είναι οι γυναικοκτονίες αλλά και κάθε μορφή γυναικείας κακοποίησης – οι βιασμοί, οι ξυλοδαρμοί, ο διαδικτυακός διασυρμός, ακόμα και το κουτσομπολιό. Οι ειρωνείες, τα σχόλια, τα γελάκια για την εμφάνιση μιας γυναίκας, για την ηλικία της. Ο σεξισμός είναι διάχυτος παντού. Ακόμα και οι διαφορές στις αμοιβές μας είναι τεράστιες, στον δυτικό «πολιτισμένο» κόσμο.
Είναι κατάκτηση ότι, επιτέλους, ορισμένες γυναίκες λέμε ακομπλεξάριστα την ηλικία μας; Εσείς δεν την κρύβετε…
Είναι ακτιβιστική απαίτηση. Γυναίκες που είμαστε δημόσια πρόσωπα δεν γίνεται να παίζουμε το παιχνίδι της πατριαρχίας κι εκείνων που θέσπισαν τους κανόνες για το συμφέρον τους. Και επειδή αρέσκονται να έχουν δίπλα τους μια νεότερη γυναίκα θα εγκαταλείψουν -όχι όλοι φυσικά- τη γυναίκα τους στα πενήντα ή τα εξήντα για να είναι με την 30άρα, το πολύ 40άρα. Είναι σαν να λέμε «αξίζω μέχρι τα σαράντα μου», όσο είμαι σεξουαλικά επιθυμητή, όσο με βρίσκετε όμορφη για να με φλερτάρετε. Δεν θέλω να παίζω το ανόητο παιχνίδι σαν να έχουμε ημερομηνία λήξης. Η αξία μας είναι από τη στιγμή που θα γεννηθούμε μέχρι τη στιγμή που θα πεθάνουμε. Τελεία. Δεν υπάρχει ισχυρό και ασθενές φύλο. Είμαστε όλοι οι άνθρωποι φτιαγμένοι από τα ίδια υλικά, με οστά, ψυχή, όνειρα, φόβους, επιθυμίες. Πρέπει να το σεβόμαστε όλοι, όχι μόνο ως προς τα φύλα, αλλά και ως προς τις φυλές, τις θρησκείες, τον σεξουαλικό προσανατολισμό.
Τρεις μεγάλοι ρόλοι στη σειρά. Μετά τον θρίαμβο της καλοκαιρινής «Μήδειας», η καθηλωτική «Φόνισσα» και πρόβες για τη Λαίδη Μακμπέθ, από τους πιο σκοτεινούς και απαιτητικούς ρόλους του παγκόσμιου ρεπερτορίου. Πώς σηκώνετε το βάρος τέτοιων ρόλων με απόλυτη επιτυχία, και μάλιστα διαδοχικά;
Τίποτα δεν είναι δεδομένο, πάντα προσπαθώ. Είναι ο έρωτας για την τέχνη μας, να κάνω κάτι που έχει νόημα. Αλλα θα πεις μέσα από τη «Μήδεια», άλλα μέσα από τη «Φόνισσα». Κάποιες φορές τα πράγματα μπορεί να συνδέονται, όπως τώρα. Εχουμε μια γυναίκα που σκοτώνει τα παιδιά της, μια γυναίκα που σκοτώνει παιδιά και μια που εμπλέκεται σε φόνους. Διαφορετικά τα κίνητρα, άλλες οι εποχές, αλλά κάπου συναντιούνται. Είναι και οι τρεις φόνισσες. Η Λαίδη Μακμπέθ δεν σκοτώνει με τα χέρια της αλλά είναι μέσα στο έγκλημα μαζί με τον άντρα της.
Τον Σεπτέμβριο, έτυχε να κάνω και τους τρεις ρόλους σε μια μέρα. Πεντάωρη πρόβα για τον «Μακμπέθ», τρίωρη στο Σταύρος Νιάρχος με την ορχήστρα για τη «Φόνισσα», παράσταση για τη «Μήδεια» και μετά να διαβάσω για τις δύο πρόβες της επόμενης ημέρας. Κοιμόμουν τρεις ώρες…
Στην κινηματογραφική «Φόνισσα» της Εύας Νάθενα
Πώς το κάνετε; Ποια είναι η κινητήριος δύναμη;
Η αγάπη που δεν τελειώνει για την τέχνη μου. Από τη στιγμή που έχω πρόβα ή παράσταση, το καθήκον δεν επιτρέπει στον εαυτό μου να χαλαρώσει, να σταματήσει. Είναι τόσο ψηλά η αδρεναλίνη που όσο κουρασμένη να πέσω στο κρεβάτι δεν με παίρνει ο ύπνος. Είναι η λογική του σώματος ετούτου που διαθέτεις, που λέει η Κική Δημουλά.
