Οι επόμενες 48-72 ώρες θα είναι καθοριστικές για την πρώτη εικόνα της νέας φάσης ερευνών για το καλώδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας-Κύπρου. Μετά την έκδοση της ελληνικής και της κυπριακής NAVTEX, την άμεση απάντηση της Άγκυρας με αντι-NAVTEX και της επικείμενης εξόδου του γαλλικής σημαίας ερευνητικού πλοίου «Abeille Marengo» το κρίσιμο ερώτημα μεταφέρεται στο πεδίο: Η Άγκυρα θα περιοριστεί στην καταγραφή των διεκδικήσεών της μέσω διπλωματικών και ναυτικών ανακοινώσεων ή εάν θα επιχειρήσει να μεταφέρει την αμφισβήτηση στην ίδια τη θαλάσσια περιοχή των ερευνών, όπως είχε συμβεί το καλοκαίρι του 2024 στην Κάσο.
Πάντως αυτή τη φορά δεν πρόκειται απλώς για την παρουσία ενός ερευνητικού σκάφους, αλλά για ένα έργο ευρωπαϊκής ενεργειακής διασύνδεσης, με τη συμμετοχή της Γαλλίας και με σημαντικές γεωπολιτικές προεκτάσεις.
Η διπλή NAVTEX και η τουρκική αμφισβήτηση
Η ελληνική NAVTEX 1411/26, που εκδόθηκε από τον σταθμό Ηρακλείου της Υδρογραφικής Υπηρεσίας του Πολεμικού Ναυτικού, καλύπτει την περίοδο 6 Νοεμβρίου 2026 έως 6 Μαρτίου 2027 και δεσμεύει θαλάσσια περιοχή από την ανατολική και νοτιοανατολική Κρήτη μέχρι την Ανατολική Μεσόγειο, κατά μήκος της σχεδιαζόμενης διαδρομής του καλωδίου.
Ακολούθησε η κυπριακή NAVTEX 345/26, για τις έρευνες εντός της κυπριακής ΑΟΖ, από τις 19 Νοεμβρίου 2026 έως τις 19 Μαρτίου 2027.
Η τουρκική απάντηση ήρθε με την αντι-NAVTEX 1105/26. Η Άγκυρα επαναφέρει την επιστολή που είχε καταθέσει στον ΟΗΕ στις 18 Μαρτίου 2020 (A/74/757), με την οποία είχε γνωστοποιήσει τις δικές της διεκδικήσεις ως προς τα εξωτερικά όρια της υφαλοκρηπίδας της στην Ανατολική Μεσόγειο.
Στην ανακοίνωσή της χαρακτηρίζει την ελληνική NAVTEX «μη εξουσιοδοτημένη», υποστηρίζει ότι τμήμα της περιοχής βρίσκεται εντός της τουρκικής υφαλοκρηπίδας και δηλώνει ότι δεν έχει χορηγήσει άδεια για τις συγκεκριμένες ερευνητικές δραστηριότητες. Επιπλέον, ζητεί τον συντονισμό όλων των εργασιών με τις αρμόδιες τουρκικές αρχές.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία της αντιπαράθεσης. Η Τουρκία δεν αρκείται στην καταγραφή μιας διαφορετικής αντίληψης για τα όρια των θαλάσσιων ζωνών, αλλά επιχειρεί να εισαγάγει στην πράξη την αρχή ότι οποιαδήποτε δραστηριότητα στην περιοχή που θεωρεί δική της θα πρέπει να περνά από τη δική της έγκριση.
Η Αθήνα απορρίπτει αυτή την προσέγγιση. Η μονομερής κατάθεση συντεταγμένων στον ΟΗΕ δεν συνιστά διεθνή οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας ούτε δημιουργεί από μόνη της δικαιώματα έναντι τρίτων κρατών. Επιπλέον, η ελληνική πλευρά επικαλείται τη συμφωνία οριοθέτησης ΑΟΖ Ελλάδας – Αιγύπτου του 2020 για το σχετικό τμήμα της περιοχής.
Η αντι-NAVTEX, επομένως, δεν είναι απλώς μια τυπική ναυτιλιακή ανακοίνωση. Είναι μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής αμφισβήτησης της ελληνικής και κυπριακής δικαιοδοσίας, με επίκεντρο την προσπάθεια της Άγκυρας να αποκτήσει λόγο στις ενεργειακές και υποθαλάσσιες υποδομές της Ανατολικής Μεσογείου.
