Σ’ εκείνο το αυλιδάκι καθότανε. Με φανελάκι και σώβρακο, κι έπινε καφέ.
Ο ταπεινότατος οικίσκος με το αυλιδάκι σώζεται ακόμη, στη στροφή Φετουρή, στην Ντελαγκράτσια Σύρου, αυτή που τραγουδήθηκε στη Φραγκοσυριανή. Οργιώδεις κάκτοι, μελισσιές και βαλσαμόχορτα πνίγουν το εγκαταλειμμένο σπιτάκι, μια αυτοσχέδια κατασκευή σχεδόν πικιωνική. Σε αυτό το αυλιδάκι, τα πρωινά προτού πυρώσει ο ήλιος, καθόταν φιλοξενούμενος παραθεριστής ο γερο-Μάρκος Βαμβακάρης.
Έχουν περάσει πολλά χρόνια αφότου μου ’πε και ξανάπε το στιγμιότυπο η Μαριώρα. Και κάθε φορά που περνώ αντικρίζω την εκθαμβωτική παραφωνία μες στον τουρισμό, το αγγελόχτιστο σπιτάκι, ενώ υπεράνω του περνούν ανυποψίαστοι κολυμβητές προς τις κοσμικές Αγκαθωπές και υβριδικά SUV.
Διάνυσμα μνήμης
Κάθε φορά ανασυστήνω την εικόνα: ο πατριάρχης του ρεμπέτικου, εκδορεύς το επάγγελμα, γέρος, φτωχός, ποτέ δεν πλούτισε, ξαποσταίνει στην αυλή, με τη φανέλα του, με ένα φλιτζανάκι καφέ στο πεζούλι.
Η εικόνα έχει πάρει μυθική διάσταση μέσα μου, μάλλον είναι ένα διάνυσμα χρόνου, που ενώνει το παρελθόν με το παρόν, ένα παρελθόν που υπήρξε σίγουρα, διότι κάποιος το είδε και το μετέφερε ανιδιοτελώς, σχεδόν με ρομαντική αφέλεια, προς ένα παρόν παράταιρο, άξενο, εχθρικό.
Κι αυτό το διάνυσμα μνήμης Μάρκος-με-φανέλα-και-σώβρακο δεν ανασυνθέτει μόνο ένα παρελθόν που με γενεαλογεί, αλλά επιπλέον προσφέρει νόημα στο παρόν· μάλλον, με οπλίζει να αντέξω τη δυσφορία του παρόντος.
Τι ωραία ήταν παλιά!
Προσπερνώ την αυλή του θαύματος Μάρκος, είναι πρωί, στην παραλία δεν υπάρχει ψυχή, βουτάω στο κρυστάλλινο νερό. Πλημμυρίζω ευγνωμοσύνη που υπάρχει αυτή η θάλασσα, είναι παρούσα κάθε χρόνο, είναι αιώνιο παρόν, είναι το παρόν που μόνο αυτό υπάρχει, σαν τη διάφανη γαλάζια θάλασσα που με τυλίγει, το παρελθόν υπάρχει μόνο σαν μνήμη, σαν διάνυσμα, και το μέλλον δεν φανερώνεται ποτέ. Σκέφτομαι ότι είμαι τυχερός: στο μέλλον θα μου ζητούν εισιτήριο για να μπω στη θάλασσα.
Σκέφτομαι επίσης ότι κι αυτή η Ανάμνηση Μάρκος, από δεύτερο χέρι κατασκευασμένη, λειτουργεί σαν εξωραϊσμός του παρελθόντος, τροφοδοτεί τη σύγκριση: Τι ωραία ήταν παλιά! Πόσο απλός ο βίος! Και ακόμη περισσότερο εξωραϊστικές οι αναμνήσεις οι πρωτογενείς, οι βιωμένες, βουτιές, βράχια κι αρμυρίκια.
Οι αναμνήσεις υπερέχουν πάντα του δύσθυμου παρόντος, έρχονται από το σφρίγος της νιότης, πλήρεις χρυσωμένων οπτασιών, εξαγνισμένες από φίλτρα. Το παρόν γέρνει κάτω από το βάρος της ηλικίας, των διαψεύσεων.
Ο Μάρκος στην ΑΙ
Θα μπορούσα να δώσω prompt στην ΑΙ να μου φτιάξει μια φωτορεαλιστική απεικόνιση του Μάρκου στο αυλιδάκι. Θα την παράγγελνα ασπρόμαυρη, μες την αχλή του πλάγιου ανατολικού φωτός, με έντονες σκιές από την κρεβατίνα και τα θάμνα. Να βάλω την ΑΙ να μου κατασκευάσει πειστική την ανάμνηση. Αυτό κάνουν όλοι, με κείμενα λειασμένα ολοστρόγγυλα, με βίντεο γατάκια, με ζωγραφιές, όλα πειστικά, όλα deepfake, όλα αποικίζουν τη μνήμη σαν μύκητες, ώστε εντέλει να ζούμε σε μια επίχρυση ομίχλη deepfake δραπετεύοντας από το παρόν.
Η ΑΙ θα ανέτρεχε στα μοντέλα της (ποιήματα της γενιάς του ’30; αφίσες ΕΟΤ του ’60; στο αποθετήριο των ομάδων Facebook; περιηγητές του 18ου αιώνα;) για να φτιάξει ένα αυλιδάκι ωραίο, γραφικό, αντιπροσωπευτικό. Μια καρτ ποστάλ. Θα έφτιαχνε ένα καταφύγιο νοσταλγίας. Αυτό: ένα καταφύγιο από τον παμφάγο τουρισμό, τις αποεδαφικοποιημένες νήσους, τις Κυκλάδες ως αυτόνομη οικονομική ζώνη, βεγγαλικές, αποκομμένες από την εθνική καχεξία, την κατάθλιψη. Ένα αυλιδάκι στοιχειώδες, οι παράταιρες μαλτεζόπλακες, η κρεβατίνα, το ασβεστωμένο πεζούλι, μια ξεκοιλιασμένη καρέκλα, ένα κουτσό σκαμνί, θα τα μετασχηματίσει σε χρυσωμένο panic room, για να κρυφτεί ο εντολέας, να βυθιστεί στις αναμνήσεις, όλες φτιαχτές πια, και να εγκαταλείψει κάθε απαίτηση από το παρόν, να εγκαταλείψει κάθε οδυνηρό κέντρισμα της ζωτικής ορμής, κάθε κάλεσμα της ζωής.
Σαν τους κάκτους
Όσο πιο ανυπόφορο το παρόν, όσο πιο ακατανόητο και παράλογο, όσο πιο ξένη η γη, πηγμένος ο χώρος, όσο πιο πολλά κτίσματα οχήματα φώτα, όσο πιο λίγο το νερό, τόσο φουντώνουν οι αναμνήσεις σαν τους κάκτους και κυριεύουν τον νου, κουρασμένο οικίσκο που περιμένει την ανάπτυξή του, μια μπουλντόζα.
Κάθε καλοκαίρι, Πάσχα, άνοιξη, περνώ από τον οικίσκο πνιγμένο στ’ αγκάθια, μελισσιές και βαλσαμόχορτο, βλέπω τον Μάρκο με τη φανέλα, πλαγιοφωτισμένο, στις σκιές.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
