Οι ΗΠΑ απείλησαν να κόψουν «κάθε οικονομική σανίδα σωτηρίας» που στηρίζει το Ιράν, όπως υπογράμμισε χαρακτηριστικά τη Δευτέρα ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ.
Στο πλαίσιο αυτό, ο κ. Μπέσεντ ανακοίνωσε ένα πρώτο πακέτο κυρώσεων σε βάρος 60 προσώπων, φορέων και πλοίων, για την υποτιθέμενη εμπλοκή τους στο εμπόριο με το Ιράν. Ωστόσο, στον κατάλογο δεν περιλαμβανόταν κανένα κινεζικό χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, παρά την εμπλοκή κινεζικών φορέων στη χρηματοδότηση του ιρανικού εμπορίου πετρελαίου. Η παράλειψη αυτή αποτύπωνε τις επιφυλάξεις της Ουάσινγκτον.
Ο Μπέσεντ δήλωσε ότι ο Τραμπ «τηλεφωνεί σε ηγέτες ανά τον κόσμο, υποβάλλοντας συγκεκριμένα αιτήματα να σταματήσουν τις συναλλαγές τους με το καθεστώς», χωρίς ωστόσο να διευκρινίσει καν, το εάν ο Αμερικανός πρόεδρος θα επικοινωνήσει με τον Κινέζο ομόλογό του.
Όταν ρωτήθηκε η κυβέρνηση Τραμπ γιατί δεν ανακοίνωσε άμεσες κυρώσεις και γιατί απέφυγε να κατονομάσει πιθανούς στόχους, ο Μπέσεντ απάντησε: «Γιατί να θέλω να τινάξω στον αέρα το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα;»
Σαφείς δηλώσεις από το Πεκίνο
Η Κίνα καταδίκασε την απειλή των ΗΠΑ για επιβολή κυρώσεων, χαρακτηρίζοντας οποιοδήποτε τέτοιο μέτρο ως παράνομο, και προειδοποιώντας ότι θα λάβει «όλα τα απαραίτητα μέτρα» για την προστασία των εθνικών της συμφερόντων.
Όπως μεταδίδει ο Guardian, η απόρριψη από το Πεκίνο, της αμερικανικής απειλής για επιβολή δευτερογενών κυρώσεων σε οποιαδήποτε χώρα ή φορέα συνεχίσει να συναλλάσσεται με την Τεχεράνη, ήταν αναμενόμενη. Η Κίνα αγοράζει, σύμφωνα με εκτιμήσεις, το 80% των εξαγωγών πετρελαίου του Ιράν, και έχει προσπεράσει και στο παρελθόν, τις προσπάθειες των ΗΠΑ να περιορίσουν τη ροή εσόδων προς το καθεστώς της Τεχεράνης.
Η αντίδραση του Πεκίνου εγείρει το ερώτημα, μέχρι πού θα ήταν διατεθειμένη να φτάσει η κυβέρνηση Τραμπ στην αντιπαράθεσή της με την Κίνα και το χρηματοπιστωτικό της σύστημα, στο πλαίσιο της προσπάθειας απομόνωσης του Ιράν.
Ο εκπρόσωπος του κινεζικού υπουργείου Εξωτερικών, Λιν Τζιαν, δήλωσε την Τρίτη στους δημοσιογράφους: «Η συνεργασία μεταξύ Κίνας και Ιράν πραγματοποιείται ανέκαθεν στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου και δεν θα πρέπει να ενοχλείται ούτε να παρεμποδίζεται από τρίτους».
«Η Κίνα έχει ήδη δηλώσει επανειλημμένα ότι αντιτίθεται σθεναρά στις παράνομες μονομερείς κυρώσεις. Η Κίνα θα λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να διαφυλάξει αποφασιστικά τα δικαιώματα και τα συμφέροντά της», προσέθεσε.
Ειδικοί σε θέματα χρηματοπιστωτικών αγορών και διεθνούς εμπορίου εκτιμούν ότι η κυβέρνηση των ΗΠΑ έχει πλήρη επίγνωση του κινδύνου κινεζικών αντιποίνων, ενόψει της προγραμματισμένης συνόδου κορυφής τον επόμενο μήνα μεταξύ του Ντόναλντ Τραμπ και του Σι Τζινπίνγκ. Η Κίνα θα μπορούσε να απαντήσει μέσω των χρηματοπιστωτικών αγορών ή επιβάλλοντας περιορισμούς στις εξαγωγές κρίσιμων ορυκτών.
Οι κορυφαίοι εξαγωγικοί εταίροι του Ιράν
Το Ιράν έχει περάσει μεγάλο μέρος των τελευταίων δύο δεκαετιών υπό δυτικές κυρώσεις. Πρόκειται για μια πίεση που έχει ωθήσει την οικονομία του μακριά από την Ευρώπη, προς μια συρρικνούμενη ομάδα ασιατικών και περιφερειακών εταίρων.
Όπως αναφέρει δημοσίευμα του Al Jazeera, το 2024 το Ιράν εξήγαγε αγαθά αξίας περίπου 56 δισεκατομμυρίων δολαρίων σε τουλάχιστον 112 χώρες και περιοχές, σύμφωνα με επίσημα τελωνειακά στοιχεία.