Ποια είναι η προσέγγιση της Κατερίνας Ευαγγελάτου στον πολυαναμενόμενο «Μακμπέθ»;
Η παράσταση βασίζεται πολύ στο σκηνικό. Το θέατρο εδώ διαθέτει περιστροφική σκηνή και αυτό της δίνει τη δυνατότητα να χτίσει περιφερειακά τη δράση. Δεν μας το έχει αναλύσει αλλά είναι αυτό που αισθάνομαι. Η αέναη κίνηση της περιστρεφόμενης σκηνής μού θυμίζει την ανάλυση του μελετητή του Σέξπιρ, Γιαν Κοτ, που μιλούσε για τον μεγάλο μηχανισμό της ιστορίας που τον βλέπει κανείς σε πολλά έργα του Σέξπιρ. Η φιλοδοξία, η επιθυμία του ανθρώπου για το υπέρτατο αξίωμα, τον θρόνο, τη βασιλεία, την απόλυτη εξουσία. Για την πραγματοποίηση αυτών ο Μακμπέθ πατάει επί πτωμάτων. Διαπράττει ένα από τα πιο ανόσια εγκλήματα. Σκοτώνει έναν πολύ καλό βασιλιά μέσα στο σπίτι του ενώ του παρέχει άσυλο. Ο οικοδεσπότης εκτελεί το σχέδιο που έχουν καταστρώσει με την οικοδέσποινα, τη γυναίκα του. Ετερο σημείο είναι η ιδέα της δίνης του εγκλήματος, του φόνου, του εφιάλτη που δεν τελειώνει ποτέ. Του μηχανισμού που αλέθει ψυχές, σώματα, ζωές. Επίσης η παράσταση δίνει μεγάλη σημασία στον μεταφυσικό κόσμο που εκπροσωπείται από τις τρεις μάγισσες. Τους δίνει έντονη υπόσταση, τις αναδεικνύει. Εχουν συνεχή σχεδόν παρουσία, ενσαρκώνουν το κακό που δεν αφορά τον εξωτερικό κόσμο αλλά τον εσωτερικό των αχρείων χαρακτήρων, του Μακμπέθ και πολλών άλλων. Το έργο αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο η υπέρμετρη επιθυμία για την εξουσία ξεπερνάει την ηθική σφαίρα και γίνεται συμπαντικό κακό που καταστρέφει τα πάντα.
Ανάμεσα στην εικόνα της μεγάλης τραγωδού και της μοιραίας πρωταγωνίστριας, χαράξατε τον δικό σας δρόμο με ερμηνείες για τις οποίες όχι μόνον δεν φοβάστε να τσαλακωθείτε, αλλά το επιδιώκετε. Ποια είναι η αφετηρία σας;
Ξέρετε πόσο απελευθερωτικό είναι να κάθεσαι τρεις ώρες να σου κάνουν μέικ-απ γήρανσης για να ερμηνεύσεις τη «Φόνισσα» κόντρα στον ναρκισσισμό και τη γυναικεία σου φιλαρέσκεια; Αυτό υπηρετεί τον ρόλο. Από μικρή το είχα. Οταν έπαιζα τη Λούλου, ήμουν 30 χρόνων. Οι σκηνές της δόξας της ηρωίδας δεν μου ήταν εύκολες. Εκανα την ωραία και τη μοιραία και μέσα μου η Καρυοφυλλίτσα δεν ήταν άνετη. Στις στιγμές της καταστροφής της, όταν γινόταν πόρνη, κατατρεγμένη, ζητιάνα, τότε την αισθανόμουν κοντά μου, μπορούσα να την υπερασπιστώ. Σε όλους τους ρόλους, με ενδιαφέρει να μιλήσω για την ανθρώπινη κατάσταση, την εσωτερικότητα μέσα από την τέχνη του θεάτρου. Οι βασανισμένες γυναίκες δεν είναι εκείνες που αξίζουν περισσότερο απ’ όλες;
Ποιο θεωρείτε το μεγαλύτερο ταλέντο στον άνθρωπο;
Την ανθρωπιά, την αγάπη, την κατανόηση, την αποδοχή του διαφορετικού, τον ουμανισμό. Να έρχεσαι στη θέση του άλλου και να αντιλαμβάνεσαι ότι με ένα φύσημα του αέρα μπορεί να γυρίσει το πράγμα και να βρεθείς στη θέση του.