Το διπλωματικό παρασκήνιο και ο ρόλος της Γαλλίας
Ένα από τα στοιχεία που διαφοροποιούν τη σημερινή κατάσταση από την κρίση του 2024 είναι η ενεργότερη εμπλοκή της Γαλλίας πριν από την έναρξη των εργασιών.
Σύμφωνα με πληροφορίες που δημοσίευσε η «Καθημερινή», η γαλλική πλευρά βρίσκεται σε επικοινωνία με την Άγκυρα, ενώ η τουρκική διπλωματική πλευρά επιθυμεί η σχετική συνεννόηση να αποτυπωθεί εγγράφως, μέσω διπλωματικής αλληλογραφίας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η διατύπωση που αποδίδεται σε πηγή κοντά στην τουρκική προεδρία: η Άγκυρα φέρεται να αντιμετωπίζει την επικοινωνία της γαλλικής πλευράς ως αίτημα για την παροχή άδειας από την Τουρκία. Με άλλα λόγια, επιχειρεί να παρουσιάσει τη διαδικασία ενημέρωσης και συνεννόησης ως έμμεση αναγνώριση της δικής της αρμοδιότητας.
Η διάκριση είναι ουσιαστική. Άλλο η ενημέρωση μιας γειτονικής χώρας για μια ερευνητική δραστηριότητα και άλλο η αναγνώριση δικαιώματος έγκρισης ή veto. Η Αθήνα καλείται να διασφαλίσει ότι η διπλωματική επικοινωνία δεν θα εκληφθεί ως αποδοχή των τουρκικών αξιώσεων.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η συνάντηση της Γαλλίδας πρέσβειρας στην Τουρκία Ιζαμπέλ Ντιμόν με τον Τούρκο υφυπουργό Εξωτερικών Μεχμέτ Κεμάλ Μποζάι, που είχε προηγηθεί της έκδοσης της ελληνικής NAVTEX.
Η γαλλική συμμετοχή έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς το «Abeille Marengo» είναι γαλλικής σημαίας και οι εργασίες πραγματοποιούνται για λογαριασμό της Nexans, η οποία έχει αναλάβει το σχετικό έργο. Η υπόθεση, συνεπώς, δεν αφορά αποκλειστικά μια ελληνοτουρκική διαφορά. Αφορά και την ελευθερία εκτέλεσης ενός έργου ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος.
Η διάσταση αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία ενόψει της COP31, που φιλοξενείται στην Αττάλεια από τις 9 έως τις 20 Νοεμβρίου. Η χρονική συγκυρία αποτελεί έναν επιπλέον παράγοντα που πρέπει να συνεκτιμηθεί, καθώς μια σοβαρή ελληνοτουρκική κρίση θα δημιουργούσε ένα διαφορετικό διπλωματικό περιβάλλον για την Τουρκία, η οποία φιλοξενεί μια μεγάλη διεθνή διοργάνωση. Δεν αποτελεί, ωστόσο, εγγύηση αποκλιμάκωσης.
Το προηγούμενο της Κάσου και το μήνυμα της Άγκυρας
Το βασικό σημείο αναφοράς για την εκτίμηση των επόμενων κινήσεων είναι αναμφίβολα το καλοκαίρι του 2024, όταν το ιταλικό ερευνητικό πλοίο «Ievoli Relume» πραγματοποιούσε έρευνες για την ίδια ηλεκτρική διασύνδεση, νοτίως της Κάσου και της Καρπάθου.
Στις 22 και 23 Ιουλίου, η Τουρκία ανέπτυξε στην περιοχή συνολικά πέντε πολεμικά πλοία, μεταξύ των οποίων φρεγάτες, κορβέτα και πυραυλακάτους. Η ελληνική πλευρά αντέδρασε με την παρουσία κανονιοφόρου, φρεγάτας και περιπολικού του Λιμενικού, ενώ ενεργοποιήθηκαν οι διπλωματικοί δίαυλοι μεταξύ των δύο χωρών.
Η κρίση αποκλιμακώθηκε έπειτα από επικοινωνίες των υπουργών Εξωτερικών Γιώργου Γεραπετρίτη και Χακάν Φιντάν. Το ιταλικό πλοίο συνέχισε τις εργασίες του και ολοκλήρωσε τις προγραμματισμένες έρευνες, αποχωρώντας στις 24 Ιουλίου.
Το επεισόδιο, ωστόσο, άφησε ένα σημαντικό προηγούμενο: η Τουρκία έδειξε ότι είναι διατεθειμένη να χρησιμοποιήσει την παρουσία πολεμικών πλοίων για να αμφισβητήσει έμπρακτα τις ελληνικές δραστηριότητες στην περιοχή, ακόμη και όταν αυτές πραγματοποιούνται σε θαλάσσιες ζώνες που η Αθήνα θεωρεί ότι εμπίπτουν στη δικαιοδοσία της.