Οι κορυφαίοι εξαγωγικοί εταίροι του Ιράν ήταν οι εξής:
Κίνα (14,58 δισ. δολάρια): Ο μεγαλύτερος αγοραστής ιρανικού πετρελαίου, που λαμβάνει περισσότερο από το 80% των εξαγωγών αργού πετρελαίου της Τεχεράνης μέσω θαλάσσης, σύμφωνα με τους αναλυτές παρακολούθησης δεξαμενόπλοιων. Μεγάλο μέρος του διακινείται με έκπτωση και μέσω πλοίων του σκιώδους στόλου, τα οποία μόλις και μετά βίας καταγράφονται στα τελωνειακά αρχεία των δύο χωρών.
Ιράκ (11,7 δισ. δολάρια): Το Ιράν αποτελεί σημαντικό προμηθευτή φυσικού αερίου στο Ιράκ για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και πουλά ηλεκτρική ενέργεια απευθείας στις ιρακινές επαρχίες. Αποτελεί επίσης κορυφαία πηγή τροφίμων, δομικών υλικών και μεταποιημένων προϊόντων.
Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (7,16 δισ. δολάρια): Αποτελεί οικονομική και επαν-εξαγωγική σανίδα σωτηρίας για το Ιράν, αντιπροσωπεύοντας το 13% των εξαγωγών του. Το Άμπου Ντάμπι επέβαλε επ’ αόριστον εμπορικό εμπάργκο την περασμένη εβδομάδα, αφού κατηγόρησε το Ιράν ότι εκτόξευσε πυραύλους στο έδαφός του. Η Τεχεράνη αρνήθηκε τους ισχυρισμούς.
Τουρκία (6,1 δισ. δολάρια): Το Ιράν προμηθεύει εδώ και καιρό την Τουρκία με φυσικό αέριο μέσω του αγωγού Ταμπρίζ-Άγκυρας, μαζί με πετροχημικά, τρόφιμα και δομικά υλικά.
Αφγανιστάν (2,3 δισ. δολάρια): Το Ιράν προμηθεύει τον περίκλειστο γείτονά του με καύσιμα, τρόφιμα και δομικά υλικά, ενώ το Αφγανιστάν εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τα ιρανικά λιμάνια και τις χερσαίες οδούς για την πρόσβαση σε ευρύτερες αγορές.
Οι κορυφαίοι εισαγωγικοί εταίροι
Το 2024, το Ιράν εισήγαγε αγαθά αξίας περίπου 68,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων από τουλάχιστον 87 χώρες και περιοχές, σύμφωνα με επίσημα στοιχεία των τελωνείων. Οι κορυφαίοι εισαγωγικοί εταίροι του ήταν οι παρακάτω:
Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (21 δισ. δολάρια): Παρείχαν πάνω από το 30% των εισαγωγών του Ιράν, οι περισσότερες από τις οποίες επαν-εξήγαγαν αγαθά και δεν ήταν παραγωγή των ΗΑΕ, δίνοντας στην Τεχεράνη έμμεση πρόσβαση σε δυτικά μηχανήματα, ηλεκτρονικά είδη και καταναλωτικά αγαθά. Το επ’ αόριστον εμπορικό εμπάργκο του Άμπου Ντάμπι έχει διακόψει αυτή τη διαδρομή.
Κίνα (17,8 δισ. δολάρια): Αποτελεί τον κύριο προμηθευτή μηχανημάτων, ηλεκτρονικών ειδών, οχημάτων και βιομηχανικών εξαρτημάτων, καθώς και τον εταίρο στον οποίο το Ιράν έχει βασιστεί περισσότερο τη στιγμή που το δυτικό εμπόριο είναι «κλειστό».
Τουρκία (11,1 δισ. δολάρια): Τα κοινά χερσαία σύνορα και οι μακροχρόνιοι εμπορικοί δεσμοί καθιστούν την Τουρκία μια βασική χερσαία οδό εφοδιασμού, τροφοδοτώντας με μηχανήματα, χημικά, οχήματα και βιομηχανικά προϊόντα. Το εμπόριο και προς τις δύο κατευθύνσεις έχει μειωθεί από την έναρξη του πολέμου.
Ευρωπαϊκή Ένωση (6,1 δισ. δολάρια): Οι ευρωπαϊκές πωλήσεις αποτελούν πλέον μόλις ένα κομμάτι αυτών που ήταν πριν από το 2018 και επικεντρώνονται σε φαρμακευτικά προϊόντα, ιατρικό εξοπλισμό και μηχανήματα.
Ινδία (1,6 δισ. δολάρια): Το εμπόριο έχει μειωθεί απότομα τα τελευταία χρόνια. Το Νέο Δελχί έχει διατηρήσει τους στενούς εμπορικούς δεσμούς, με επίκεντρο τα γεωργικά προϊόντα, όπως το ρύζι, το τσάι, καθώς και τα φαρμακευτικά προϊόντα.
Και η Ρωσία;
Αίσθηση προκάλεσε το γεγονός ότι την Τρίτη ο διευθυντής της CIA Τζον Ράτκλιφ μετέβη στη Μόσχα πραγματοποιώντας αιφνιδιαστική επίσκεψη, σύμφωνα με αμερικανικά μέσα ενημέρωσης. Η επίσκεψη Ράτκλιφ, μόλις μια μέρα μετά τις ανακοινώσεις περί κυρώσεων, δημιουργεί εύλογους συνειρμούς.
Διαβάστε περισσότερα