Το ήθος και η ταπεινότητα που εκφέρετε διαμορφώθηκαν στο οικογενειακό περιβάλλον σας ή από τη στάση ζωής σας;
Μα να θεωρήσω ότι είμαι κάτι και να λέω «θέλω τριαντάφυλλα στη σουίτα μου»; (γέλια) Εχω την τύχη να κατάγομαι από μια αγαπησιάρικη οικογένεια, από γονείς που ήταν γεμάτοι καλοσύνη, νοιάξιμο, ευγένεια. Δεν είδα ποτέ τον πατέρα μου να επιτίθεται σε κάποιον, να προσβάλλει, να βρίζει. Ούτε τη μάνα μου να κουτσομπολεύει, να υποτιμά. Στο χωριό μου μεγαλώναμε τα παιδιά όλα μαζί, στις αυλές των σπιτιών. Θυμάμαι όταν οι γιαγιάδες μάς έδιναν καρύδια (ξεσπάει σε γέλια), από τον φόβο τους μην πνιγούμε, τα μασούσαν λίγο για να μαλακώσουν. Η μητέρα μου χρόνια αργότερα έλεγε «τι μάνα ήμουν που σ’ άφηνα να τρως από το στόμα των γιαγιάδων της γειτονιάς;». Αυτό τελικά μας έδωσε αντισώματα βιολογικά για ισχυρό ανοσοποιητικό, όπως μου εξηγούσε ο παθολόγος μου, αλλά και αντισώματα ψυχικά. Αγάπη, νοιάξιμο του ενός προς τον άλλον. Ημαστε όλοι μαζί. Στη χαρά, στον γάμο τριήμερο γλέντι. Αλλά και στο πένθος. Χτυπούσαν οι καμπάνες και όλο το χωριό στα μαύρα. Στα παιδικά μάτια μου έμοιαζε συμπαντικό, ότι έτσι είναι ο κόσμος. Αυτές τις αρχές πήρα, με αυτές μεγάλωσα. Δεν θέλω να ωραιοποιήσω καταστάσεις. Ξέρω ότι μέσα σε όλα αυτά ήταν και κρυμμένα μυστικά. Αλλά πρότυπό μας δεν ήταν το κακό.
Υπάρχει κάποιο βίωμα από την παιδική σας ηλικία που σας καθόρισε;
Το καλό και η ευτυχία. Η χαρά να μεγαλώνω στη φύση. Η έκρηξη των χρωμάτων, των αισθήσεων, οι χειμώνες, τα καλοκαίρια μας. Παιδί βίωσα τη χαρά της φύσης και την εγγύτητα με τους ανθρώπους. Κάναμε επισκέψεις σε σπίτια φίλων, συγγενών, γειτόνων και όλα τα παιδιά καθόμασταν σε υφαντά μαξιλαράκια γύρω από τον σοφρά και τρώγαμε με ένα κουτάλι από το ίδιο πιάτο. Η αίσθηση κοινότητας όπου αφηνόμασταν με εμπιστοσύνη. Σήμερα βλέπω πολλή μοναξιά. Ο καθένας στον μικρόκοσμό του, στο τρέξιμο για τη δουλειά. Συνεχής αγώνας. Και περνάει η ζωή χωρίς να αντιληφθούμε γιατί μας δόθηκε αυτό το υπέροχο δώρο. Δεν τη ζούμε, δεν τη γευόμαστε. Ας την τιμήσουμε. Ας είμαστε ταγμένοι με την πλευρά του καλού. Ας μην παίξουμε το παιχνίδι τους που μας βάζει όλους σε μια χοάνη και μας αλέθει.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...