Η επανάληψη των ερευνών τον Αύγουστο του 2024, με το ίδιο ιταλικό πλοίο, πραγματοποιήθηκε χωρίς ανάλογη ένταση. Τουρκική φρεγάτα εντοπίστηκε σε μεγάλη απόσταση από το ερευνητικό σκάφος, το οποίο συνοδευόταν από ελληνική φρεγάτα και κανονιοφόρο.
Αυτό δείχνει ότι η παρουσία τουρκικών πολεμικών πλοίων δεν οδηγεί αυτομάτως σε κρίση. Το κρίσιμο στοιχείο είναι ο τρόπος με τον οποίο θα επιχειρήσουν να επηρεάσουν την πορεία και τις δραστηριότητες του ερευνητικού σκάφους.
Τα τρία σενάρια για την επόμενη ημέρα
Με βάση τα μέχρι στιγμής δεδομένα, διαμορφώνονται τρία βασικά σενάρια για την εξέλιξη της κατάστασης στο πεδίο.
1. Διπλωματική διαχείριση και περιορισμός της αντίδρασης στις αντι-NAVTEX
Είναι το σενάριο που προϋποθέτει ότι οι επαφές Γαλλίας – Τουρκίας θα αποδώσουν και ότι η Άγκυρα θα επιλέξει να μην παρεμποδίσει φυσικά τις έρευνες.
Σε αυτή την περίπτωση, η τουρκική αντίδραση θα περιοριστεί στην έκδοση αντι-NAVTEX, στις διπλωματικές διαμαρτυρίες και ενδεχομένως σε προειδοποιήσεις μέσω ασυρμάτου προς το «Abeille Marengo».
Η Τουρκία θα διατηρήσει καταγεγραμμένες τις διεκδικήσεις της, χωρίς να προκαλέσει ένα νέο επεισόδιο με την Ελλάδα και τη Γαλλία. Πρόκειται για μια διαχείριση που θα της επιτρέψει να υποστηρίξει ότι δεν αποδέχεται τις ελληνικές αναγγελίες, χωρίς να αναλάβει το κόστος μιας ευθείας αντιπαράθεσης.
Αυτή είναι και η εκτίμηση που εμφανίζεται σε ελληνικές δημοσιογραφικές πληροφορίες, σύμφωνα με τις οποίες οι αρμόδιες υπηρεσίες δεν θεωρούν πιθανή, με τα σημερινά δεδομένα, μια οργανωμένη προσπάθεια παρεμπόδισης του έργου.
2. Παρουσία τουρκικών πολεμικών πλοίων και ελεγχόμενη πίεση
Το δεύτερο σενάριο αφορά μια πιο σύνθετη κατάσταση: η Τουρκία να αποφασίσει να στείλει πολεμικά πλοία στην ευρύτερη περιοχή των ερευνών, χωρίς όμως να προχωρήσει σε άμεση παρεμπόδιση του γαλλικού ερευνητικού.
Μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να περιλαμβάνει παρακολούθηση του «Abeille Marengo», επικοινωνίες μέσω ασυρμάτου, αμφισβήτηση της δραστηριότητάς του και επαναλαμβανόμενες NAVTEX για περιοχές που η Άγκυρα θεωρεί ότι εμπίπτουν στη δική της υφαλοκρηπίδα.
Θα επρόκειτο ουσιαστικά για μια επανάληψη της τακτικής που εφαρμόστηκε το 2024, αλλά με διαφορετικό επιχειρησιακό και διπλωματικό περιβάλλον.
Σε αυτή την περίπτωση, η ελληνική πλευρά θα πρέπει να αποφασίσει τον βαθμό συνοδείας και επιτήρησης του ερευνητικού σκάφους, διατηρώντας ταυτόχρονα ανοικτούς τους διαύλους επικοινωνίας με την Άγκυρα.
Η παρουσία ελληνικών μονάδων στην περιοχή θα λειτουργούσε αποτρεπτικά, αλλά θα απαιτούσε ιδιαίτερη προσοχή ώστε να αποφευχθούν κινήσεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ακούσια κλιμάκωση.
3. Απόπειρα παρεμπόδισης των ερευνών και νέα κρίση
Το δυσμενέστερο σενάριο θα ήταν η Τουρκία να επιχειρήσει να σταματήσει τις εργασίες, είτε με την παρουσία πολεμικών πλοίων σε άμεση εγγύτητα είτε με επίμονες παρεμβάσεις προς το γαλλικό ερευνητικό σκάφος.
Μια τέτοια εξέλιξη θα δημιουργούσε πολύ σοβαρότερο πρόβλημα από εκείνο των NAVTEX, καθώς θα έθετε ευθέως το ζήτημα της ελευθερίας εκτέλεσης των ερευνών και της ασφάλειας του πληρώματος.
Επιπλέον, η εμπλοκή ενός πλοίου γαλλικής σημαίας θα προσέδιδε στην υπόθεση σαφώς ευρύτερη διάσταση. Η Γαλλία θα βρισκόταν αντιμέτωπη με την ανάγκη να τοποθετηθεί απέναντι σε μια ενδεχόμενη παρεμπόδιση δραστηριότητας γαλλικού πλοίου που εκτελεί εργασίες για ευρωπαϊκό ενεργειακό έργο.
Δεν θα σήμαινε αυτομάτως στρατιωτική εμπλοκή του Παρισιού, αλλά θα δημιουργούσε ένα νέο διπλωματικό και πολιτικό δεδομένο στις σχέσεις Γαλλίας – Τουρκίας.
Τι πρέπει να παρακολουθήσει η Αθήνα τις επόμενες ημέρες
Το πρώτο κρίσιμο σημείο είναι ο απόπλους του «Abeille Marengo» από το Ηράκλειο και η πορεία του προς την περιοχή των ερευνών. Το γαλλικό πλοίο, που βρίσκεται στο Ηράκλειο τις τελευταίες ημέρες, αναμένεται να ξεκινήσει τις εργασίες το Σάββατο 7 Νοεμβρίου.
Το ερευνητικό πλοίο της νέας φάσης είναι γαλλικής σημαίας και όχι ιταλικής. Το ιταλικό «Ievoli Relume» ήταν εκείνο που είχε πραγματοποιήσει τις προηγούμενες έρευνες και είχε βρεθεί στο επίκεντρο της κρίσης του 2024.
Το δεύτερο σημείο είναι η στάση των τουρκικών ναυτικών μονάδων. Ιδιαίτερη σημασία θα έχει εάν παρατηρηθεί μετακίνηση φρεγατών ή άλλων πολεμικών πλοίων προς την περιοχή ανατολικά της Κάσου, αλλά και εάν υπάρξουν προειδοποιήσεις μέσω ασυρμάτου προς το γαλλικό σκάφος.
Το τρίτο είναι η στάση της Γαλλίας. Η διπλωματική επικοινωνία με την Άγκυρα, αλλά και η σαφής τοποθέτηση του Παρισιού ως προς τον χαρακτήρα των εργασιών, θα αποτελέσουν σημαντικούς παράγοντες για τη διαχείριση της κατάστασης.
Τέλος, θα πρέπει να παρακολουθείται ο συντονισμός Αθήνας – Λευκωσίας. Η τηλεφωνική επικοινωνία Γεραπετρίτη – Κόμπου και η έκδοση των δύο NAVTEX αποτελούν ήδη ενδείξεις κοινής αντιμετώπισης του ζητήματος.
Το ευρωπαϊκό διακύβευμα και η επόμενη δοκιμασία
Πέρα από τη διμερή αντιπαράθεση, το GSI αποτελεί έργο με ευρωπαϊκή χρηματοδότηση και στρατηγική σημασία για την ενεργειακή σύνδεση της Κύπρου με την Ευρώπη. Ο προϋπολογισμός του ανέρχεται περίπου σε 1,9 δισ. ευρώ, ενώ προβλέπεται σε επόμενο στάδιο και επέκταση προς το Ισραήλ.
Η Τουρκία έχει επανειλημμένα διατυπώσει αντιρρήσεις για ενεργειακά σχέδια στην Ανατολική Μεσόγειο από τα οποία θεωρεί ότι αποκλείονται τα δικά της συμφέροντα. Στο πλαίσιο αυτό, το τουρκολιβυκό μνημόνιο και η αντίληψη της «Γαλάζιας Πατρίδας» εξακολουθούν να αποτελούν βασικά εργαλεία της επιχειρηματολογίας της.
Η Αθήνα, από την πλευρά της, επιδιώκει να διασφαλίσει ότι η επανεκκίνηση των ερευνών δεν θα συνδεθεί με οποιαδήποτε αποδοχή τουρκικών αξιώσεων περί ανάγκης προηγούμενης άδειας.
Το πραγματικό τεστ, επομένως, δεν θα κριθεί από τον αριθμό των NAVTEX που θα εκδοθούν, αλλά από το εάν το ερευνητικό πλοίο θα μπορέσει να ολοκληρώσει απρόσκοπτα τις εργασίες του.
